ΑΠΟΨΗ

Το μήνυμα της Ωκεανίας για τα ΑΕΙ

Το μήνυμα της Ωκεανίας για τα ΑΕΙ

Η κυβέρνηση δρομολογεί μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση με επίκεντρο την αναγνώριση και ισοτιμία των πτυχίων ελληνικών ιδιωτικών κολεγίων που συνεργάζονται με ευρωπαϊκά ΑΕΙ (των οποίων θεωρούνται παραρτήματα στη χώρα μας) και τη θεσμοθέτηση ελάχιστης βάσης εισαγωγής. Είναι μια κίνηση που έγινε δεκτή με σκεπτικισμό από τα ελληνικά ΑΕΙ. Αυτό όμως δείχνει μια αμυντική στάση προς μια κατεύθυνση εξωστρέφειας. Στηρίζω αυτή μου την τοποθέτηση σε παραδείγματα εξωστρέφειας από τον γεωγραφικό χώρο Ασίας/Ωκεανίας, τα οποία πηγάζουν και από προσωπικές μου εμπειρίες και δραστηριότητες.

Στις διεθνείς αξιολογήσεις πανεπιστημίων τα δημόσια πανεπιστήμια της Αυστραλίας κατέχουν εξέχουσα θέση, με 11 να συμπεριλαμβάνονται στα πρώτα 200 το 2020, σε συνδυασμό με ένα πολύ υψηλό επίπεδο διεθνοποίησης και εξωστρέφειας. Ομως, θα πρέπει να ειπωθεί ότι η έννοια του «δημόσιου» χαρακτήρα τους χρειάζεται μια εξήγηση, και τούτο γιατί υπάρχει μια «ιδιωτική» διάσταση στον τρόπο λειτουργίας τους, που προέκυψε το 1989 επί Εργατικής κυβέρνησης και πρωθυπουργίας του Μπομπ Χόουκ, που επίσης υπήρξε για μακρά περίοδο και πρόεδρος του Συμβουλίου Εργατικών Συνδικάτων Αυστραλίας.

Η Εργατική κυβέρνηση νομοθέτησε το Σύστημα Συνεισφοράς Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, που έκλεισε την πόρτα στη «δωρεάν» εκπαίδευση. Το σύστημα αυτό έκανε κοστολόγηση προγραμμάτων σπουδών. Στη συνέχεια έκανε επιδότηση των σπουδών των φοιτητών, συμπεριλαμβανομένων και διαπιστευμένων ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Προϋπόθεση αυτού του συστήματος ήταν η αποπληρωμή της επιδότησης (σε μορφή δανείου) άμεσα ή σταδιακά με επιπρόσθετο φόρο όταν οι φοιτητές θα έμπαιναν στην αγορά εργασίας. Αυτή η αλλαγή πλεύσης έγινε αποδεκτή από την εργατική κοινότητα, τα εργατικά σωματεία, τον επιχειρηματικό κόσμο, τα πανεπιστήμια, τα πολιτικά κόμματα και την κοινωνία εν γένει! Εκανε τους φοιτητές πιο υπεύθυνους σε ό,τι αφορά τις επιλογές τους και την επίσπευση ολοκλήρωσης των σπουδών τους, διότι η καθυστέρηση ανέβαζε το κόστος σπουδών.

Αυτό επίσης συνέβαλε σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον που ανέβασε το επίπεδο των πανεπιστημίων σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που συμβαδίζει με τη στρατηγική διεθνοποίησης. Και αυτό σε συνδυασμό με τη σύμπραξη κοινών δράσεων σε άλλες χώρες, όπως Κίνα, Βιετνάμ, Μαλαισία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ινδία, Ινδονησία κ.ά. Αναφέρομαι χαρακτηριστικά στη λειτουργία πανεπιστημίων της Αυστραλίας στην Κίνα σαν παραρτήματα με αναγνώριση και «ισοτιμία» των πτυχίων τους. Εκείνο όμως που είναι άξιο λόγου είναι ότι τα παραρτήματα αυτά λειτουργούν σαν ιδιωτικά κολέγια, αλλά ενσωματωμένα μέσα στον κορμό των δημοσίων πανεπιστημίων της Κίνας.

Στην προαναφερθείσα διεθνή κατάταξη δεν βρίσκεται ούτε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο στα πρώτα 200, με το Πανεπιστήμιο Κρήτης να συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων στην κατηγορία 351-400. Ενας από τους λόγους είναι η εμφανής έλλειψη εξωστρέφειας και διεθνοποίησης. Τέλος, θεωρώ ότι η θεσμοθέτηση ελάχιστης βάσης εισαγωγής σε πανεπιστημιακά προπτυχιακά προγράμματα θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ελαστικότητα. Η ευθύνη να ανήκει στα ίδια τα πανεπιστήμια και όχι να ορίζεται με νομοθετική παρέμβαση. Επίσης, τα πανεπιστήμια να δέχονται φοιτητές με κριτήρια που συμπεριλαμβάνουν κατηγορίες πέραν των αποφοίτων λυκείων.

Για παράδειγμα, το 2018 στην Αυστραλία, περισσότεροι από το ήμισυ των εισαγομένων σε πανεπιστήμια επελέγησαν με κριτήρια διαφορετικά από εκείνα της τριτοβάθμιας κατατακτήριας αξιολόγησης που είναι αντίστοιχη των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Στους επιτυχόντες συμπεριλήφθηκαν και απόφοιτοι ιδρυμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ αναγνωρίστηκαν και άλλα επαγγελματικά προσόντα, σύμφωνα με την κρίση των ίδιων των πανεπιστημίων ως αυτόνομων ιδρυμάτων. Η «σχολική» εμπειρία δεν πρέπει να έχει σύνορα, γιατί αποτελεί κεντρικό πυλώνα προάσπισης της ισότητας σε μια σύγχρονη κοινωνία.
 
* Ο κ. Στηβ Μπακάλης είναι επισκέπτης καθηγητής του Central University of Finance and Economics Beijing – China.