ΑΠΟΨΗ

Κ. Γλυνιαδάκη: Γυναικείος πρωταθλητισμός και κακοποιητικές συμπεριφορές

Κ. Γλυνιαδάκη: Γυναικείος πρωταθλητισμός και κακοποιητικές συμπεριφορές

Η πρόσφατη αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης της Σοφίας Μπεκατώρου γέννησε σε πολλούς απορίες ως προς το τι ορίζεται ως κακοποίηση, πότε ένα περιστατικό πρέπει να καταγγέλλεται και πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από κακοποιητικές συμπεριφορές. Προσεγγίζω το θέμα με δύο ιδιότητες: την προσωπική, ως πρώην διεθνής παίκτρια μπάσκετ με εμπειρία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και την επιστημονική, ως διδάκτωρ και ερευνήτρια στις κοινωνικές επιστήμες.

Ξεκινώ εκ του προσωπικού.

Είχαν περάσει δέκα χρόνια από την τελευταία σεζόν που έπαιξα μπάσκετ σε πανεπιστήμιο της Αμερικής όταν «έσκασε» το νέο: ο τότε προπονητής μου κατηγορούνταν τώρα για ψυχική/ψυχολογική κακοποίηση από τη βοηθό του, καθώς και από μερικές πρώην αθλήτριές του, λίγο νεότερες από μένα. Κατηγορούνταν, μεταξύ άλλων, ότι χλεύαζε, υποτιμούσε και κακομεταχειριζόταν τις γυναίκες στην ομάδα (όχι τους άντρες βοηθούς του) συχνά χρησιμοποιώντας σεξιστικούς χαρακτηρισμούς και κάνοντας σχόλια για τα σώματα και τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Το σκάνδαλο διαδόθηκε γρήγορα και πήρε διαστάσεις. Η υπόθεση θα έφτανε σύντομα στα δικαστήρια και έτσι ο προπονητής αναγκάστηκε σε παραίτηση.

Για μήνες, ένα σωρό ερωτήματα στροβιλίζονταν στο μυαλό μου:
Υπήρξα και εγώ άραγε θύμα κακοποίησης; Θεωρείται όντως κακοποιητική η συμπεριφορά του συγκεκριμένου ατόμου; Μα, αφού είχα προπονητές με πολύ χειρότερη συμπεριφορά στην Ελλάδα… Τελικά, λέγεται κακοποίηση αυτό που οι συγκεκριμένες κοπέλες βίωσαν;

Κατέληξα λοιπόν στις εξής διαπιστώσεις:
Είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια διεθνή αθλήτρια που κάνει πρωταθλητισμό για χρόνια να δει τον εαυτό της ως θύμα. Είτε μιλάμε για ψυχολογική είτε για σωματική, είτε για σεξουαλική κακοποίηση, η λέξη θύμα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τις έννοιες που καθορίζουν μια πρωταθλήτρια: νικήτρια, επιτυχημένη, σεβαστή, δυνατή, κ.ά. Το να περάσεις λοιπόν από το «πρωταθλήτρια» στο «θύμα» σημαίνει να χάσεις μέρος από τον σεβασμό και τη θετική εικόνα για τον εαυτό σου, και άρα να σιγάσεις ένα κεντρικό κομμάτι του εγώ σου που με τόσο κόπο και ιδρώτα έχτιζες.

Για μια αθλήτρια υψηλού επιπέδου και νεαρής ηλικίας δεν είναι πάντα ευδιάκριτο πότε η συμπεριφορά ενός προπονητή ή παράγοντα θεωρείται κακοποιητική. Τα έντονα βλέμματα, η λεκτική νουθεσία, οι φωνές και η σωματική τιμωρία θεωρούνται κοινώς αποδεκτά μέσα επιβολής και διαπαιδαγώγησης. Στον πρωταθλητισμό, το να αντέχεις στη σκληρή προπόνηση και στη συνεχή κριτική θεωρείται προαπαιτούμενο για να βελτιωθείς και να προχωρήσεις μπροστά. Κατά πόσο λοιπόν μια νεαρή αθλήτρια, που καλείται καθημερινά να ξεπεράσει τα όριά της, είναι σε θέση να διακρίνει πότε οι ίδιοι οι καθοδηγητές της ξεπερνούν τα επιτρεπόμενα όρια συμπεριφοράς προς εκείνη; Και, αν αυτό συμβεί, πώς μπορεί να το διαχειριστεί όταν η κατάχρηση εξουσίας προέρχεται από τους πλέον υπεύθυνους για να την προστατεύσουν;

Το πρόβλημα είναι συστημικό. Αν η ψυχολογική πίεση που ασκούσε ο εν λόγω Αμερικανός προπονητής στις παίκτριές του κατηγοριοποιείται πράγματι ως κακοποιητική, τότε –αν εφαρμόζαμε κοινά κριτήρια και με βάση την αρχή της αναλογικότητας– σίγουρα θα καταλήγαμε να στείλουμε μεγάλο ποσοστό Ελλήνων προπονητών γυναικείου μπάσκετ στη φυλακή, ορισμένους μάλιστα και ισόβια. Δυστυχώς, όταν έπαιξα «επαγγελματικά» στην Ελλάδα, μετά την επιστροφή μου από την Αμερική (η οποία θεωρείται η καλύτερη χώρα για γυναίκες αθλήτριες), ήμουν από τα ελάχιστα άτομα που μιλούσαν για σεξισμό στο γυναικείο μπάσκετ. Ακόμα πιο δυστυχώς, οι 21 άντρες και 0 (μηδέν) γυναίκες του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης ακόμα και σήμερα δεν μιλάνε για το θέμα.

Η κακοποίηση δεν είναι μια σταθερή και άκαμπτη έννοια. Ο ορισμός μιας κακοποιητικής συμπεριφοράς αλλάζει σύμφωνα με το κοινό αίσθημα της εκάστοτε εποχής, ενώ κάποιες μορφές κακοποίησης (π.χ. ψυχική) ίσως έχουν και υποκειμενικό χαρακτήρα. Οι αθλήτριες της δικής μου γενιάς εκλάμβαναν την πιεστική συμπεριφορά του εν λόγω προπονητή ως αναγκαίο κακό προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της κατάκτησης πρωταθλήματος και μεταλλίων (ή μάλλον δαχτυλιδιών), ενώ αντιμετώπιζαν με χιούμορ τα «χλιαρά αστεία» του και την έλλειψη «κατάλληλων τρόπων και κοινωνικών δεξιοτήτων». Οι επόμενες γενιές, ωστόσο, εκλάμβαναν την ίδια συμπεριφορά ως ανάρμοστη, παραβιαστική και κακοποιητική. Τελικά, ανεξάρτητα από τη νομική έκβαση της υπόθεσης, αν οι κοπέλες ένιωσαν ότι ήταν δέκτες κακοποιητικής συμπεριφοράς, τότε βίωσαν κακοποίηση.

Και τώρα στη μεγάλη εικόνα. Στην Ελλάδα του 2021, συμβαίνει το εξής παράδοξο. Σύμφωνα με επίσημες έρευνες, οι περισσότεροι Ελληνες αισθάνονται αρκετά ικανοποιημένοι με την πρόοδο που έχει κάνει η χώρα τους τα τελευταία χρόνια στο θέμα της ισότητας των φύλων. Ταυτόχρονα όμως, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην τελευταία θέση ανάμεσα σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο θέμα της ισότητας των φύλων (προσμετρώντας τους παράγοντες: υγεία, εργασία, χρηματικές απολαβές, συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων, μόρφωση, χρόνος και έμφυλη βία). Οπως λένε και στην Αμερική, «τα ψάρια δεν ξέρουν ότι βρίσκονται μέσα στο νερό».

Εχοντας μελετήσει επιστημονικά το ζήτημα της ισότητας των φύλων στην Ελλάδα, θα υπογράμμιζα την αναγκαιότητα των ακόλουθων βημάτων ώστε να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος, στον απόηχο και του ελληνικού κινήματος #metoo.

Πρώτον: καλύτερη εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Αν και αυτή τη στιγμή το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά στην αντιμετώπιση της έμφυλης βίας στην Ελλάδα θεωρείται αρκετά σύγχρονο και προοδευτικό, στην πράξη χωλαίνει. Για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του, απαιτείται πρωτίστως πολιτική βούληση, ώστε να διασφαλιστούν οι απαιτούμενοι πόροι, να επιμορφωθούν οι εργαζόμενοι σε θέσεις καίριας σημασίας (εκπαιδευτικοί, αστυνομικοί, κ.λπ.), και να υπάρξει η κατάλληλη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση όλων των πολιτών. Αφενός, τα θύματα είναι πολύ πιο πιθανόν να καταγγείλουν περιστατικά βίας όταν έχουν εμπιστοσύνη στους θεσμούς και δεν φοβούνται τον κοινωνικό στιγματισμό και την κατακραυγή. Αφετέρου, η δίκαιη και αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών από τις Αρχές αντικατοπτρίζει ένα κράτος δικαίου.

Δεύτερον: περισσότερες γυναίκες στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Σίγουρα δεν είναι όλες οι γυναίκες σε θέσεις ευθύνης εμπνευσμένες ηγέτιδες με ακέραιους χαρακτήρες. Ομως, όταν ένα σύστημα προωθεί και αναδεικνύει συστηματικά τα ικανότερα άτομα βάσει ξεκάθαρων κριτηρίων και διαφανών διαδικασιών, προκύπτει και πιο ισορροπημένη εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών. Και όταν αυτό συμβαίνει, τα νεαρά κορίτσια, δηλαδή τα συνηθέστερα θύματα έμφυλης βίας, έχουν μεγαλύτερη πίστη ότι μπορούν να βρουν το δίκιο τους σε περίπτωση που θυματοποιηθούν, και άρα τους είναι πιο εύκολο να μιλήσουν για αυτό. Επιπλέον, οι πιθανότητες να κακοποιηθούν από ανωτέρους τους είναι στατιστικά χαμηλότερες, δεδομένου ότι οι δράστες είναι στην πλειοψηφία τους άντρες. Τέλος, έχοντας επιτυχημένες γυναίκες ως πρότυπα δημιουργείται ταύτιση και καλλιεργείται η φιλοδοξία και στα κορίτσια να φτάσουν ψηλά.

Τρίτον: υπευθυνότερη διαπαιδαγώγηση των αγοριών. Το ερώτημα προς απάντηση δεν είναι «γιατί βιάζονται τα θύματα» αλλά «γιατί οι βιαστές βιάζουν». Τόσο οι δημόσιες πολιτικές όσο και ο δημόσιος διάλογος πρέπει να εστιάσουν στη συμπεριφορά των ίδιων των θυτών μιας αξιόποινης πράξης, ώστε να υπάρξει κατά το δυνατόν σωφρονισμός, και κυρίως πρόληψη. Εφόσον οι θύτες είναι ως επί το πλείστον άντρες, η ανατροφή και η κοινωνικοποίηση των αγοριών (μέσω οικογένειας, εκπαίδευσης, κ.λπ.) έχει μείζονα σημασία. Γιατί, όταν όλα τα αγόρια μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι και οι άντρες κλαίνε, μπορούν να είναι στοργικοί σύντροφοι και πατέρες και έχουν ίση ευθύνη για τις δουλειές του σπιτιού, τότε δεν θα χρειάζεται μια μέρα να πουν στις κόρες τους να προσέχουν να μην τις βιάσουν.

#ΜετηΣοφία λοιπόν, και στα μεγάλα και στα μικρά, και στο τώρα και στο μετά.
 
* Η κ. ​​​​​​Κατερίνα Γλυνιαδάκη είναι διδάκτωρ και ερευνήτρια στις κοινωνικές επιστήμες και πρώην διεθνής παίκτρια μπάσκετ.