ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ο Παύλος Σάμιος βρίσκεται πλέον στο «Καφέ Παράδεισος»

Ο Παύλος Σάμιος βρίσκεται πλέον στο «Καφέ Παράδεισος»

Ο  Παύλος Σάμιος, που έφυγε τόσο απρόσμενα, σε ηλικία 73 ετών, ήταν ένας άνθρωπος απλός, μεστός, ευγενικός. Δεν μιλούσε για τον εαυτό του. Δεν χρειαζόταν να το κάνει. Μιλούσαν η πορεία του, το έργο του και, κυρίως, η συμπεριφορά του.

Από τους πολύ σημαντικούς εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, αγάπησε και αφιερώθηκε τόσο στην παραδοσιακή ζωγραφική όσο και στην αγιογραφία.

Ενας καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης, που άκουσε, είδε και έμαθε πολλά δίπλα στον Νικολάου, στον Μόραλη, στον Τσαρούχη, στον Χατζιδάκι.

Με προσλαμβάνουσες από τις συζητήσεις, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς αυτής της ξεχωριστής παρέας της διανόησης και της τέχνης που σύχναζε στον «Μαγεμένο Αυλό» στην πλατεία Προσκόπων, ανέπτυξε τις δικές του αναζητήσεις, και στην πορεία άνοιξε τους δικούς του ορίζοντες. «Ημουν μεταξύ μοντερνιτέ και Βυζαντίου. Και ο Χατζιδάκις κι ο Τσαρούχης με ξεμπλόκαραν. Μας μεγάλωσαν στην ελληνική πραγματικότητα», έλεγε.

Μιλούσε συχνά για το πώς ξεκίνησε. Για το πώς ο πατέρας του, που είχε ένα τσαγκαράδικο, τον έστελνε μικρό παιδί, μαθητή ακόμα στο δημοτικό, να πηγαίνει έξω από το κατάστημα υποδημάτων του Σεβαστάκη, να σχεδιάζει τα παπούτσια που βρίσκονταν στη βιτρίνα, και πώς στη συνέχεια επέστρεφε και τον βοηθούσε να κατασκευάζει παπούτσια για γυναίκες που είχαν πρόβλημα με τα πόδια τους.

Ετσι ξεκίνησε και η «σχέση» του με τις γόβες, τις οποίες στη συνέχεια συναντάμε σε δεκάδες έργα του.

Η πορεία αυτού του μικρού παιδιού, γιου τσαγκάρη σε μια λαϊκή συνοικία, που μπήκε πρώτος στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών –όπου στη συνέχεια δίδαξε ως καθηγητής– και έφθασε να ζήσει στο Παρίσι, ήταν μια πορεία όχι εύκολη.

Στην Πόλη του Φωτός έζησε για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια –οι κόρες του από τον πρώτο του γάμο, η Πανδώρα και η Αφαία, ζουν στο Παρίσι–, εργάσθηκε εξοντωτικά, άρχισε να δημιουργεί το δικό του προσωπικό ύφος, αλλά, τελικά, επέστρεψε στην Ελλάδα, στις ρίζες του, όπου και καταξιώθηκε.

Αντλούσε εικόνες από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, αλλά και τη σύγχρονη Ελλάδα. Στα έργα του είναι έντονα τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης, που συνυπάρχουν με αναφορές και σε άλλα ρεύματα, ακόμη και στη μοντέρνα παρισινή τέχνη. Μιλούσε με δέος για τις αγιογραφίες και χρησιμοποίησε την τεχνική του fresco σε πολλές μικρές εκκλησίες.

Αγαπούσε τη θάλασσα. Ενιωθε άλλος άνθρωπος κάθε φορά που πήγαινε στην αγαπημένη του Αίγινα. Ενα από τα καφενεία που συναντάμε στα έργα του βρίσκεται στον δρόμο μπροστά στο λιμάνι. Μέχρι πρόσφατα το επισκεπτόταν με φίλους.

Περνούσε αρκετό χρόνο, αν και όχι όσο θα ήθελε, στο σπίτι του στον Μεσαγρό, έναν ζεστό χώρο που ξεχείλιζε από τέχνη και γούστο. Οι πέτρινοι τοίχοι και η κληματαριά σε απόλυτη αρμονία με τη φύση, το χώμα, το πράσινο, που το περιέβαλαν.

Εκεί, με τη γυναίκα του Μαρία, τα παιδιά τους –τελευταία και τα εγγόνια– και τους φίλους του που με τόση χαρά φιλοξενούσε, αλλά και τα σκυλιά τους, τη Μοχίτα και την Τσουπίτα, την Τέσα και τον Χαμπίμπι, ο Παύλος ήταν η ψυχή της παρέας. Και όταν οι άλλοι έφευγαν και έμενε μόνος, ζωγράφιζε.

Αναρριχήθηκε στον χώρο του πολιτισμού, αλλά κράτησε πάντα μέσα του ζωντανές τις εικόνες από τη λαϊκή συνοικία του Ταύρου όπου μεγάλωσε, όπου έπαιξε σαν παιδί, εκεί που τον συντρόφευε το ραδιόφωνο στο οποίο άκουγε ειδήσεις, αλλά και την Αΐντα.
Αθόρυβα, αλλά σταθερά, σε μια πορεία δεκαετιών, έκανε πράξη την προτροπή του Μόραλη: «Μελέτησέ τα και προχώρα παραπέρα». Και έτσι αναδείχθηκε το προσωπικό του στυλ, με τα χρώματα, τη γεωμετρία, τα γυναικεία σώματα, τα καφενεία…

Στη διάρκεια μισού αιώνα ενασχόλησης με τη ζωγραφική, πραγματοποίησε 70 ατομικές εκθέσεις, ενώ συμμετείχε και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. 

Με τεράστιο έργο, από τις γυναικείες γόβες και τις γυμνές γυναίκες μέχρι το τρανζίστορ, και από τα σπασμένα γλυπτά και το Βυζάντιο μέχρι τα καφενεία, ο Σάμιος αφήνει το δικό του διακριτό στίγμα στη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική, που έχασε έναν από τους τελευταίους σημαντικούς εκπροσώπους της.

Αλλά για το ζωγραφικό του έργο, με την ποιητική διάθεση και ταυτόχρονα μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση, και για το πώς αναδείκνυε με τη δική του πινελιά την ομορφιά της καθημερινότητας, τον λόγο έχουν οι ειδήμονες.

Οπως ανέφερε και η υπουργός Πολιτισμού, είτε απεικόνιζε στον καμβά πρόσωπα, είτε το γυναικείο σώμα, είτε χώρους, τους χάριζε προσωπικότητα και όγκο που ξέφευγαν από τις δύο διαστάσεις του κάδρου. Και, όντως, βρίσκεται πλέον στο «Καφέ Παράδεισος», όπως είχε ονομάσει την τελευταία του έκθεση.

Τον στενοχωρούσε ότι τα τελευταία χρόνια η κρίση είχε οδηγήσει στον περιορισμό του ενδιαφέροντος για τα έργα τέχνης. Ηρθε η τελευταία του έκθεση στην γκαλερί Σκουφά –με μια σειρά έργων για τα καφενεία, χώρο ξεγνοιασιάς και οικειότητας και αγαπημένο του θέμα με το οποίο είχε καταπιαστεί και τη δεκαετία του ’80 στο Παρίσι– και ανέτρεψε αυτή την αρνητική εξέλιξη. Είχε τεράστια επιτυχία. Ολα τα έργα «έφυγαν».

Το αναζωογονημένο ενδιαφέρον του κοινού τον γέμιζε αισιοδοξία, όχι μόνο για τους δικούς του πίνακες, αλλά για τον χώρο της τέχνης γενικότερα. Ταυτόχρονα, δεν έκρυβε τη λύπη του για το γεγονός ότι σε μια στιγμή που υπήρχε και πάλι ζήτηση και ο ίδιος είχε μεγάλη όρεξη να ζωγραφίσει, να δημιουργήσει, δυστυχώς δεν μπορούσε, γιατί πονούσε. Και πονούσε πολύ.

Ο Παύλος Σάμιος δεν ήταν μόνον ένας σημαντικός καλλιτέχνης. Ηταν και ένας εξαιρετικός άνθρωπος, σύντροφος και πατέρας. Σεμνός, ουσιαστικός, ευχάριστος και δοτικός. Ενας κοσμοπολίτης χαμηλών τόνων, ευγενής, με αφοπλιστική γλυκύτητα στον λόγο του.

Αφήνει πίσω του ένα πλούσιο και αναγνωρίσιμο έργο, αλλά και βαθιά θλίψη σε όσους είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε και στην πορεία να τον νιώσουμε δικό μας. Ενας σπάνιος χαρακτήρας και σπουδαίος φίλος.