ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η οδύσσεια δύο κεφαλών μέχρι τον επαναπατρισμό

Οι άγνωστες πτυχές ενός θρίλερ αρχαιοκαπηλίας με αίσιο τέλος

Η οδύσσεια δύο κεφαλών μέχρι τον επαναπατρισμό

Eνα παλαιότερο ρεπορτάζ της «Κ», που αναφερόταν στον επαναπατρισμό μιας αρχαίας κεφαλής υπό άκρα μυστικότητα, κέντρισε τόσο πολύ το ενδιαφέρον του αρχαιολόγου Αγγελου Ζαρκάδα που θέλησε να το ερευνήσει περαιτέρω. Η αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών γύρω από εκείνη την κεφαλή, που είχε εντοπιστεί στην Αμερική, έμελλε να φέρει στην επιφάνεια μια άλλη, άγνωστη μέχρι σήμερα, ιστορία: μια άλλη κεφαλή, που είχε κλαπεί από το ίδιο μέρος, είχε επίσης καταλήξει –ίσως από το ίδιο δίκτυο– σε μια ιδιωτική συλλογή. Αυτή τη φορά όμως πιο κοντά στον τόπο του εγκλήματος: στην Ελλάδα. Η ιστορία δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες από τον κ. Ζαρκάδα σε ένα δίτομο αφιέρωμα του Μουσείου Μπενάκη στη μνήμη του Γιώργου Δεσπίνη, αρχαιολόγου και ερευνητή που το 1966 είχε φωτογραφίσει τις δύο κεφαλές μαζί με άλλα ευρήματα της συλλογής Λιοπεσίου στην οποία ανήκαν. Η εν λόγω συλλογή για χρόνια φυλασσόταν στους χώρους του 1ου Δημοτικού Σχολείου Παιανίας (εξ ου και συχνές αναφορές στη βιβλιογραφία ως η Συλλογή του Σχολείου). Αρχικά είχαν τοποθετηθεί σε μια σχολική αίθουσα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην αποθήκη, γιατί το σχολείο χρησιμοποιούνταν από τους Γερμανούς για αποθήκευση τροφίμων. Στις αρχές του 1967, ένα χρόνο αφού είχαν φωτογραφηθεί, άγνωστοι εισέβαλαν και έκλεψαν το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής – συμπεριλαμβανομένων και των δύο κεφαλών. Η πορεία αλλά και η τύχη των αντικειμένων αυτών ήταν για χρόνια άγνωστη.

Η πρώτη ταυτοποίηση

Τριάντα χρόνια αργότερα, ένας Γερμανός καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας, μελετώντας τις κεφαλές εκείνης της περιόδου, έκανε την πρώτη ταυτοποίηση. Ανακάλυψε πως μία από τις κλεμμένες κεφαλές είχε ταξιδέψει, άγνωστο πώς, από το Λιόπεσι στη Νέα Υόρκη όπου είχε καταλήξει σε μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές αρχαιοτήτων στον κόσμο, τη συλλογή Λίβι-Γουάιτ. Οταν το 1990 η κεφαλή φιλοξενήθηκε σε μια έκθεση του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης, φωτογραφήθηκε για τον κατάλογο και έτσι ο Γερμανός καθηγητής μπόρεσε να τη δει και να την ταυτοποιήσει.

Το ζευγάρι των συλλεκτών, ο πολυεκατομμυριούχος Λέον Λίβι και η σύζυγός του Σέλμπι Γουάιτ, λάτρεις της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης, είχε ιδιαίτερη επαφή με την Ελλάδα, κυρίως λόγω της στενής σχέσης που είχε αναπτύξει με το διάσημο ζευγάρι αρχαιοπωλών Σάιμς και Μιχαηλίδη. Οταν ενημερώθηκαν από τον Γερμανό αρχαιολόγο για την προέλευση της κεφαλής, δέχθηκαν να την επιστρέψουν στην Ελλάδα, όμως με έναν όρο: να μη λάβει καμία δημοσιότητα ο επαναπατρισμός. Και πράγματι, τον επόμενο χρόνο επέστρεψε κάτω από άκρα μυστικότητα, και ίσως η συμφωνία που είχε γίνει ήταν και ο λόγος που δεν κατέληξε στο Μουσείο της Βραυρώνας όπου εκτίθεται πλέον η υπόλοιπη συλλογή Λιοπεσίου. Η κεφαλή βρίσκεται ακόμα και σήμερα στην αποθήκη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Το ρεπορτάζ της «Κ» του 2008 με τίτλο «Αρχαιοκαπηλία με ονοματεπώνυμο και στυλ», παρότι εστίαζε στον επαναπατρισμό δύο άλλων –γνωστότερων– αντικειμένων από την ίδια συλλογή Λίβι-Γουάιτ, αναφερόταν και σε εκείνη τη μέχρι τότε άγνωστη ιστορία επαναπατρισμού της κεφαλής. Αυτή ήταν η ιστορία που κίνησε την περιέργεια του αρχαιολόγου Ζαρκάδα και θέλησε να ανατρέξει και ο ίδιος στις πηγές που οδήγησαν στην ταυτοποίηση της κεφαλής: στο Ελληνικό Αρχαιολογικό Δελτίο του 1926 και στον κατάλογο του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης. 

Οπως γράφει στην πρόσφατη δημοσίευσή του, ανοίγοντας το δελτίο τον περίμενε μια έκπληξη. Δεν είχε όμως να κάνει με τις φωτογραφίες της κεφαλής που είχε ήδη επιστραφεί, αλλά με τη φωτογραφία στην αμέσως επόμενη σελίδα. Εκεί, αναγνώρισε μια άλλη, πολύ γνωστή σε εκείνον, μαρμάρινη κεφαλή. «Η εικόνα του αντικειμένου αντιστοιχούσε σαφώς στη μαρμάρινη κεφαλή του Μουσείου Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου, γεγονός που επιβεβαίωναν εξάλλου τόσο οι κοινές διαστάσεις όσο και η παρατήρηση επιμέρους λεπτομερειών του γλυπτού». Ηταν σαφές πως το συγκεκριμένο έργο, μετά την κλοπή το 1967, περιήλθε παράνομα στο εμπόριο αρχαιοτήτων και, από εκεί, στην ιδιωτική συλλογή του ζεύγους Κανελλοπούλου. Αγνωστο παραμένει το πώς ή το πότε ακριβώς συνέβη αυτό, πάντως σίγουρα πριν από το 1972 που η συλλογή δωρίστηκε στο Δημόσιο.

Η τρίτη κεφαλή

Οι δύο κεφαλές δεν είναι τα μοναδικά κλεμμένα αρχαία από τη συλλογή Λιοπεσίου. Ο ίδιος ο Δεσπίνης είχε εντοπίσει μια τρίτη κλεμμένη κεφαλή. Οπως είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του, με τη βοήθεια της Ιντερπόλ είχε εντοπιστεί στην Ελβετία, ενώ μετά την επιστροφή της συνειδητοποίησαν με έκπληξη πως είχε ακόμα επάνω της τον αριθμό του ελληνικού ευρετηρίου. Εκτός από τις τρεις κεφαλές, υπάρχει και η επιτύμβια στήλη του Ευθεσίωνος του Παλληνέως. Σήμερα, το κάτω μέρος βρίσκεται στο Μουσείο της Βραυρώνας και το επάνω και μεγαλύτερο κομμάτι, που είχε κλαπεί, βρίσκεται στο Μουσείο της Βασιλείας. 

Την ταύτιση (και τη φωτογραφική ένωση) είχε κάνει και πάλι ο Δεσπίνης το 1971. Εχοντας φωτογραφίσει παλαιότερα –και πριν κλαπεί– τη συλλογή, αναγνώρισε σε μια ελβετική δημοσίευση το κλεμμένο κομμάτι. Σήμερα παρότι δεν αμφισβητείται η προέλευση της στήλης, το μνημείο παραμένει ακόμα χωρισμένο στα δύο μουσεία – αν και το ελβετικό μουσείο ζήτησε και έλαβε εκμαγείο τού κάτω μέρους και την εκθέτει τώρα συμπληρωμένη. «Αυτό που θέλω ως αρχαιολόγος είναι να γυρίσουν πίσω, γιατί ασφαλώς είναι προϊόντα αρχαιοκαπηλίας», είχε δηλώσει τότε ο Δεσπίνης.