ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο ρατσισμός «εξατμίζεται» στις κατσαρόλες

Το αφιέρωμα του «Γαστρονόμου» στην κουζίνα των Ελλήνων Ρομά ως πολιτική επιλογή

Ο ρατσισμός «εξατμίζεται» στις κατσαρόλες

Eνα μεσημέρι πριν από κάμποσα καλοκαίρια, στο εξοχικό μας στην Yδρα, έκαναν φτερά κάτω από τη μύτη μας οι μπρούντζινες χελώνες από τα φωτιστικά του κήπου. Υστερα από λίγες ώρες, όταν συνειδητοποιήσαμε τι συνέβη, αποκαρωμένοι από τον αργοσαρωνικό καύσωνα όμως με οδύσσεια πονηριά, τα βρήκαμε στο λιμανάκι του χωριού μας σε ένα μεγάλο μπόγο με σαβούρα και καλά πράγματα που φρουρούσε μια γηραιά τσιγγάνα, όσο οι νεότεροι της σπείρας συνέχιζαν την αποψίλωση σε άλλες ρούγες. Η επιχείρηση έληξε ανεπιτυχώς, όχι όμως εντελώς άδοξα: με μια γκλοριόζα, οπερετικών προδιαγραφών φασαρία, οι θύτες σχεδόν σκέπασαν τη δίκαιη οργή των θυμάτων.

Ορίστε, το έγραψα δημοσίως: μάς έχουν κλέψει κι εμάς Ρομά. Να δημοσιοποιηθεί όμως και τούτο: μας έχουν κλέψει άλλες δύο φορές μπαλαμοί. Ποιο περιστατικό, λέτε, μνημονεύουμε; Μα αυτό στο οποίο πρωταγωνιστές είναι οι μαυριδεροί με τα πολύχρωμα κουρέλια, θέλει και ρώτημα; Είναι πιο πικάντικο στόρι. Οι μπαλαμοί είναι σαν κι εμάς, ενώ οι Ρομά είναι οι εξωτικοί επικίνδυνοι.

Οι Ρομά ανέκαθεν συνωνυμούσαν με την παρανομία· αυτή είναι η επικρατούσα αντίληψη. Μια ομογενοποιημένη γενίκευση, προϊόν κοινωνικής τυφλότητας και πολιτικής ανεπάρκειας. Μπορεί να είναι αδιαμφισβήτητα σκληρή, μαύρη και εκτός ορίων η ζωή π.χ. στη Νέα Ζωή Ασπροπύργου, όμως είχαν ποτέ στα αλήθεια οι Ελληνες Τσιγγάνοι ίδιες ευκαιρίες με εμάς; Η περιθωριοποίηση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαθλίωση και συχνότατα στην παραβατικότητα.

Η Νέα Ζωή, όμως, έτσι κι αλλιώς πόρρω απέχει από το να είναι ο κανόνας, όσο και αν ο στερεοτυπικός δημόσιος λόγος δηλητηριάζει αφεύκτως το συλλογικό φαντασιακό με αυτή την αντίληψη. Οι δημοσιογράφοι φέρουμε ευθύνη γι’ αυτό. Το κερασάκι: έχουμε δει συγκαιρινούς μας πολιτικούς να καταφέρονται εναντίον των Ρομά, συσπειρώνοντας γύρω τους φλογερούς εθνικιστές. Για σκέψου: ολόκληρες κοινότητες ανθρώπων ματαιωμένες από τους εκλεγμένους με δημοκρατικές διαδικασίες άρχοντες του τόπου, παραδομένες στη λύσσα της μισαλλοδοξίας όσων πιστεύουν ότι έχουν την πλήρη κυριότητα της ελληνικής κληρονομιάς, ότι τους ανήκει κάθε τετραγωνικό εκατοστό αυτού του τόπου, κάθε σπιθαμή της ιστορίας του. Τέτοιες νοοτροπίες, τέτοιες συμπεριφορές είναι συμπτώματα ηθικής και πολιτικής παρακμής.

Κάτι ωστόσο φαίνεται να αλλάζει. Η ιστορική συγκυρία είναι μοναδική: κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες ορθώνουν το ανάστημά τους, δυναμώνουν τη φωνή τους, ζητούν την ένταξή τους με ίσες ευκαιρίες και δικαιώματα στην κοινωνία. Την ένταξή τους, όχι την αφομοίωσή τους. Τα αυτονόητα δηλαδή. Τα όχι και τόσο αυτονόητα.

Το θέμα με τους Τσιγγάνους στον «Γαστρονόμο», που κυκλοφορεί σήμερα με την πλήρη έκδοση της «Κ», είναι μια πολιτική επιλογή. Και μια συμβολική άσκηση αυτογνωσίας, μια πρώτη απόπειρα να δούμε τη μεγάλη, την ολοκληρωμένη εικόνα, κάτι που αποκαλύπτει τη μάλλον μυωπική μας αντίληψη για την ελληνική κουζίνα.

Στη νέα ιστορική πίστα, όλες οι μικροκοινωνίες της μεγάλης κοινωνίας μας, όλες οι πολιτισμικές ομάδες, όλες οι φάρες και όλες οι φυλές θα έχουν θέση στο ίδιο τραπέζι. Οι Ελληνες Τσιγγάνοι θα είναι και αυτοί εκεί, μαζί μας. Ας στρώσουμε το τραπέζι και ας ξεκινήσουμε την κουβέντα μαζί τους πάνω από ένα πιάτο αχνιστό φαγητό. Καιρός ήταν.