ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Tι προσδοκούμε από το δικό μας #MeToo

ti-prosdokoyme-apo-to-diko-mas-metoo-561264898

«Στα πρώτα μου βήματα στο θέατρο αντιμετώπισα προσκλήσεις και το δίλημμα να ενδώσω ή όχι σε αυτές. Επέλεξα να αντισταθώ και πλήρωσα το κόστος. Παρ’ ολίγον να εγκαταλείψω το θέατρο από το καψόνι που υπέστην», εξομολογείται στην «Κ» η ηθοποιός και πρώην υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου. Ηθελε μαζί με τον προβληματισμό της γύρω από το ελληνικό #MeToo να μοιραστεί και την προσωπική της εμπειρία, για την οποία όμως προτίμησε να μην πει περισσότερα. 

Η Λυδία Κονιόρδου, η καθηγήτρια Οικονομικών Αντιγόνη Λυμπεράκη και η καθηγήτρια Ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του θέματος, συνεισφέροντας ουσιαστικά στη συζήτηση που έχει ανοίξει. Οι επώνυμες καταγγελίες που συγκλονίζουν την ελληνική κοινωνία τις τελευταίες ημέρες, πυροδοτούν θυμό, αλλά γεννούν και πολλά ερωτήματα. 

Προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε το ελληνικό #MeToo, να δούμε τις συνθήκες που το γέννησαν, να καταγράψουμε τα χαρακτηριστικά του, αλλά και να σκεφτούμε τι προσδοκίες έχουμε από αυτό.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ*

«Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»

ti-prosdokoyme-apo-to-diko-mas-metoo0

«Μήπως έκανα κάτι λάθος;», «Μήπως άθελά μου το προκάλεσα;», «Mήπως δεν είμαι ικανή, ικανός, να αρνηθώ», «Μήπως ο ρόλος μου είναι να δέχομαι αδιαμαρτύρητα όσα η εξουσία, η όποια εξουσία, μου επιτάσσει;», «Μήπως βαθιά το επιθύμησα;», «Να εκδικηθώ; Το αντέχω;», «Kι αν το καταγγείλω; Ποιος θα με πιστέψει; Πώς θα αντέξω τη μοναξιά, τη χλεύη, την απαξίωση;»

Tο #MeToo μας εξοικειώνει, ή τουλάχιστον θα όφειλε να το κάνει, με βασανιστικά ερωτήματα που στοιχειώνουν το μυαλό ενός θύματος. Αναρωτιέμαι εάν όλος αυτός ο φωταγωγημένος και θορυβώδης καταιγισμός στα social media κατάφερε να ευαισθητοποιήσει το κοινό γύρω από τις σημασίες τoυ βιασμού.

Ο χρόνος παγώνει. Κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές, κρίσεις πανικού εγκλωβίζουν το θύμα στη σιωπή μιας φυλακής. Iδίως αν είσαι έφηβος σε αναζήτηση μιας ταυτότητας, σαν σκιά ένα ερώτημα σε συνοδεύει: «Ποιος, ποια είμαι τελικά; Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος εαυτός που με κατοικεί». Σε κάποιες ευτυχείς στιγμές, η φυλακή αρχίζει να γκρεμίζεται. Συνέβη με τη Σοφία Μπεκατώρου. Μίλησε. Ακολούθησαν κι άλλες, κι άλλοι. Ακούστηκε η φωνή τους: «Δεν ταυτίζομαι με τον ρόλο του θύματος», «είμαι», «υπάρχω», «με διεκδικώ».

Η αίσθηση μιας ευφρόσυνης δικαίωσης κυριάρχησε. Ηλθε ίσως η εποχή να πάψει o βιασμός να είναι το μόνο έγκλημα στον κόσμο όπου το θύμα στοχοποιείται περισσότερο από τον θύτη. Ας μη γελιόμαστε όμως. Βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες ζωής αντιστρατεύονται κάθε υποψία αλλαγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ενδοοικογενειακή σεξουαλική κακοποίηση. Οταν η ίδια η μάνα, για να προστατευθεί ο μύθος της Αγίας Οικογένειας, επιβάλλει στην κόρη τον νόμο της σιωπής. Για να διαιωνισθεί ανενόχλητη μια τάξη πραγμάτων που πάνω απ’ όλα οφείλει να παραμένει αδιατάρακτα ίδια. Πόσοι θεσμοί δεν λειτουργούν σήμερα ως Αγιες Οικογένειες;

Πόσο ευάλωτο είναι εντέλει το #MeToo; Σε ποιο βαθμό η κοινωνία του θεάματος με τη συμβολή των social media συρρικνώνει το κίνημα σε διαφημιστικό σλόγκαν, αδειάζοντάς το από την καταγγελτική του δύναμη; Χιούμορ, χαχανητά και αστειάκια, π.χ., για τους άνδρες παλαιάς και νέας κοπής (και όχι μόνον) διανθίζουν για λίγο την άβυσσο.

Ταυτόχρονα, ο αστείος διαχωρισμός κακών και δόλιων αρσενικών, από τη μία μεριά, και αθώων, αγγελικά πλασμένων, γυναικών, από την άλλη, ευτελίζει και τους δυο. Οι υπερβολές της πολιτικής ορθότητας δεν παύουν να αγγίζουν το όριο μιας γραφικής καρικατούρας. Η κατάτμηση του κόσμου σε καταγγέλλοντες και καταγγελλόμενους υπονομεύει το νόημα του #MeToo. Οταν «υπαινικτικά βλέμματα» ή εκδηλώσεις φιλοφροσύνης τείνουν να προσλαμβάνονται ως πράξεις βίας, τότε η πραγματική βία αδειάζει από τη φρίκη της καθώς μπαίνει στον ίδιο κουβά με μιαν αδιευκρίνιστη και θολή «σεξουαλική παρενόχληση».

Υστερόγραφο: Οταν ανήλικα κορίτσια και ανήλικα αγόρια φέρεται να είναι θύματα άγριας σεξουαλικής και ηθικής κακοποίησης, τότε το κίνημα καταγγελίας παίρνει μιαν άλλη δραματική διάσταση. Οι λέξεις φτάνουν στα όριά τους. Η σεξουαλικότητα γίνεται πρόσχημα για την απανθρωποποίηση, για το άδειασμα του άλλου από την ανθρωπινή υπόστασή του. Ο ευτελισμός του σώματος, η χειραγώγηση της ψυχής μικρών παιδιών συνιστά μια μακάβρια άσκηση ναρκισσιστικής παντοδυναμίας. Αναρωτιέσαι μαζί με τον Primo Levi «Eάν αυτό είναι ο άνθρωπος».

Tι θα μείνει απ’ όλα αυτά όταν ο θόρυβος καταλαγιάσει; Πέρα από τον θάνατο και την καταστροφή κουβαλάμε μέσα μας τις ενορμήσεις του έρωτα και της ζωής. Αν στοιχηματίσουμε στην ιαματική τους δύναμη, το #MeToo, ανεξάρτητα από την έκβαση του στοιχήματος, θα έχει δικαιώσει την ύπαρξή του.

* Η κ. Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας, συγγραφέας.

ΛΥΔΙΑ ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ*

Παρ’ ολίγον να εγκαταλείψω το θέατρο…

ti-prosdokoyme-apo-to-diko-mas-metoo2

Δεν υπάρχει κάποιος υγιώς σκεπτόμενος σύγχρονος άνθρωπος που να μην καταδικάζει την έμφυλη βία, τον ρατσισμό, την ομοφοβία, την κατάχρηση εξουσίας. Συγκλονισμένη μέσα στον ορυμαγδό των καταγγελιών, προσπαθώ να σταθώ ψύχραιμη μπροστά στο φαινόμενο και να διακρίνω τις αιτίες που δημιουργούν θύματα και θύτες. Στα πρώτα μου βήματα στο θέατρο αντιμετώπισα προσκλήσεις και το δίλημμα να ενδώσω ή όχι σε αυτές. Επέλεξα να αντισταθώ και πλήρωσα το κόστος. Παρ’ ολίγον να εγκαταλείψω το θέατρο από το καψόνι που υπέστην. Εμαθα όμως στην πράξη, εκτός από το να λέω όχι, να φεύγω εγκαίρως, αναζητώντας αυτό που πιστεύω και παίρνοντας το ρίσκο να χάσω τα κεκτημένα και να αρχίσω από την αρχή. Ευτυχώς η ζωή φάνηκε γενναιόδωρη στις επιλογές μου, όμως αυτό δεν ήταν αυτονόητο και τίποτα δεν μου χαρίστηκε. Ας μου επιτραπεί να κάνω μια μικρή αναδρομή.

Στο παρελθόν, πριν μπουν κάποιες προϋποθέσεις όπως η παιδεία και ο καθορισμός των εργασιακών σχέσεων, στο θέατρο υπήρχε χώρος για πάσης φύσεως ασυδοσία. Δεν θα ξεχάσω το 1974 στη Βόρεια Ελλάδα, στη διάρκεια περιοδείας της Ασπασίας Παπαθανασίου, την απογοήτευση μιας γυναίκας σε ταβέρνα όταν της είπα ότι δουλεύω στο θέατρο. Μου απάντησε «ε, δεν πειράζει, δουλειά να υπάρχει». Μετά μπήκαν κάποιοι κανόνες –εκπαίδευση, συμβάσεις εργασίας–, που περιόρισαν την αυθαιρεσία και την ανασφάλεια στον χώρο. Η κατάργηση της άδειας εργασίας στα τέλη του ’70, παρά τις αρχικές αγαθές προθέσεις, έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα. Υπονόμευσε την απαραίτητη προϋπόθεση της εκπαίδευσης και την αξιοπρέπεια στο επάγγελμα.

Παράλληλα, η εδώ και δεκαετίες συνεχιζόμενη αμέλεια της πολιτείας να δημιουργήσει σοβαρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς επέτρεψε σε κάποιους κακούς εργοδότες να υποχρεώνουν κυρίως νέους ηθοποιούς να υπογράφουν εικονικά συμβόλαια, να μην τηρείται η σύμβαση εργασίας. Ηταν κοινό μυστικό. Η κρίση ήρθε να οδηγήσει στην πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και να καταστήσει τους ηθοποιούς ακόμη πιο τρομοκρατημένους και ευάλωτους σε πρακτικές που τώρα βλέπουμε να βγαίνουν στο φως. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και σωστοί εργοδότες, που όλοι γνωρίζουμε, οι οποίοι τηρούσαν τον νόμο, όπως και συνάδελφοι που έκαναν τη δική τους αντίσταση στον εκβιασμό με προσωπικό κόστος. Ολοι αυτοί, επί χρόνια, προστάτευαν την αξιοπρέπεια του χώρου μας σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Με την πρακτική τους και το φωτεινό τους παράδειγμα έδειχναν ότι η υποδούλωση στον φόβο δεν είναι μονόδρομος.

Σήμερα είναι κατανοητή η αυξανόμενη ανασφάλεια, ειδικά αυτή την εποχή που κανείς δεν ξέρει τι θα έχει μείνει όρθιο όταν θα επιστρέψουμε από την πανδημία. Αυτό που λέω πάντα στον εαυτό μου και στους μαθητές μου όταν συζητάμε είναι ότι ο φόβος ξεκινάει από μια υπαρκτή αιτία, όμως διογκώνεται αφύσικα όταν καθένας από εμάς είναι απομονωμένος από τους υπόλοιπους. Στον χώρο μας υπάρχουν πολλές επιλογές εάν κάποιος σου κλείσει την πόρτα επειδή δεν ενέδωσες. Σε θέματα ηθικής και αξιοπρέπειας, δεν πιστεύω ότι ισχύουν μαύρες λίστες. Αυτό υπονοείται μόνον από όσους θέλουν να επιβάλουν την εξουσία τους στον αδύναμο. Υπάρχουν παραδείγματα συναδέλφων που αν και εμποδίστηκαν σήμερα είναι πρωταγωνιστές, γι’ αυτό και είναι σημαντική η πρωτοβουλία του ΣΕΗ να ενεργοποιήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, ώστε να υπάρχουν επώνυμες και στοχευμένες καταγγελίες σε ένα ασφαλές πλαίσιο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν φυσικά το τεκμήριο της αθωότητας.

Οι γενικεύσεις δεν συμβάλλουν σε τίποτα, πέφτουν στο κενό και δημιουργείται αίσθημα ατιμωρησίας. Πρέπει να διαχωρίζουμε ό,τι είναι ποινικά κολάσιμο από ό,τι είναι ένδειξη κακού χαρακτήρα. Μακάρι η τωρινή επώδυνη εμπειρία να μη μείνει ένα πυροτέχνημα, αλλά να υπάρξει απ’ όλους μας η περιφρούρηση της αξιοπρέπειας στον χώρο μας. Πιστεύω ότι μόνον η μη ανοχή και η αλληλεγγύη μπορούν να μας προστατεύσουν. Αυτό όμως γίνεται με καθημερινό αγώνα σε ολόκληρη την κοινωνία, η οποία αντικατοπτρίζεται μέσα από το θέατρο. Μπορούμε να το καταφέρουμε μαζί;

* Η κ. Λυδία Κονιόρδου είναι ηθοποιός, πρώην υπουργός Πολιτισμού.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ*

Kαταγγελία της κατάχρησης εξουσίας

ti-prosdokoyme-apo-to-diko-mas-metoo4

Δηλαδή πώς θα έπρεπε να είναι ένα #MeToo των ονείρων μας; Θα ήταν άξιον λόγου κίνημα μόνον εφόσον κακοί, ατάλαντοι, αμόρφωτοι, αντιπαθητικοί και εν γένει αφόρητοι τύποι θα ήταν κατηγορούμενοι; Θα βοηθούσε άραγε αν μόνο καλές, ταλαντούχες, μορφωμένες, συμπαθητικές και εν γένει ελκυστικές γυναίκες (και άνδρες) θα ήταν τα θύματα που καταγγέλλουν;

Αυτό όμως δεν θα ήταν κίνημα #MeToo, θα ήταν πασαρέλα προκαταλήψεων που εμπεδώνουν το status quo. Από τέτοιο δυστοπικό όνειρο #MeToo θα προέκυπτε το ανακριβές και δηλητηριώδες συμπέρασμα ότι μόνον οι κακοί (και λοιπές αντιπαθητικές δυνάμεις) κάνουν κακές πράξεις. Το θέμα που επιχειρεί να αναδείξει τούτο το παγκόσμιο κίνημα του 21ου αιώνα είναι διαφορετικό: στον πραγματικό κόσμο η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός και η βία συμβαίνουν παντού, σε όλους τους χώρους δουλειάς και σε όλες τις ηπείρους, από «κανονικούς» ανθρώπους που έχουν αρκετή εξουσία ώστε να μπορούν να το κάνουν – εις βάρος «κανονικών» ανθρώπων (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, γυναικών) που το υφίστανται επειδή στερούνται δύναμης.

Το κίνημα ξεκίνησε όταν «ξεχωριστές» γυναίκες (και άνδρες), που έφτασαν με κόπο και βάσανα σε κάποιο ζηλευτό σημείο στην επαγγελματική τους ζωή, άρχισαν να μιλούν και να καταγγέλλουν πράξεις που υπέμειναν σιωπηρά και φοβισμένα στο παρελθόν. Φέρνοντας στο φως βουβά επεισόδια σεξουαλικής κακοποίησης από άνδρες που χρησιμοποίησαν καταχρηστικά τη θέση εξουσίας που απολάμβαναν, τράβηξαν την κουρτίνα και αποκάλυψαν ένα τεράστιο κολάζ προσωπικών ιστοριών με παρόμοιο καταθλιπτικό σενάριο: κατάχρηση εξουσίας από ιεραρχικά ανώτερους άνδρες επειδή μπορούσαν… Και από κακούς, και από καλούς και γενικώς.

Η ιδιαιτερότητα αυτής της κατάχρησης εξουσίας βρίσκεται στο ατομικό βίωμα και στον φόβο, αλλά και στην υπονόμευση της προσωπικότητας του θύματος, που οδηγεί στη σιωπή και στην ατομική αγωνία. Και η αξία του κινήματος #MeToo συνοψίζεται στο ότι δίνει, επιτέλους, φωνή στα ίδια τα θύματα και στήριξη μέσα από την αλληλοκατανόηση. Δίνει δύναμη μετατρέποντας το ατομικό δράμα σε εμφανές τμήμα μιας ευρύτερης πρακτικής: το προσωπικό γίνεται πολιτικό και, έτσι, δυνάμει απελευθερωτικό.

Oταν τραβιέται μια κουρτίνα και πέφτει φως στα καλά κρυμμένα μυστικά, ανοίγει μια ευκαιρία για να καταλάβουμε καλύτερα τον κόσμο και να τον αλλάξουμε. Αντί λοιπόν να χάνουμε χρόνο περιγράφοντας εκείνο το #MeToo που θα μας βόλευε, ας σκεφτούμε ότι το καλύτερο #MeToo είναι αυτό που ξεβολεύει. Ας βιαστούμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα διευκολύνουν να σπάσει η σιωπή, ώστε οι ατομικές εμπειρίες να γίνουν κομμάτι της συλλογικής μας συνείδησης.

* Η κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο και γενική διευθύντρια στο SolidarityNow.