ΚΟΙΝΩΝΙΑ

COVID-19, ψέματα και απελάσεις

Τα παιχνίδια κατασκοπείας και αντικατασκοπείας στα Βαλκάνια

COVID-19, ψέματα και απελάσεις

Μια ανακοίνωση του αλβανικού υπουργείου Εξωτερικών, την Παρασκευή 22 Ιανουαρίου, με την οποία καλούσε τον διπλωμάτη Αλεξέι Κριβοσέφ, Α΄ γραμματέα της ρωσικής πρεσβείας στα Τίρανα, να εγκαταλείψει τη χώρα εντός 72 ωρών, άναψε φωτιά στις σχέσεις Μόσχας – Τιράνων.

Εκείνο που προκάλεσε αίσθηση ήταν ο λόγος για τον οποίο η αλβανική κυβέρνηση απέλασε τον Κριβοσέφ. Οπως αναφερόταν στη σχετική ανακοίνωση του αλβανικού ΥΠΕΞ, «αξιωματούχοι του είχαν επικοινωνήσει επανειλημμένως με τον Ρώσο πρέσβη στα Τίρανα, τον Μιχαήλ Αφανάσιεφ, για να εκφράσουν την ανησυχία τους για τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις από τον διπλωμάτη των μέτρων κατά της COVID-19. Εκείνος, ωστόσο, συνέχιζε να παραβιάζει τα μέτρα προφύλαξης κατά της πανδημίας (…) και αυτές οι παραβιάσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, ούτε να γίνουν ανεκτές».

Η Μόσχα, βεβαίως, δεν «έχαψε» τους ισχυρισμούς των Τιράνων, ούτε και οι ξένες διπλωματικές αποστολές στα Τίρανα πίστεψαν ότι μπορούσε να αποτελέσει λόγο απέλασης ενός ξένου διπλωμάτη η απροθυμία του να φορέσει μάσκα. Κατά την πάγια πρακτική των διπλωματικών αντιποίνων, η ρωσική πλευρά απάντησε σε λίγες ημέρες κηρύσσοντας persona non grata τον πρώτο γραμματέα της αλβανικής πρεσβείας στη Μόσχα, Ιονίντου Ντρόγκου, και στη συνοδευτική ανακοίνωση του Κρεμλίνου χαρακτήριζε την απέλαση του Κριβοσέφ «κατασκευασμένο πρόσχημα», υπαγορευμένο από τους δυτικούς.

Δεν χρειάστηκε να περάσουν παρά λίγα εικοσιτετράωρα, για να φανεί ότι κάτι πιο σοβαρό σοβεί στις σχέσεις των δύο χωρών και δεν είναι άλλο από το θέμα του Κοσόβου και της Μεγάλης Αλβανίας, για τα οποία Μόσχα και Τίρανα έχουν διαμετρικά αντίθετες θέσεις, τις οποίες δεν παύουν να εκδηλώνουν σε κάθε ευκαιρία.

Με αφορμή μία δήλωση του πρώην πρωθυπουργού του Κοσόβου και υπόδικου πολέμαρχου του UCK Ραμούς Χαραντινάι περί δημοψηφίσματος για την ένωση της Αλβανίας με το Κόσοβο, η ρωσική πρεσβεία στα Τίρανα ήταν αυτή που αντέδρασε για λογαριασμό του Κρεμλίνου, χαρακτηρίζοντάς τες άκρως προκλητικές, «που αναπαράγουν την ιδεολογία της Μεγάλης Αλβανίας, η οποία πρόσφατα έχει προχωρήσει ολοένα και πιο έντονα στην περιοχή και απειλεί άμεσα την εδαφική ακεραιότητα των βαλκανικών κρατών».

Ο «ιός» των απελάσεων κατασκόπων ενδεδυμένων, σε πολλές περιπτώσεις, τον διπλωματικό μανδύα τείνει να λάβει μορφή επιδημίας στα Βαλκάνια, στο πλαίσιο της μαινόμενης σύγκρουσης επιρροής μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, αλλά και άλλων ισχυρών γεωπολιτικών παικτών, ιδίως σε περιοχές όπου παραμένουν ανοιχτές εθνοτικές εκκρεμότητες, και σε χώρες που διεκδικείται ο γεωπολιτικός προσανατολισμός τους.

Στη Βουλγαρία, μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, βαθιά διχασμένη σε φιλορώσους και φιλοδυτικούς, τον περασμένο Σεπτέμβριο οι Αρχές απέλασαν δύο Ρώσους διπλωμάτες που εργάζονταν στη ρωσική εμπορική αντιπροσωπεία κατηγορώντας τους για διενέργεια κατασκοπείας, την οποία, σύμφωνα με την εισαγγελία της Σόφιας, ασκούσαν από το 2016, συγκεντρώνοντας μεταξύ άλλων και πληροφορίες που αφορούσαν τα σχέδια εκσυγχρονισμού των βουλγαρικών ενόπλων δυνάμεων.

Ενα μήνα μετά, η Ρωσία απέλασε δύο Βουλγάρους, μέλη της πρεσβείας στη Μόσχα, με την κατηγορία της κατασκοπείας, ενώ ένα χρόνο πριν και πάλι η Σόφια είχε απελάσει άλλους τρεις Ρώσους διπλωμάτες, ως κατασκόπους και αυτούς, και είχε αρνηθεί να χορηγήσει βίζα στον Ρώσο στρατιωτικό ακόλουθο ο οποίος επρόκειτο να καταφθάσει στη χώρα τον Δεκέμβριο.

Ο σκοτεινός κόσμος των κατασκόπων είναι πανταχού παρών ή, τουλάχιστον, αυτό πιστεύουν οι αντίπαλοι, σε κρίσιμες εξελίξεις, κάποιες εκ των οποίων υποκινεί και άλλες τις κατευθύνει.

Σάλος στο Μαυροβούνιο

Τον Νοέμβριο του 2016, οι Αρχές του Μαυροβουνίου ανακοίνωσαν την εξάρθρωση δικτύου που σχεδίαζε πραξικόπημα ανήμερα τις βουλευτικές εκλογές και τη δολοφονία του πρωθυπουργού Μίλο Τζουγκάνοβιτς, με τη Σερβία να «φωτογραφίζει» ρωσικό δάκτυλο πίσω από αυτή την υπόθεση. Η εισαγγελία της Ποντγκόριτσας άσκησε τότε δίωξη εναντίον 19 Σέρβων του Μαυροβουνίου και όπως ανέφερε εκπρόσωπός της ένας εκ των συλληφθέντων, επικεφαλής του σχεδίου, ομολόγησε πως είχε στρατολογηθεί από δύο Ρώσους, από τους οποίους θα παραλάμβανε το ποσό των 100.000 ευρώ με το τέλος της επιχείρησης και άλλα δώρα. Η αστυνομία του Μαυροβουνίου ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε, παραμονή των εκλογών, μεγάλο οπλοστάσιο, το οποίο ανήκε στους επίδοξους πραξικοπηματίες. Οι αποκαλύψεις και οι συλλήψεις προκάλεσαν σάλο στο Μαυροβούνιο, όπου ο Τύπος «έδειξε» ρωσική εμπλοκή, αλλά και στη Σερβία, με τον πρωθυπουργό της τελευταίας να φωτογραφίζει τους Ρώσους μιλώντας για «δάκτυλο ξένου παράγοντα» και την αστυνομία του Βελιγραδίου να υποστηρίζει πως, σύμφωνα με τις πληροφορίες της, σχεδιαζόταν πράγματι δολοφονία του Τζουγκάνοβιτς με ξένη εμπλοκή. Η όλη υπόθεση ήρθε σε μιαν εποχή κατά την οποία οι σχέσεις Ποντγκόριτσας και Μόσχας ήταν τεταμένες εξαιτίας της επικείμενης ένταξης (έχει δεχθεί ήδη πρόσκληση) του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, με τη Ρωσία να αντιδρά και να… ζητάει να γίνει δημοψήφισμα, υπολογίζοντας πως το αντινατοϊκό αίσθημα λόγω βομβαρδισμών θα υπερισχύσει.