ΑΠΟΨΗ

Αλήθειες και πλάνες για τη Δικαιοσύνη

Αλήθειες και πλάνες για τη Δικαιοσύνη

Στο φύλλο της 17ης Ιανουαρίου 2021 της έγκριτης εφημερίδας («Καθημερινή» της Κυριακής) φιλοξενήθηκε άρθρο υπηρετούντων στο Συμβούλιο της Επικρατείας δικαστικών λειτουργών, με τίτλο «Η ελληνική Δικαιοσύνη και δύο πρωταρχικά προβλήματά της». Οι σεβαστοί δικαστικοί λειτουργοί εκτιμούν ότι «το κύριο, οξύτατο» πρόβλημα των ελληνικών δικαστηρίων είναι «ο υπερβολικός αριθμός των κατ’ έτος νέων διαφορών», ισχυριζόμενοι ότι αυτό είναι απότοκο κυρίως (α) του χαμηλού ύψους της επιδικαζόμενης από τις δικαστικές αποφάσεις δικαστικής δαπάνης, ως και του τρόπου που αυτή επιμερίζεται στους διαδίκους, και (β) του μεγάλου αριθμού των πτυχιούχων Νομικής και ακολούθως των δικηγόρων, που για λόγους «αυτοσυντήρησης» δημιουργούν «τεχνητή ζήτηση» των υπηρεσιών τους και «ζήτηση προπετών, αβασάνιστων, ακόμα και στρεψόδικων προσφυγών στα δικαστήρια», ενώ, συγχρόνως, με τη νοοτροπία τους «αποτρέπουν ή πνίγουν την εκδήλωση σχεδόν κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» (για το τελευταίο γίνεται μομφή και κατά των δικαστικών).

Κατά την άποψή μας, η βασική παραδοχή, περί διαρκώς διογκούμενης δικαστηριακής ύλης, στερείται ερείσματος, καθώς μια σειρά σημαντικών παραγόντων συνηγορούν ισχυρά υπέρ του αντιθέτου. Τέτοιοι παράγοντες είναι η απίσχνανση της οικονομικής δυνατότητας των πολιτών, οι οποίοι πλέον προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη μόνο για την προστασία μείζονος σημασίας δικαιωμάτων τους, η σημαντική κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, η ολοένα ευρύτερη διάδοση μεθόδων εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, η νομοθετική συρρίκνωση της δικαστηριακής ύλης (οικογενειακές υποθέσεις σε συμβολαιογράφο), η στροφή στην προληπτική συμβουλευτική δικηγορία, ο εκσυγχρονισμός και η είσοδος της διοίκησης στο ψηφιακό περιβάλλον κ.ά.

Aπό τα στατιστικά στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης, φαίνεται πως ο αριθμός των υποθέσεων που εισάγονται ετησίως υποχωρεί σταθερά κατ’ έτος και, ενδεικτικά, στα Πρωτοδικεία από τις 342.539 το 2014 στις 200.010 το 2019 (και στις 126.869 έως τον Οκτώβριο 2020), στα Ειρηνοδικεία από 218.682 το 2018 στις 195.480 το 2019 (και στις 97.895 έως τον Οκτώβριο του 2020), στο Συμβούλιο της Επικρατείας από τις 4.675 το 2016 στις 3.521 το 2019 (και στις 2.305 έως τον Οκτώβριο 2020). Ανάλογο συμπέρασμα εξάγουμε και από τα στοιχεία που δημοσιεύονται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «The 2019 EU Justice Scoreboard», καθώς μεταξύ 24 κρατών-μελών της Ε.Ε. η χώρα μας κατατάσσεται μεσοσταθμικά για τα έτη 2010, 2015, 2016 και 2017 σε σχετικά χαμηλή θέση ως προς τον κατ’ έτος αριθμό των εισερχόμενων υποθέσεων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Αλλωστε μείωση των δικών παρατηρείται και στον συνολικό αριθμό εκδοθέντων γραμματίων προείσπραξης εισφορών και ενσήμων των δικηγόρων, portal.olomeleia.gr, που βαίνει σταδιακά μειούμενος.

Η αντίληψη πως θα πρέπει να νομοθετηθεί η αύξηση του ύψους της δικαστικής δαπάνης και η πλήρης ή σε μεγαλύτερο βαθμό επίρριψη αυτής στον ηττηθέντα διάδικο, με σκοπό να αποθαρρύνονται οι πολίτες να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη, είναι όχι μόνο αβάσιμη, αλλά και επικίνδυνη. Αβάσιμη, διότι κατά τα τελευταία χρόνια το κόστος της Δικαιοσύνης βαίνει διαρκώς αυξανόμενο. Ας αναφερθεί ενδεικτικά ότι, μεταξύ άλλων επιβαρύνσεων, άδικων έως συχνά αντισυνταγματικών, κατά τα τελευταία χρόνια επιβλήθηκαν: α) ΦΠΑ ύψους 24% στις δικηγορικές υπηρεσίες, β) υποχρέωση καταβολής παραβόλου υπέρ του ελληνικού Δημοσίου πριν από σχεδόν κάθε ενέργεια που επιχειρείται ενώπιον δικαστηρίου και άλλων Αρχών, γ) τέλος δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, δ) υποχρέωση τήρησης, επί ποινή ακυρότητας ή ως λόγος άρνησης καταχώρισης στα κτηματολογικά γραφεία, μιας ιδιαιτέρως δαπανηρής διαδικασίας, πριν και μετά τη δίκη, με την υποβολή πλήθους αιτήσεων και άλλων εγγράφων, δαπάνες που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους επιβαρύνουν τους πολίτες, κατά δε το υπόλοιπο «απορροφούνται» κατ’ ανάγκη από τη δικηγορική αμοιβή, την οποία και απομειώνουν. Περαιτέρω αύξηση του κόστους της Δικαιοσύνης θα καταστήσει απολύτως απαγορευτική την, ήδη δυσχερή από οικονομικής άποψης, πρόσβαση σε αυτήν ενός ιδιαιτέρως μεγάλου μέρους των πολιτών.

Δεν πρέπει άλλωστε να παραβλέπουμε και το γεγονός της περιορισμένης, σε σύγκριση με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, εφαρμογής στη χώρα μας του θεσμού της νομικής βοήθειας των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών. Αρκεί να αναλογιστούμε τι θα σήμαινε για τον πολίτη διπλασιασμός ή τριπλασιασμός του κόστους διεξαγωγής μιας υπόθεσης που σήμερα στοιχίζει π.χ. 2.000 ευρώ.

Εξίσου αβάσιμη και επικίνδυνη είναι και η άποψη ότι η αύξηση της δικαστηριακής ύλης –που παρατηρούν οι συντάκτες του σχολιαζόμενου άρθρου– οφείλεται στην πρόκληση «τεχνητής ζήτησης» δικηγορικών υπηρεσιών από τους δικηγόρους για να βιοποριστούν, που, άλλωστε, έτσι αόριστα όπως διατυπώνεται, είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσε να εμπλουτίσει στ’ αλήθεια μια συζήτηση, που μόνο με ακριβή και καταγεγραμμένα δεδομένα μπορεί να διεξάγεται για τα προβλήματα 
της Δικαιοσύνης.

Η απόπειρα να χρεωθούν οι δικηγόροι με μια δήθεν τεχνητή διόγκωση της δικηγορικής ύλης με σκοπό τον βιοπορισμό τους, εις βάρος της Δικαιοσύνης και, κατ’ επέκταση, της κοινωνίας, αποτελεί μια απολύτως άδικη και αστήριχτη προσβολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Δεν θα ήταν συνεπώς υπερβολή να λέγαμε ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός πλήττει τα ίδια τα θεμέλια της Δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου.  

Θα άξιζε όμως να αναλογιστεί κανείς την επίδραση που ασκούν στην αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών παράγοντες όπως είναι οι συχνές νομολογιακές διακυμάνσεις, οι εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις που υιοθετούνται από τα διάφορα κατά τόπους δικαστήρια για κρίσιμα νομικά ζητήματα, η μεταστροφή της νομολογίας μετά την έκδοση απόφασης ανώτατου δικαστηρίου, η ευκολία με την οποία απορρίπτονται ένδικα βοηθήματα για τυπικές πλημμέλειες, η χαμηλή ποιότητα ενός μέρους του παραγόμενου δικαστικού έργου, η πολυνομία, η έλλειψη κωδικοποιήσεων, οι νομοτεχνικές ελλείψεις και αβλεψίες, η κακή εν γένει νομοθέτηση, οι ελλείψεις και η γραφειοκρατία της διοίκησης κ.ά., εξαιτίας των οποίων προκαλείται έντονη ανασφάλεια δικαίου και καθίσταται το ήδη δυσχερές έργο του δικηγόρου δυσχερέστερο, αλλά και επισφαλές. Πρέπει δε, επίσης, να επισημανθεί η ολοένα και συχνότερα παρατηρούμενη αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων.

Τέλος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, εξίσου αναμφισβήτητη είναι και η θετική ανταπόκριση του δικηγορικού σώματος στην εισαγωγή νέων εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών. Ενδεικτικά, ο νεαρός θεσμός της διαμεσολάβησης έχει τύχει σημαντικής αποδοχής από το δικηγορικό σώμα, ενώ τις τάξεις των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών κοσμούν ήδη 2.017 δικηγόροι (εκ των 2.554 συνολικά, δηλαδή ποσοστό περίπου 80%), οι δικηγορικοί σύλλογοι διατηρούν κέντρα εκπαίδευσης, διοργανώνουν τακτικά σεμινάρια και προγράμματα κατάρτισης και ενημέρωσης των μελών τους κ.λπ.

Αξια ενδεικτικής αναφοράς είναι και η πρόσφατη, προς την ίδια κατεύθυνση, σύσταση με Π.Δ. μόνιμης διαιτησίας στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Αντιθέτως, ο θεσμός της διαμεσολάβησης συστηματικά στηλιτεύτηκε από επίσημο δικαστικό συνδικαλιστικό όργανο ως απόπειρα «ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης», με σκοπό την προώθηση του θεσμού της δικαστικής μεσολάβησης. Αδίκως άρα οι σεβαστοί συντάκτες του σχολιαζόμενου άρθρου καταλογίζουν στους δικηγόρους νοοτροπία που «πνίγει» τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.

* Ο κ. Στάθης Β. Κουτσοχήνας είναι δικηγόρος, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και αντιπρόεδρος της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους.
** Ο κ. Σπύρος Ι. Πετρίδης είναι δικηγόρος, μέλος της διοίκησης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.