ΑΠΟΨΗ

Το παιδί της Σπηλιάς

Το παιδί της Σπηλιάς

Διακόσια χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, και το ενδιαφέρον των πολιτών φαίνεται να μη βρίσκεται σε όσα έγιναν τότε, στα μηνύματα του Αγώνα. Οι γιορτές είναι φτωχές στο πνεύμα της εποχής. Οι ιστορικοί σαν να κρύφτηκαν, σαν να μην έχουν να προσφέρουν κάτι περισσότερο, παρά αναμασήματα παλιών μύθων ή ιδεοληπτικών απομυθοποιήσεων των τελεταρχών της επετείου.

Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η αντιμετώπιση του φαινομένου Ιωάννης Καποδίστριας. Αρνούμαστε να κοιτάξουμε τον κυβερνήτη κατάματα, να δούμε το έργο και την προσωπικότητά του πέρα από αγιοποιήσεις ή δαιμονοποιήσεις, και αβάσιμες δυστυχώς βεβαιότητες παλιών βιογράφων. Ομως από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν ποτέ κόμης, όπως περηφανευόταν η οικογένειά του και όπως μας διαβεβαιώνουν όλες σχεδόν οι βιογραφίες του.

Ο Ιωάννης γεννήθηκε το 1776, μήνα Φλεβάρη στις 10, στο νησί της Κέρκυρας. Ηταν το έκτο παιδί του Αντώνιου – Μαρία Καποδίστρια και της Διαμαντίνας Γονέμη. Ο πατέρας του ήταν Κερκυραίος, από τους Καποδίστριες της συνοικίας των τειχών. Μόνο που για πολλά χρόνια δεν λέγονταν Καποδίστριες αλλά Καβουδήστρες. Με το όνομα αυτό (Καβουδήστρας) ενέγραψε τον Ιωάννη ο θείος του ιερέας, Αγγελος Γονέμης, αδερφός της μητέρας του, στη ληξιαρχική πράξη της βάπτισής του. Αλλα 8 από τα 10 αδέρφια του ενεγράφησαν με αυτό το όνομα. Ολα εκτός από τον Βιάρο.

Επίσης, όλα τα παιδιά εκτός από τον προτελευταίο, τον Βίκτωρα, είχαν ως νονούς απλούς πολίτες, ανθρώπους της αστικής τάξης και όχι αυτής των ευγενών. Ο Ιωάννης βαπτίστηκε από τον «εντιμότατο Κωνσταντίνο Αδάμη», πραγματευτή στο επάγγελμα. Είναι παραπάνω από περίεργο μια οικογένεια με κληρονομικό τίτλο ευγενείας να βαπτίζει τα παιδιά της με αναδόχους απλούς μεροκαματιάρηδες εμπόρους.

Οι Καβουδήστρες της συνοικίας των τειχών ήταν γραμμένοι στο libro d’ oro του νησιού όπως και οι Γονέμηδες. Αλλά αυτός δεν ήταν ένας σοβαρός τίτλος ευγενείας ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Πολλοί ήταν γραμμένοι στο χρυσό βιβλίο, αλλά μόνο περίπου 15 οικογένειες της Κέρκυρας είχαν αληθινό τίτλο ευγενείας, ήταν δηλαδή κόμητες. Ο Αντωνομαρίας ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως τέτοιος ούτε καταγράφηκε πουθενά έτσι μέχρι το 1796. Αυτή ήταν η χρονιά που ο ίδιος μαζί με τα αδέρφια του κατέθεσε στη Βενετία τον κληρονομικό τίτλο του κόμη που είχαν κερδίσει οι πρόγονοί του από τον Κάρολο Εμμανουήλ, Δούκα της Σαβοΐας το 1689 έναντι άγνωστης υπηρεσίας. Μόνο που ο Κάρολος Εμμανουήλ είχε αποδημήσει ήδη από το 1675 και ήταν αδύνατον να έδινε ακόμα τίτλους ευγενείας από εκεί που βρισκόταν.

Το 1796 ήταν μια δύσκολη χρονιά για την παλιά Ευρώπη. Το δουκάτο της Σαβοΐας, από όπου προήλθε ο περιβόητος τίτλος, είχε ήδη υποταχθεί στους Γάλλους από το 1792. Στη Βενετία, κυρίαρχο των Ιονίων Νήσων, τα πάντα είχαν καταρρεύσει. Στην Κέρκυρα ο Βενετός προβλεπτής του νησιού Κάρολος Αουρέλιος Widmann αντιμετώπιζε τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που τον ανάγκασαν να ενεχυριάσει ακόμα και προσωπικά του αντικείμενα. Ενα χρόνο αργότερα η Βενετία θα καταληφθεί από τον Ναπολέοντα και τα Ιόνια ακολούθησαν. Είναι πολύ πιθανό ο Widmann να πούλησε τον τίτλο στους ευκατάστατους εκείνο τον καιρό Καβουδήστρες. Η δικιά του μαρτυρία άλλωστε έπεισε τις αρχές της Βενετίας να δεχτούν τον κληρονομικό τίτλο των Capo d’ Istria, ο οποίος πάντως δε βρέθηκε από τον Γρηγόριο Δαφνή (τη βασική μας πηγή για τα παραπάνω) στα αρχεία της Σαβοΐας.

Το ζήτημα είναι πού βρήκαν τα χρήματα οι Καποδίστριες για να αγοράσουν τον τίτλο, ο οποίος πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ακριβή υπόθεση; Η απάντηση βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Κέρκυρα, στο Βουθρωτό. Η μητέρα, η Αδαμαντίνη, πήρε προίκα μέρος των περίφημων ιχθυοτροφείων του σημερινού Butrinto. Το σπίτι της οικογένειάς της βρισκόταν στο Αργυρόκαστρο. Ο Ιωάννης ήταν Κερκυραίος από πατέρα και Βορειοηπειρώτης από μάνα. Στην περιοχή Βρίνο μια τεράστια ιχθυοκαλλιέργεια έφερνε χρήμα στην οικογένεια που της έδωσε το δικαίωμα να στείλει όλα τα αρσενικά της παιδιά στην Ιταλία για σπουδές μέχρι το 1798 όταν οι Γάλλοι κυνήγησαν τον Αντωνομαρία και επιδίωξαν να κατασχέσουν την κινητή του περιουσία. Την ίδια χρονιά ο Αλή Πασάς κατέλαβε το Βουθρωτό και προφανώς κατέσχεσε τις ιχθυοκαλλιέργειες, γεγονός που μαρτυρεί ο περιηγητής Leake το 1804. Ο Καποδίστριας είχε λοιπόν προσωπικές διαφορές με τον Αλή Πασά που τις έλυσε κάποια στιγμή.

Το 1820, στις 29 Οκτωβρίου στο Τροπάου, ο Καποδίστριας είχε μια ιδιαίτερα σημαντική συζήτηση με έναν ακόμα μεγαλύτερο εχθρό, τον Μέτερνιχ, ο οποίος είχε υπερισχύσει εκείνο το διάστημα του πρωθυπουργού, όπως τον έλεγε ο ίδιος, της Ρωσίας, κόμη Capo d’ Istria. Και πανηγύριζε βέβαια γι’ αυτό. Ο Μέτερνιχ περιγράφει την κουβέντα τους ως εξής: «…χάθηκε (ο Καποδίστριας) σε μια μακρά εξέταση της μεσαίας τάξης. Η δύναμή της, η αδυναμία της, το νεύρο της, οι ευαισθησίες της, τα συστατικά της μέρη, η υγεία και η αρρώστια, και η αποσύνθεση κι ο θάνατος. Ο διάολος να με πάρει αν δεν τα ήξερα όλα αυτά όταν ήμουν δώδεκα χρονών».

Βυθισμένος μέσα στον άκρατο ναρκισσισμό του και τη μέθη της πρόσκαιρης νίκης, αδυνατούσε ο πρίγκιπας Μέτερνιχ να καταλάβει ότι ο δήθεν κόμης που καθόταν απέναντί του, του μιλούσε για την αληθινή τάξη του, αυτήν που πίστευε ότι θα τελείωνε το παλιό καθεστώς των ευγενών με τις περούκες και την απόλυτη άρνηση να δουν τον κόσμο που άλλαζε ραγδαία. Αυτήν που πίστευε ότι θα φέρει σε όλα τα μήκη της Ευρώπης, και στη δική του πατρίδα, την εθνική αποκατάσταση. Ασχημο για τον Γερμανό πρίγκιπα. Εμαθε τα νέα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου το 1827 την ημέρα του τρίτου γάμου του. Και έζησε τα γεγονότα του 1848 όταν η μεσαία τάξη ζήτησε τα εθνικά της δικαιώματα, φεύγοντας από την πίσω πόρτα της καγκελαρίας με προορισμό την αγγλική εξορία.

Η μεσαία τάξη ήταν η τάξη του επαναστάτη Καποδίστρια. Του ανθρώπου που γύρισε στην Ελλάδα μετά μια απίστευτη πορεία στα ευρωπαϊκά πράγματα, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να απεμπολήσει τον κληρονομικό τίτλο του κόμη. Στην Ελλάδα απαγόρεψε διά νόμου τους κόμητες και τους πρίγκιπες. Ως κυβερνήτης πια, κάποια στιγμή βρέθηκε απέναντι στον συμπατριώτη του, οπλαρχηγό Διονύσιο Ευμορφόπουλο, γεννημένο στην Ιθάκη. Ο Κασομούλης, που ήταν παρών, γράφει ότι του είπε ο κυβερνήτης: – «Εσύ είσαι Θιακός (Ιθακήσιος), κι εγώ παιδί της Σπηλιάς». Η Σπηλιά ήταν η αποβάθρα του λιμανιού της Κέρκυρας, εκεί που προφανώς ξεφορτώνονταν τα ψάρια του Βουθρωτού για να εξαχθούν στην Ευρώπη και στις οθωμανικές περιοχές. Εννοούσε ο Καποδίστριας ότι δε με ξεγελάς, πονηρέ Ιθακήσιε, είμαστε ίδιοι. Εννοούσε ίσως ακόμα, ότι ως έφηβος ξημεροβραδιαζόταν στη Σπηλιά για τις δουλειές της οικογένειας. Εκεί μάλλον έμαθε τη ζωή, όπως δεν την έμαθαν οι αντίπαλοί του μαρκήσιοι και κόμητες της Ευρώπης.

Κανείς συνομιλητής του δεν κατάλαβε παρά μετά το 1821 την αστική συνείδηση, την πύρωση της εθνικής ταυτότητας και το επαναστατικό έργο του ανθρώπου πίσω από τον τίτλο, τους τρόπους, και την κορμοστασιά του κόμη. Κι αν πολλοί φίλοι και εχθροί στην Ευρώπη δεν αντιλήφθηκαν έγκαιρα την αλήθεια, δεν σημαίνει ότι εμείς, ολόκληρη στρατιά από ιστορικούς επιστήμονες των ελληνικών πανεπιστημίων, εκ των οποίων το κεντρικό λέγεται Καποδιστριακό, μπορούμε ακόμα να κλείνουμε τα μάτια στο πώς, από πότε και από ποιον ετοιμάστηκε η Ελληνική Επανάσταση. Πρόκειται για μια γνώση απείρως πιο χρήσιμη για τη μικρή Ελλάδα μας, και για τη νεολαία μας, από τη μικρή ιστορία του τίτλου ευγενείας του Ιωάννη Καποδίστρια που σας διηγηθήκαμε.

• Οι παρούσες πληροφορίες αντλούνται από την υπό έκδοση μεγάλη βιογραφία του Ιωάννη Καποδίστρια του συγγραφέα με τίτλο: «Ο δημιουργός της νεότερης Ελλάδας».
 
* Ο κ. Παναγιώτης Πασπαλιάρης είναι ιστορικός.