ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενα έγκλημα και μία αυτοχειρία

Το ντοκιμαντέρ του αμερικανικού δικτύου CBS, που ταξίδεψε και στην Ελλάδα, για την πολύκροτη υπόθεση του Φώτη Ντούλου

Ενα έγκλημα και μία αυτοχειρία

Την περασμένη εβδομάδα προβλήθηκε ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για την υπόθεση του Φώτη Ντούλου από την εκπομπή «48 ώρες» του αμερικανικού δικτύου CBS. Η δημοσιογραφική τους έρευνα είχε ξεκινήσει τον Μάιο του 2019, μετά την εξαφάνιση της πρώην συζύγου του, Τζένιφερ. Και μπορεί ο στόχος να ήταν πάντα το να μάθουν τι της συνέβη (ακόμη δεν έχει βρεθεί), τα δεδομένα όμως άλλαζαν συνεχώς. Ο ελληνικής καταγωγής Ντούλος θεωρήθηκε από τις πρώτες ημέρες βασικός ύποπτος και στη συνέχεια κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία. 

Το τηλεοπτικό συνεργείο πέρασε χρόνο στο σπίτι του όταν η οικογένειά του από την Ελλάδα ταξίδεψε για να είναι κοντά του πριν απαγγελθούν οι κατηγορίες, βρέθηκε στο νοσοκομείο όταν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και το βράδυ που πέθανε, η κάμερα της εκπομπής ακολούθησε τον δικηγόρο του στην έπαυλη που κάποτε ζούσε η επταμελής οικογένεια. «Ο Φώτης καταδικάστηκε πριν καν δικαστεί και σήμερα εκτελέστηκε», είπε στους δημοσιογράφους φανερά συγκινημένος.

Η εκπομπή ξεκινάει με μια ξενάγηση από τον επικεφαλής αστυνομικό των ερευνών στον τόπο που θεωρούν πως έγινε το έγκλημα, στο σπίτι όπου έμεναν η Τζένιφερ και τα παιδιά μετά τον χωρισμό του ζευγαριού. Το σενάριο της αστυνομίας είναι πως ο Ντούλος ξεκίνησε ξημερώματα από ένα από τα σπίτια ιδιοκτησίας του, με ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Ο αστυνομικός εξήγησε πως χρειάστηκε να επεξεργαστούν πάνω από 12 ώρες υλικού για να μπορέσουν να εντοπίσουν τη διαδρομή που ακολούθησε. Ετσι «βρήκαν» τελικά το αυτοκίνητο παρκαρισμένο στην άκρη ενός απομακρυσμένου δρόμου δίπλα από ένα πάρκο. Από εκεί θεωρούν πως με ένα ποδήλατο έφτασε στην πίσω αυλή του σπιτιού της πρώην γυναίκας του. Μεταξύ 08.05 και 10.25 θεωρούν πως η Τζένιφερ υπέστη τραυματισμούς, από τους οποίους δεν θα μπορούσε να έχει επιβιώσει χωρίς ιατρική βοήθεια. Στο ίδιο διάστημα πιστεύουν πως ο Ντούλος καθάρισε τον χώρο, την έδεσε –πιθανότατα ακόμη ζωντανή– χρησιμοποιώντας πλαστικά δεματικά και τη μετέφερε με το αυτοκίνητό της. 

Το σημείο όπου έπειτα από ώρες βρέθηκε το αυτοκίνητό της –χωρίς εκείνη μέσα– ήταν κοντά στο σημείο που είχε παρκάρει το κόκκινο αμάξι. Οι επόμενες κινήσεις όμως είναι άγνωστες. Το αυτοκίνητο επιστρέφει στο σπίτι του στις 12.22. Το μεσημέρι ο Ντούλος θα συναντήσει εκεί την τότε σύντροφό του Μισέλ Τροκόνι. Στην αστυνομία, θα πουν αργότερα, πως έφαγαν μαζί μεσημεριανό και καθάρισαν το σπίτι για να το δείξουν σε υποψήφιους αγοραστές. Η αστυνομία θεωρεί πως προσπαθούσαν να ξεφορτωθούν όλα όσα είχε μεταφέρει με το κόκκινο αυτοκίνητο.

Ενδείξεις χωρίς αποδείξεις

ena-egklima-kai-mia-aytocheiria0

Δεν έχουν βέβαια ούτε ένα «καρέ» που να αποδεικνύει πως εκείνος οδηγούσε το αυτοκίνητο. Η ερώτηση που έκανε η παρουσιάστρια στον αστυνομικό ήταν η βασική υπερασπιστική γραμμή του Ντούλου. Πώς η αστυνομία έχει ενδείξεις και όχι αποδείξεις: «Δεν έχετε πτώμα, ούτε όπλο, ούτε έναν αυτόπτη μάρτυρα», του λέει η δημοσιογράφος. «Πράγματι», απαντά ο αστυνομικός. Θεωρεί όμως πως όλα όσα έχουν βρει –τα ίχνη αίματός της και το DNA του Ντούλου στο σπίτι της– αλλά και οι κινήσεις του τις πρώτες ώρες και ημέρες είναι αρκετά.

Η αστυνομία, εξετάζοντας το σήμα που εξέπεμπε το κινητό του και αναλύοντας όλες τις κάμερες ασφαλείας σε μια άσχετη γειτονιά όπου κινήθηκε το βράδυ της εξαφάνισης, τον εντοπίζει σε ένα αυτοκίνητο να πετάει σακούλες σκουπιδιών. Σε διαφορετικά σημεία της διαδρομής θα βρουν αργότερα 25 αντικείμενα: από σφουγγάρι και πλαστικά μέχρι ρούχα και σουτιέν της Τζένιφερ. Κάποια έχουν το DNA, κάποια το αίμα της.

Πέντε ημέρες αργότερα ο ίδιος θα πάει το κόκκινο αυτοκίνητο για πλύσιμο και θα ζητήσει να αντικατασταθούν τα παλιά καθίσματα. Οι αστυνομικοί εντοπίζουν τα παλιά καθίσματα και πάνω σε αυτά αίμα της Τζένιφερ.

Στις ύποπτες αυτές κινήσεις τον συνοδεύει η τότε σύντροφός του. Η εν λόγω, επίσης κατηγορούμενη, θα εξεταστεί πολλές φορές από την αστυνομία και θα πέσει σε αντιφάσεις.

«Για εμάς, η αυτοκτονία του ήταν παραδοχή της ενοχής του. Ηταν κάποιος που δεν δεχόταν να χάνει. Και είναι απογοητευτικό πως δεν θα δικαστεί», δήλωσε ο αστυνομικός. «Η έρευνά μας, όμως, δεν τελείωσε με τον θάνατό του», ξεκαθαρίζουν. Μαζί και με τον εισαγγελέα ελπίζουν σήμερα πως οι δύο άνθρωποι που επίσης κατηγορήθηκαν για εμπλοκή στην υπόθεση –η τότε σύντροφός του Μισέλ και ένας φίλος του Ντούλου– μπορεί τώρα να μιλήσουν.

Οι ανακρίσεις της Μισέλ

ena-egklima-kai-mia-aytocheiria1
Για περίπου τρεις ώρες η Ρένα Ντούλου απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις –ακόμη και τις πιο δύσκολες– σχετικά με τα ευρήματα της αστυνομίας.

Στην εκπομπή παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά αποσπάσματα από τις ανακρίσεις της Μισέλ. Σε ένα μικρό δωμάτιο, τέσσερις αστυνομικοί την πιέζουν σε σημείο που εκείνη λυγίζει: «Ξέρουμε πως έχεις πληροφορίες. Τον καλύπτεις, είναι ένα άρρωστο καθοίκι», της φωνάζουν. «Θα κάνω ό,τι μου πείτε αλλά σας το ξαναλέω. Δεν έχω κάνει τίποτα. Δεν έχω ιδέα τι έγινε στην Τζένιφερ. Δεν έχω ιδέα πού βρίσκεται», απαντά εκείνη κλαίγοντας. Στο τέλος της εκπομπής αποκαλύπτεται πως ο τρίτος κατηγορούμενος στην υπόθεση, ο φίλος του Ντούλου, που μόλις αποφυλακίστηκε, ζήτησε να καταθέσει πλέον ως μάρτυρας. Ο δικηγόρος της Μισέλ, στη συνέντευξή του, τον κατηγόρησε ανοικτά πως για να γλιτώσει προσπαθεί τώρα να ενοχοποιήσει την πελάτισσά του: «Δεν μπορεί ξαφνικά να θυμήθηκε συζητήσεις στις οποίες ουδέποτε έχει αναφερθεί. Ανυπομονώ να τον εξετάσω στη δίκη». Είναι σαφές πως οι Αρχές ποντάρουν στη μεταξύ τους κόντρα: «Εάν δώσουν στοιχεία και βρεθεί η Τζένιφερ, μπορεί να υπάρξει κάποιου είδους συμφωνία για εκείνους;». «Ασφαλώς», απάντησε ο εισαγγελέας χαμογελώντας.

Η μαρτυρία της αδελφής του και μιας δασκάλας ελληνικών

Το τηλεοπτικό συνεργείο ταξίδεψε και στην Ελλάδα. Επισκέφθηκαν το πατρικό του πίσω από το Χίλτον όπου μετακόμισαν οικογενειακώς όταν ήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, το Κολλέγιο Αθηνών όπου φοίτησε και τον Ναυτικό όμιλο Βουλιαγμένης όπου προπονούνταν στο θαλάσσιο σκι. Κάποιοι από τους επιστήθιους φίλους του, συναντήθηκαν με τους δημοσιογράφους και μίλησαν για έναν έξυπνο και χαρισματικό άνδρα που πάντα ξεχώριζε.

Μπορεί μετά το σχολείο να έφυγε στην Αμερική για σπουδές (εφαρμοσμένα μαθηματικά στο Brown και MBA από το Columbia) αλλά συνέχισε να τους επισκέπτεται με κάθε ευκαιρία. Το 2004 έμαθαν πως ξαναβρέθηκε με μια παλιά του συμφοιτήτρια από πολύ πλούσια οικογένεια. Λίγους μήνες αργότερα ταξίδεψαν για τον γάμο τους και διηγήθηκαν ιστορίες από μια εντυπωσιακή τελετή και ένα ερωτευμένο ζευγάρι.

Η μοναδική συνέντευξη που πήραν στην Ελλάδα ήταν της αδελφής του, της Ρένας Ντούλου. Για περίπου τρεις ώρες απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις –ακόμα και τις πιο δύσκολες– σχετικά με τα ευρήματα της αστυνομίας. Εκείνη, επιμένει στην αθωότητά του, δήλωσε πως έχει πληροφορίες που ανατρέπουν κάποια από τα δεδομένα και είναι αποφασισμένη να αγωνιστεί για να καθαρίσει το όνομά του – κυρίως για να αποκτήσει επαφή με τα πέντε παιδιά του που ζουν στη Νέα Υόρκη με τη γιαγιά τους. Ενα από τα παράπονά της είναι πως τα αμερικανικά μέσα από την πρώτη στιγμή καταδίκασαν τον αδελφό της παρουσιάζοντάς τον ως ένα τέρας που ήταν ανέκαθεν βίαιος και απατούσε τη σύζυγό του, η οποία ήταν μια τέλεια μητέρα και σύντροφος.

Η «Κ» εντόπισε τη Σωτηρία Κοντούλη, μια γυναίκα ελληνικής καταγωγής που κατοικεί στην Αυστραλία και πριν από μερικά χρόνια έζησε με την οικογένεια Ντούλου, ως δασκάλα ελληνικών των παιδιών. Μπορεί να ήταν παλιά γνώριμη του Φώτη αλλά είχε καλές σχέσεις και με την Τζένιφερ. Η ίδια δεν θέλησε να πάρει θέση για το τι μπορεί να έχει συμβεί στην Τζένιφερ, αλλά όπως λέει είχε προβληματιστεί από τη μονόπλευρη κάλυψη του ιστορικού του ζευγαριού. Το καλοκαίρι του 2019 είχε στείλει στον Ντούλο μια επιστολή και είχε προθυμοποιηθεί να μιλήσει –ή να καταθέσει εάν χρειαζόταν– την εμπειρία της. «Αφορμή στάθηκε ένα μπλογκ της Τζένιφερ που χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από τα αμερικανικά μέσα. Εκεί, παρουσίαζε μια τέλεια ζωή. Ομως όλοι όσοι είχαμε ζήσει με την οικογένεια ξέρουμε πως όσα έγραφε δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ηταν η ζωή που θα ήθελε να έχει ή που ήθελαν να πιστεύουν πως έχει», σημειώνει η Κοντούλη. Σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, η Τζένιφερ πάλευε με χρόνια ψυχολογικά προβλήματα και αντιμετώπιζε την οικογένειά της σαν μια καλοκουρδισμένη επιχείρηση, ξοδεύοντας αμέτρητα χρήματα και έχοντας πολλές νταντάδες που απολύονταν όταν δενόντουσαν με τα παιδιά. Ηταν απρόσιτη, δεν είχε φίλους, κοιμόταν κάθε βράδυ στις 8.30, τρεφόταν μόνο με αναψυκτικά και κάτι μικρά σοκολατάκια και ουδέποτε αντιδρούσε –όπως αργότερα ισχυρίστηκε– που τα παιδιά έκαναν σκι. Ηξερε πως λάτρευαν το σπορ και τον πατέρα τους. Παρότι το 2017 είχαν συμφωνήσει να χωρίσουν, όταν κατάλαβε πως ήταν πραγματικά ερωτευμένος με μια άλλη γυναίκα, ξεκίνησε μια εκστρατεία με τη μητέρα της για να τον καταστρέψουν: διεκδικούσαν από εκείνον τεράστια ποσά και πλήρωναν χιλιάδες δολάρια τον μήνα σε δικηγόρους οι οποίοι έπεισαν το δικαστήριο πως ήταν ένας κακός, βίαιος πατέρας και πως η τότε σύντροφός του ήταν επικίνδυνη. Το αποτέλεσμα, όπως λέει η Κοντούλη, ήταν για ένα μεγάλο διάστημα να του απαγορεύεται να βλέπει τα παιδιά του.