ΑΠΟΨΗ

Μ. Γκογκίδη: Όχι άλλη σιωπή στα ΑΕΙ

Μ. Γκογκίδη: Όχι άλλη σιωπή στα ΑΕΙ

Το τελευταίο διάστημα η κοινή γνώμη έχει θορυβηθεί και συγκλονιστεί από τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας. Μεταξύ αυτών ξεχώρισαν οι μαρτυρίες φοιτητριών που καταγγέλλουν κατηγορηματικά καθηγητές –εν ενεργεία και μη– για απρεπείς, ανήθικες, απαράδεκτες συμπεριφορές. Οπως συνηθίζεται άλλωστε, η επικαιρότητα ανάγκασε ή και παρακίνησε πολλούς να προβληματιστούν για το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης, αλλά πολύ περισσότερο για τις συνθήκες μέσα στις οποίες λαμβάνουν χώρα τέτοιου είδους φαινόμενα και τους ανθρώπους που φέρουν –έμμεσα ή άμεσα– ευθύνη για αυτά.

Στο λαϊκό δικαστήριο των social media, των ραδιοφώνων, του καφενείου γενικώς, διαπιστώθηκε πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που απέδωσαν ευθύνες στις γυναίκες για την έως τώρα σιωπή τους, καταλήγοντας μάλιστα στο συμπέρασμα πως για να καθυστέρησαν τόσο να μιλήσουν, κάποιο λάκκο θα έχει η φάβα. Δεν αναρωτήθηκε όμως κανείς από τους επίδοξους δικαστές αν άραγε υπήρχαν ή και υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε μια κοπέλα, ένα αγόρι, μια γυναίκα ή ένας άνδρας να βρει το σθένος και να μιλήσει για μια τέτοια δραματική εμπειρία, που κατά τα άλλα είναι αδύνατο να συλλάβει ένας μέσος νους τις ψυχικές αλλά και σωματικές συνέπειες που επιφέρει για το θύμα.

Παρότι το ακαδημαϊκό περιβάλλον θεωρείται χώρος ελεύθερης έκφρασης και υπεράσπισης δικαιωμάτων, στην πραγματικότητα δεν είναι λίγες οι φορές όπου επιβεβαιώνεται ακριβώς το αντίθετο. Δεν υπάρχει καμία δικλίδα ασφαλείας για την ατομική και συλλογική προστασία, γεγονότα και παράνομες ενέργειες αποκρύπτονται διότι δεν έχουν δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, πρόσωπα λειτουργούν ανεξέλεγκτα –πολλές φορές αυταρχικά– εκμεταλλευόμενα την εξουσία τους προς προσωπικό τους όφελος. Η εξουσία είναι η λέξη-κλειδί όσον αφορά τη λειτουργία των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Τα πάντα θυσιάζονται στον βωμό αυτής, υποχρεώσεις, δικαιώματα, υπολήψεις, ακόμα ακόμα και το ίδιο το έργο των πανεπιστημίων, που δεν είναι άλλο από την έρευνα και τη διδασκαλία. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που οι φοιτητές στην πλειονότητά τους έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους προς τα θεσμικά όργανα του πανεπιστημίου. Διότι αυτά έχουν πάψει προ πολλού να υπερασπίζονται την παιδεία, την ακαδημαϊκή ελευθερία, την πρόοδο. Δεν ασκούν τις εξουσίες τους ανιδιοτελώς, δεν το έκαναν ποτέ.

Ποιες είναι όμως αυτές οι προϋποθέσεις, ώστε αφενός μια φοιτήτρια ή ένας φοιτητής να καταγγείλει με θάρρος ένα συμβάν καθώς και τους εμπλεκομένους σε αυτό και αφετέρου να εξασφαλίζεται η αποκάλυψη της αλήθειας, η άμεση παρέμβαση της Δικαιοσύνης και η συνακόλουθη απόδοση ευθυνών; Η πρόταση διάφορων φορέων για την ύπαρξη ενός συμβουλευτικού ψυχολόγου αλλά και ενός ανεξάρτητου νομικού φορέα, αρμόδιου για καταγγελίες σωματικής ή άλλου είδους βίας και παρενόχλησης, μπορεί να προσφέρει μια άμεση και ουσιαστική λύση, όχι μονάχα για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών, αλλά ακόμη και για την πρόληψή τους.

Η μέριμνα για την ψυχική υγεία είναι εξίσου απαραίτητη με την τήρηση του νόμου, διότι εντέλει το αποτύπωμα μιας εμπειρίας που περιλαμβάνει οποιαδήποτε μορφή βίας είναι σκληρό και συχνά μένει ανεξίτηλο. Η πολύπλευρη θωράκιση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων αλλά και όλων των εκπαιδευτικών δομών κρίνεται επιβεβλημένη, διότι μονάχα έτσι θα σπάσει η σιωπή, μονάχα έτσι οι όποιες καταγγελίες θα μπαίνουν στον δρόμο της Δικαιοσύνης, μονάχα έτσι θα εξασφαλίζονται στην πράξη τα δικαιώματα.

Η υπεράσπιση των γυναικών και των ανδρών που υφίστανται σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση πρέπει να θεωρείται αυτονόητη, δίχως «αλλά» και «ναι, όμως». Ακριβώς αυτά τα «αλλά» και τα «ναι, όμως» είναι που έδωσαν σε πολλούς το περιθώριο να αμφισβητούν τα αδιαμφισβήτητα, να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα, να επιτρέπουν τα ανεπίτρεπτα. Η κοινή λογική, έτσι όπως την αντιλαμβάνονταν οι πατριαρχικές και συντηρητικές κοινωνίες κάποτε, έχει ορθώς αλλάξει σε πολλά επίπεδα της καθημερινής μας δραστηριότητας. Δεν μπορεί όμως αυτή η μεταβολή να υφίσταται όσον αφορά αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα και κεκτημένα. Τα ακαδημαϊκά ιδρύματα οφείλουν να σταθούν αρωγοί σε αυτά τα δικαιώματα αλλά και να εκπροσωπούνται από ανθρώπους αντάξιους για έναν τέτοιο σκοπό.
 
* Η κ. Μαριαλένα Γκογκίδη είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας, τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ.