ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προέβαλε άλλοθι, πρότεινε μάρτυρες

Ο Δημήτρης Λιγνάδης επιχείρησε να αποδομήσει το βαρύ κατηγορητήριο

proevale-allothi-proteine-martyres-561277024

Με την απολογία του Δημήτρη Λιγνάδη, που κατηγορείται για δύο βιασμούς κατά συρροήν, εξελίχθηκε χθες η δικαστική έρευνα για καταγγελίες σεξουαλικών κακοποιήσεων που έχουν συγκλονίσει την κοινή γνώμη και έχουν προκαλέσει ακόμα και πολιτική αντιπαράθεση.

Ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης, με πολυσέλιδο υπόμνημα αλλά και διά ζώσης ενώπιον της ανακρίτριας, επιχείρησε να αποδομήσει το βαρύ κατηγορητήριο, την αξιοπιστία των μηνυτών του, ενώ επικαλέστηκε, και στις δύο περιπτώσεις των βιασμών, άλλοθι ως προς τον τόπο και τον χρόνο που κατά το κατηγορητήριο προέβη στις κακουργηματικές πράξεις. Σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε ο ίδιος στην ανακρίτρια και όσα περιγράφονται στο υπόμνημά του, που φέρει την υπογραφή του συνηγόρου του, Αλέξη Κούγια, ο κατηγορούμενος αρχικά αρνείται τις κατηγορίες περί βιασμού. 

Θεωρεί την εμπλοκή του στην υπόθεση «κατασκευασμένη» και αποδίδει την κατασκευή, όπως ισχυρίζεται, στον φθόνο που χρόνια είχε προκαλέσει στον χώρο του θεατρικού συνδικαλισμού, με τον οποίο είχε βρεθεί πάντα αντιμέτωπος. «Τα πρόσωπα αυτά», αναφέρει, «με φθονούν από τότε που ξεκίνησα την καριέρα μου, η δε εχθρότητα και ο φθόνος υπήρχε όλα αυτά τα χρόνια που πρωταγωνιστώ ως ηθοποιός και σκηνοθέτης».

Οσον αφορά την καταγγελία για βιασμό ανηλίκου το καλοκαίρι του 2015, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η καταγγελία είναι ψευδής και ανυπόστατη, ότι δεν ήταν καν τον Αύγουστο εκείνο στην Επίδαυρο, όπου φέρεται ότι τέλεσε το βαρύ αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Ειδικότερα, στην ανακρίτρια υποστήριξε και στο υπόμνημά του αναφέρει πως εκείνο τον Αύγουστο δεν είχε παράσταση στην Επίδαυρο, ούτε είχε σκηνοθετήσει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου καμία παράσταση, ούτε πήγε σε ξενοδοχείο της περιοχής, ούτε διέμεινε κάποιο βράδυ. Αντιθέτως επικαλείται ως άλλοθι τη διαμονή του από την 1η έως τις 15 Αυγούστου στην Ιθάκη μαζί με τον αδελφό του και την κόρη του αδελφού του, σε σπίτι φίλων τους, τους οποίους κατονομάζει και προτείνει να εξεταστούν ως μάρτυρες. «Κορυφαία όμως απόδειξη του ψεύδους των καταθέσεών του», αναφέρεται στο υπόμνημα Λιγνάδη, «αποτελεί το γεγονός ότι, όπως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που έχω προτείνει και φωτογραφίες εκείνων των ημερών που προσκομίζω, από την 1η Αυγούστου 2015 μέχρι τέλη Αυγούστου 2015 βρισκόμουν συνεχώς την Ιθάκη για διακοπές μαζί με τον αδελφό μου και την κόρη του, φιλοξενούμενοι από την προσωπική μου φίλη, συνάδελφο και τον πρώην σύζυγό της».

Σχετικά με τη δεύτερη καταγγελία, για βιασμό ανηλίκου το 2010 στο σπίτι του, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι και αυτή η καταγγελία είναι ψευδής, ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται ότι συνέβη το βαρύτατο αδίκημα εκείνος ήταν στην Αίγυπτο με άλλο σκηνοθέτη και προς τούτο προσκομίζει τα εισιτήρια του ταξιδιού εκείνου, ενώ αμφισβητεί στο σύνολό της την καταγγελία εις βάρος του.

Σε κάθε περίπτωση, επιχειρεί να καταδείξει ότι ούτε οι μάρτυρες έχουν αληθείς μαρτυρίες, καθώς σημειώνει, μεταξύ πολλών άλλων, σειρά ανακριβών στοιχείων στις καταθέσεις τους, ενώ συμπερασματικά στο υπόμνημά του αναφέρει: «Είμαι αθώος, ουδέποτε στη ζωή μου εκδήλωσα ερωτικό – σεξουαλικό ενδιαφέρον για ανήλικα πρόσωπα, ουδέποτε ήρθα σε ερωτική – σεξουαλική επαφή με οποιοδήποτε ανήλικο πρόσωπο, με ή χωρίς τη συναίνεσή του, ουδέποτε έχω κάνει χρήση ναρκωτικών και ουδέποτε κάτι είχα ούτε διέθεσα σε οποιονδήποτε τρίτο οποιαδήποτε ναρκωτική ουσία».

Πάντως, το αίτημά του για ακυρότητα της διαδικασίας, ότι δηλαδή κακώς συνελήφθη με ένταλμα των δικαστικών αρχών, απορρίφθηκε από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, γεγονός που σηματοδοτεί την επικύρωση της ορθότητας της απόφασης για τη σύλληψή του, με δεδομένο ότι οι κατηγορίες εις βάρος του αφορούσαν βιασμούς ανηλίκων, και οι εισαγγελικές αρχές δεν είχαν παρά την υποχρέωση να κινηθούν προς διασφάλιση κάθε περίπτωσης επανάληψης των κακουργηματικών πράξεων. Ωστόσο, οι όποιοι ισχυρισμοί του και τα στοιχεία που προσκόμισε ενώπιον των δικαστικών αρχών αξιολογούνται και ελέγχονται, και μόνοι αρμόδιοι να τα κρίνουν είναι ανακριτής και εισαγγελέας.