ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ιστορία και Αποκάλυψη

istoria-kai-apokalypsi

Τα γεγονότα και τις καταστάσεις στη ζωή τα προκαλούν, τα αναπαράγουν είτε τα ανατρέπουν νοοτροπίες ή λογικές εν είδει συμπεριφορών. Σημείο αναφοράς αυτών των τρόπων σκέψεως είναι εικόνες του κόσμου και του χρόνου. Εάν ο κόσμος υπάρχει αιώνια, ο χρόνος του οργανώνεται για την κοινωνία επαναληπτικά και το παρόν μένει στην ανακύκλωσή του ασάλευτο, παρασύροντας και το μέλλον. Ο άνθρωπος αυτού του κόσμου είναι συναισθηματικός, έτοιμος για φαντασιώσεις και ονειροπολήματα, ανυπόμονος, απρόσεκτος και ανοργάνωτος, ενώ στην πράξη του εκκινεί από το ιδεατό τέλος, για να καταλήξει όπως όπως στην αρχή. Με αφετηρία τούτη την παρατήρηση, επιχειρώ να διαβάσω στα κείμενα, στους μύθους, στα όνειρα ή στις περιστάσεις, τους τρόπους της σκέψεως που οδηγούν με τις λογικές τους σε επιλογές και στάσεις με μακρόβιες πρακτικές για την κοινωνία και τους ανθρώπους της. Η προσέγγιση εξ αποστάσεως μου παραχωρεί ένα ενεργό παρόν μέσα στον χρόνο αντί να τον υφίσταμαι.

Από τη μετάλλαξη της ελπίδος σε τυφλή χιλιαστική πεποίθηση, με τον μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά, θα περάσω στη διαπλοκή του παρόντος και της ανιστορικότητος. Αφορμή μου έδωσε η «Εξήγησις εις την του Ιωάννου του Υψηλοτάτου Θεολόγου Αποκάλυψιν», έργο του Αρτινού ιερομονάχου Ζαχαρία Γεργάνου. Πρόκειται για ένα από τα είκοσι υπομνήματα στην Αποκάλυψη, που μας κληροδότησε η Τουρκοκρατία, γραμμένο το 1622 και εκδεδομένο από τον καθηγητή Αστέριο Αργυρίου (Αρτος Ζωής, 1991).

Ο Γεργάνος (β΄ ήμισυ 16ου αι. – μέσα 17ου αι.) μεγάλωσε σε λατινόφωνο περιβάλλον (ρωμαίος είμαι τη πίστει, λατίνος δε τη γλώσσα), ανήκε δε στην τότε φιλοπροτεσταντική μερίδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως και ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης. Το 1619 μετέβη στη Βιττεμβέργη της Γερμανίας, όπου και παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας, φιλοσοφίας και θετικών επιστημών. Ηταν κληρικός με βαθιά πίστη και πόνο για τις δοκιμασίες των υποδούλων Ελλήνων, τους οποίους προσπαθούσε να συντρέξει με κάθε δύναμη. Στήριξε τη συγγραφή του στην Αγία Γραφή, στους Πατέρες της Εκκλησίας, σε αρχαίους ή νεότερους φιλοσόφους και, μόνος από τους Ελληνες σχολιαστές της Αποκαλύψεως, στις θετικές επιστήμες της εποχής του, ενώ πρώτος αυτός τόλμησε να ταυτίσει τον Αντίχριστο με τον Μωάμεθ και τον Πάπα.

Με την ερμηνευτική του εργασία ο Γεργάνος ήθελε να στηρίξει τους Ελληνες στη χριστιανική τους πίστη και να τους περάσει το μήνυμα ότι ζουν στους εσχάτους χρόνους. Για να το πετύχει έπρεπε να απευθυνθεί κυρίως στην επιθυμία και όχι στην κρίση τους, να τους πει ό,τι θα ήθελαν να ακούσουν. Εξ ου και ο λόγος του ήταν παραμυθητικός, διόλου θεωρητικός, στόχευε κατευθείαν το λαϊκό αίσθημα και πρότεινε ως μεταφυσικό φάρμακο για τα δεινοπαθήματα των Ρωμιών τη βεβαιότητα ενός αρξαμένου τέλους του κακού. Θα προχωρήσει λοιπόν εισάγοντας στοιχεία ιστορικά στην υπεριστορικότητα της Αποκαλύψεως και θα αξιοποιήσει επί τούτω κυρίως το έβδομο, όγδοο και ένατο κεφάλαιο της συγγραφής του Ευαγγελιστή. Δεν καταγράφει απλώς τα δεινά των ραγιάδων αλλά τα εντάσσει στην προοπτική της «εκβάσεως των πραγμάτων», διαβάζει δηλαδή το αποκαλυπτικό κείμενο στο φως της ιστορικής πραγματικότητας του καιρού του. Οτι επιστρατεύει στην εργασία του το ζωντανό παρόν δεν είναι τυχαίο: πρέπει να τον επηρέασε το ευαίσθητο στην ανθρώπινη κατάσταση προτεσταντικό πνεύμα. Η προσέγγισή του θα επηρεάσει τη διαδρομή του ορθοδόξου ερμηνευτικού ρεύματος της Αποκαλύψεως.

Ετσι, εκεί όπου γίνεται λόγος (VII, 5γ) για τη σφράγιση όσων ανθρώπων από τις φυλές του Ισραήλ ανήκουν στον Θεό, οι 12.000 πιστοί από τη φυλή Γαδ, σφραγίζονται μαζί με όσους υπέφεραν και βασανίστηκαν για να κερδίσουν τον Χριστό («και εμείς τώρα οπού όχι μόνον πιστεύομεν εις τον Χριστόν, αλλά και διά αυτόν πολλά παθαίνομεν. Διά τούτου έχομεν να κερδίσομεν την Ανω Ιερουσαλήμ, τον παράδεισον»). Το ίδιο ισχύει και για τους 12.000 σφραγισμένους της φυλής Ασήρ, όπου «διά τον Χριστόν και μωροί και φρόνιμοι λέγονται και καταφρονούνται πολλά υπό των εθνών, καθώς εμείς οι Ρωμαίοι, διά τον Χριστόν και την πίστην οπού μας έδωσε, ήμεσθεν καταφρονημένοι από όλους τους ασεβείς και τους αιρετικούς», τους Μουσουλμάνους δηλαδή και τους Λατίνους.

Με τη σφράγιση των πιστών του Ισραήλ, ο Γεργάνος βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει την τότε κρατούσα κατάσταση και να στηρίξει τους ωδινωμένους Ορθοδόξους Ελληνες, ηθικά και πνευματικά, εξομοιώνοντάς τους με τους προφήτες, τους αποστόλους και τους μάρτυρες, υπενθυμίζοντάς τους τη μακαριότητα που τους περιμένει στους ουρανούς («Μακάριοι και καλότυχοι είναι εκείνοι οπού διά προσερνούς κόπους κερδαίνουν ανάπαυσιν παντοτινήν»).

Τι σημαίνει η προτροπή στην υπομονή, συνδυαζόμενη με τη διαβεβαίωση ότι η δοκιμασία είναι πρόσκαιρη και το τέλος του Αντιχρίστου επί θύραις; Πώς αυτό συμβιβάζεται με την ιστορικότητα του παρόντος; Πιθανότατα ανταποκρίνεται στο παράγγελμα του Ιησού «αγαπάτε τους εχθρούς υμών και προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων υμάς» και στην εμφατική του υπόδειξη «εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ· όστις σε ραπίζει εις την δεξιάν σιαγόνα στρέψον αυτώ και την άλλην». Προτροπή και παράγγελμα έχουν ορισμένη σημασία η οποία ξεπερνά τις λέξεις τους. Με το παράδοξο της αγάπης του εχθρού, ο Χριστός αντιπαραθέτει στο συμβατικό καλό το εσωτερικευμένο και προσθέτει εμμέσως την ιδέα ότι το κακό εδρεύει εκτός μας, οπότε του δίνουμε περισσότερο χώρο αντιπαλεύοντάς το με τον τρόπο του. Η απόφανση «τα του καίσαρος τω καίσαρι, τα του Θεού τω Θεώ» είναι μια εξισορροπητική φυσιολογική συνέπεια των προηγουμένων, όπως και στάση της Εκκλησίας, η οποία διδάσκει την αγάπη και συστήνει υπομονή.

Τα πράγματα άλλαξαν όταν άρχισαν να ταράζουν τη ζωή των χριστιανικών κοινωνιών οι ανταγωνισμοί για την εξουσία και οι πόλεμοι με ξένους λαούς και διαφορετικά θρησκεύματα, ενώ με τους Νέους χρόνους φούντωσαν οι διαμάχες μεταξύ των χριστιανικών λαών, που διεκδικούσαν επιβεβαίωση και επιβολή στις λογικές των ιδεών και των συμφερόντων. Μάλιστα στις συνθήκες της νεωτερικότητος, το κακό μετανάστευσε μέσα μας, στη σφαίρα της θελήσεως και της αποφάσεως, ο δε αγώνας εναντίον του δίνεται στο πεδίο της σκέψεως και της πράξεως. Την παγκοσμίωση του ιστορικού γίγνεσθαι ακολούθησε κατά πόδας ένας πολιτικός πολιτισμός πανανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιών, οπότε η αντίσταση εναντίον του κακού, της ισχύος και της κατισχύσεως νομιμοποιήθηκε ηθικά χωρίς να τίθεται επ’ αμφισβήτηση η χριστιανική διδασκαλία της αγάπης. Τα άτομα και τα σύνολα ταυτίζονται πλέον με τις αξίες τους, όμως αντί να γυρίσουν και το άλλο μάγουλο αντιπαλεύουν το κακό. Οι ίδιες οι εθνικές εκκλησίες ευλογούν τον στρατό και τον πόλεμο.

Η κατάσταση ωστόσο γίνεται πιο περίπλοκη έως συγκεχυμένη, όταν αντιλαμβανόμαστε το εκάστοτε παρόν ως απόλυτο «εδώ και τώρα» κι εμάς σαν επιβάτες του εν γνώσει ή εν αγνοία. Σε μια τέτοια περίπτωση αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα συναισθηματικά (διάβαζε: ανιστορικά) και ενθαρρύνουμε τη συνείδηση να ανοιχτεί στην ψευδαίσθηση, καλωσορίζουμε κάθε είδους χιλιασμό και φορούμε γυαλιά που κάνουν το άσπρο μαύρο. Είναι ο καλύτερος τρόπος να κυβερνά το παρελθόν και να μην κινείται τίποτα. Το βιώνουμε αδιάλειπτα στα διακόσια χρόνια της αγχώδους ανεξαρτησίας μας.

Τι σχέση έχουν όλα τούτα με την Εξήγησιν του Γεργάνου; Αφ’ ης στιγμής συμβουλεύει παρηγορητικά τους Ελληνες να κάνουν υπομονή, τους προτείνει μία «εσχατολογία» της καρτερίας, μία ελπίδα εξ ουρανού. Ομως το προαιώνιο θέλημα του Θεού φέρνει μαζί του την ανιστορικότητα, δεσμεύει το μέλλον στο παρελθόν, καθώς δεν χρειάζεται την ιστορική πράξη και μαζί της τη δημιουργία του νέου. Αρκεί τα θύματα των κατακτητών να ξέρουν ότι ο χρόνος στον οποίο ζουν είναι και χρόνος της εξολοθρεύσεως του Αντιχρίστου και των ιστορικών του ενσαρκώσεων – του Μωάμεθ και του Πάπα. Στον ορίζοντα του αχρόνου παρελθόντος το ιστορικό παρόν μυθολογείται, ενώ το μέλλον της λυτρώσεως από τα δεινά διεκδικεί αναπαυτικά ουράνια πληρότητα νοήματος της ζωής.

Η εγγύτητα του λυτρωμού εξορκίζει και συνάμα απορροφά την ενέργεια του παρόντος, για να το εγκαταλείψει γυμνό στην ακινησία ενός αποπετρωμένου κόσμου. Ο Γεργάνος επιμένει εμφατικά στην οδύνη των υποδούλων Ρωμιών. Αναγνωρίζει την αμεσότητα του παρόντος χρόνου, όχι όμως και την κρισιμότητά της ως πεδίο αποφάσεων, ώστε να την εσωτερικεύει ο πιστός αναλαμβάνοντας την ευθύνη της. Εδώ πρωταγωνιστεί η παράσταση του παρόντος, από κοινού με την ανακυκλούμενη χρονικότητα, η οποία επιπολάζει μέσα της. Ο υπομνηματιστής μας την αξιοποιεί παραμυθητικά σαν τέλος του βασανιστηρίου καιρού των συμπατριωτών του. Εσωτερικεύοντας το παρόν σαν «εδώ και τώρα», ευνοούμε την ιστορική συνείδηση, η οποία περικλείει μαζί με τη συλλογική και την ατομική προοπτική. Με ανεσωτερίκευτο το παρόν, παραδιδόμαστε στην αίσθηση ή στην έξαρση της συγκυρίας. Το κακό τελειώνει εδώ κάτω στον κόσμο μας· το καλό ανατέλλει με τη Βασιλεία του Θεού.

Ο εγχρονισμός της θείας μου λύσεως φέρει επάνω του εξ ορισμού το στίγμα της ανιστορικότητος. Ο Ζαχαρίας Γεργάνος προσλαμβάνει το «εδώ και τώρα» σαν παρόν χωρίς «πριν» και «μετά» και η αντίληψή του διαρκεί με ποικίλους τρόπους και ισχυρά ερείσματα στην ορθόδοξη συνείδηση μέχρι σήμερα. Συνιστούσε και εξακολουθεί να συνιστά αυτοβεβαιωτική επιλογή, με αιχμή τον υπερκαθορισμό της πραγματικότητος από την ασφάλεια του δεδομένου παρελθόντος και του προδιαγεγραμμένου μέλλοντος.

Ηταν αναπόφευκτο, με τέτοια δεδομένα, το εγχείρημα του Γεργάνου να δημιουργήσει προϋποθέσεις για μία ετερόφωτη ιστορικότητα, με ατροφική αναπλαστική δύναμη, και για μια ιστοριογραφία ρηχή, υπό την έννοια ότι επιμένει στα γεγονότα παραβλέποντας τις ψυχές οι οποίες τα υποκινούν. Η συγκομιδή του υλικού ασφαλώς είναι πλούσια, η εσωτερική όμως γέννηση και αναγέννηση του νοήματος που ενώνει τις ψυχές με τις πράξεις, είναι απούσα. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί, αφού η τυποποίηση του νοήματος υποθάλπει έναν ανυποχώρητο ιδεολογισμό, ο οποίος υποχρεώνει τον Θεό της Ελλάδος να βάζει κάθε τόσο σωτήρια το χέρι του στην πολυτάραχη εθνική διαδρομή μας; Να ευχόμαστε στο άκτιστο της ουσίας του ν’ αντιστοιχεί ένα άκτιστο της υπομονής του.

* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.