ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο Μεγάλος, το σκοινί και ο ξενώνας

Τα προβλήματα και οι ιδιαιτερότητες των αστέγων της Αθήνας και οι δράσεις του δήμου για να τους βοηθήσει

Ο Μεγάλος, το σκοινί και ο ξενώνας

«Ακόμα και την προηγούμενη εβδομάδα με τον χιονιά υπήρχαν άνθρωποι που επέμεναν να μείνουν έξω. Και εμείς τους στηρίζουμε σε αυτή τους την απόφαση γιατί αυτό είναι το σωστό. Τους δίνουμε κουβέρτες, μπουφάν», λέει στην «Κ» ο Λάμπρος Μουστάκης εργαζόμενος στο ΚΥΑΔΑ (Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης Δήμου Αθηναίων).

Αυτή τη στιγμή οι υποδομές του Δήμου Αθηναίων θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν όλους τους ανθρώπους που ζουν ως άστεγοι στα όρια του δήμου, περίπου 250 άτομα σύμφωνα με εκτιμήσεις. «Βάσει της απογραφής του 2018 οι άστεγοι στην Αθήνα ήταν περίπου 500. Σήμερα εκτιμάμε ότι έχουν μείνει λιγότεροι, περίπου 250», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του ΚΥΑΔΑ Γρηγόρης Λέων, επισημαίνοντας ότι σύντομα θα πραγματοποιηθεί νέα καταγραφή. «Κάποιοι όμως επιμένουν να παραμένουν έξω».    

Δεν γίνεται να μη ρωτήσω, «γιατί». «Ξέρετε, συνήθως αυτοί που θέλουν να μείνουν στον δρόμο παρουσιάζουν τρεις δικαιολογίες» εξηγεί ο κ. Μουστάκης. «Λένε: δεν θέλω να μου δίνουν εντολές, να χρειάζεται να υπακούω σε διαταγές ή ζητούν να τους εξασφαλίσεις ότι το μέρος όπου μένουν στον δρόμο θα μείνει “ελεύθερο” αν θελήσουν να επιστρέψουν ή ζητούν να πάρουν μαζί και το ζωάκι που προσέχουν. Αυτό το τελευταίο δεν γίνεται, εδώ στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμα τέτοιοι ξενώνες», εξηγεί. 

Ο ίδιος γνωρίζει καλύτερα ίσως από τον καθένα, αφού το 2012 βρέθηκε να κοιμάται στον δρόμο και έπειτα για πολλά χρόνια φιλοξενήθηκε στον ξενώνα του Δήμου Αθηναίων. Γεννήθηκε στη Βραζιλία από Ελληνες γονείς και το 1997 αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα να «ξεκινήσει μια καινούργια φάση στη ζωή του» όπως λέει. Πώς ένας άνθρωπος που μιλάει ισπανικά, πορτογαλικά και ιταλικά, έχει τελειώσει τεχνική σχολή και δούλεψε για 12 χρόνια σε ξενοδοχεία της Αθήνας, βρέθηκε να μένει στον δρόμο; «Εγινε. Μια μέρα έφυγα από το σπίτι που νοίκιαζα γιατί δεν είχα να πληρώσω και απλά κοιμήθηκα στον δρόμο. Βέβαια στον δρόμο δεν κοιμάσαι, μόνο κλείνεις τα μάτια. Οταν τα ξανανοίγεις, νομίζεις έχουν περάσει ώρες αλλά τελικά ήταν μόνο λίγα λεπτά. Το μυαλό σου, όταν είσαι στον δρόμο, δεν κοιμάται ποτέ», απαντά.  
Πλέον, όπως λέει, ένα πράγμα εύχεται κάθε βράδυ πριν κλείσει το φως για να κοιμηθεί στο σπίτι του. «Να ξυπνήσω το πρωί και να έχω κουράγιο να μπορέσω να προσπαθήσω». 

Η αστεγία ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή του. «Στη Βραζιλία σπούδασα ελεγκτής ποιότητας κρεάτων. Δούλεψα εκεί και μετά πήγα για δουλειά στην Αργεντινή. Οταν ήρθα στην Ελλάδα δεν βρήκα δουλειά σε αυτόν το τομέα. Επιασα όμως δουλειά σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας». Το αφεντικό του είχε και άλλα μικρά ξενοδοχεία στην πόλη και έτσι υπήρχε πολύ δουλειά για μία 12ετία. «Ολα πήγαιναν μια χαρά μέχρι που άρχισε η οικονομική κρίση και ήρθε η πρώτη σφαλιάρα. Ηρθε το ΔΝΤ στην Ελλάδα – μάλλον εγώ φταίω γιατί σε κάθε χώρα που πάω έρχεται το ΔΝΤ», λέει γελώντας. «Ενα ένα τα ξενοδοχεία άρχισαν να κλείνουν». Το 2011 ο εργοδότης του βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάσταση. «Μας είπε “δεν μπορώ άλλο να σας πληρώνω. Πρέπει να πάτε στο ταμείο ανεργίας”». Ο κ.  Μουστάκης μετά ένα χρόνο στην ανεργία και αφού δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να βρει δουλειά αναγκάστηκε να φύγει από το διαμέρισμα που νοίκιαζε στην πλατεία Βικτωρίας. 

Μόνο ένα σακ βουαγιάζ

«Αφησα τα περισσότερα έπιπλα στο σπίτι για τα χρωστούμενα. Μερικά πράγματα και ρούχα τα πήγα στην αποθήκη ενός φίλου μου. Εγώ πήρα μαζί μου μόνο ένα σακ βουαγιάζ και το σκουτεράκι μου. Αυτό το κράτησα για να μπορώ να κινούμαι». 

Ενα μήνα αργότερα βρήκε θέση στο Ιδρυμα Αστέγων του Δήμου Αθηναίων, όπου και έμεινε τα επόμενα δέκα χρόνια, με μικρές διακοπές. Κατά καιρούς δούλευε. «Στο περιοδικό δρόμου “Σχεδία” από το πρώτο τεύχος. Και το 2014-2015 όταν είχαν έρθει όλοι οι ξένοι δημοσιογράφοι στην Αθήνα, έκανα τον μεταφραστή. Καλό μεροκάματο και εξασφαλισμένο φαγητό», θυμάται. Αλλά τα χρήματα δεν ήταν αρκετά και κυρίως δεν ήταν σταθερά για να μπορέσει να νοικιάσει δικό του σπίτι. 

Τον τελευταίο χρόνο έχει προσληφθεί στον ΚΥΑΔΑ και εργάζεται στον ξενώνα αστέγων. «Οταν με πήραν τηλέφωνο, δεν το πίστευα. Βλέπεις είμαι 59 χρόνων, δεν πίστευα ότι κάποιος θα με ήθελε για δουλειά», λέει. Σήμερα τα βγάζει πέρα και μπορεί να πει ότι κάτι περισσεύει κιόλας. 

Ο Μεγάλος, το σκοινί και ο ξενώνας-1

Ο Γρηγόρης Λέων, πρόεδρος του ΚΥΑΔΑ, ιατροδικαστής, είναι υπερήφανος που τρεις συνολικά άνθρωποι, οι οποίοι ήταν πρώην φιλοξενούμενοι στις δομές αστέγων του Δήμου Αθηναίων, τώρα εργάζονται και υποστηρίζουν άλλους που έχουν ανάγκη.  

Η ενίσχυση της υποστήριξης των αστέγων είναι το κύριο μέλημά του, με την αύξηση των ομάδων street workers, των ανθρώπων δηλαδή που καθημερινά επισκέπτονται τους άστεγους στα σημεία όπου βρίσκονται, μιλούν μαζί τους και τους παρέχουν βοήθεια σε ό,τι χρειάζονται. «Συνήθως είναι δεκτικοί, θέλουν να μιλήσουν, να πουν την ιστορία τους», λέει η Ρούλα Κουτρουμάνου που εργάζεται ως κοινωνική λειτουργός και φροντίζει περίπου 25 άστεγους σε κάθε βάρδιά της. Συνήθως πολίτες τηλεφωνούν ή στέλνουν μέιλ για ανθρώπους που βρίσκονται στον δρόμο και χρειάζονται βοήθεια. Συχνά όμως οι υπηρεσίες του δήμου γνωρίζουν και τα σημεία όπου «μένουν» οι άστεγοι.

Οικογένειες με παιδιά

«Πολλές φορές νομίζουμε ότι οι άνθρωποι στον δρόμο θα είναι επιθετικοί, αλλά αυτό δεν ισχύει στις περισσότερες περιπτώσεις», λέει ο Βασίλης Παπαθανασόπουλος νοσηλευτής και κοινωνικός λειτουργός, ο οποίος επίσης εργάζεται στις ομάδες street workers. «Ο κοινωνικός αποκλεισμός γεννά περισσότερα προβλήματα», συμπληρώνει. Το πιο δύσκολο είναι «όταν έχουμε οικογένειες με παιδιά στον δρόμο. Συνήθως είναι πρόσφυγες», καταλήγει.  

«Ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος. Είναι ένας λάκκος που έχει μόνο δύο πόρτες. Η μία, η κάτω πόρτα, οδηγεί στην παρανομία και από εκεί πας ή στη φυλακή ή στο νεκροταφείο. Η άλλη, είναι να βρεις ένα σκοινί και να πιαστείς. Εμένα ο Μεγάλος μου έριξε το σκοινί, όταν βρήκα θέση στον ξενώνα. Δόξα τω Θεώ δεν άνοιξα την κάτω πόρτα», καταλήγει ο κ. Μουστάκης. 

Η θητεία του στα βάσανα, τον βοηθά στη δουλειά του στον ΚΥΑΔΑ. «Ξέρω πώς νιώθουν πολλοί άνθρωποι που έρχονται εκεί. Πρέπει να καταλαβαίνεις, να μιλάς με ευγένεια, με σεβασμό. Αν προσπαθήσεις να επιβάλεις κάτι με τσαμπουκά, έχεις χάσει».