ΑΠΟΨΗ

Δ. Αναστασόπουλος: «Μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη» βεβαίως!

d-anastasopoylos-metarrythmiseis-sti-dikaiosyni-vevaios-561281407

Διαβάζοντας στην κυριακάτικη «Καθημερινή» πρόσφατα το εκτενές άρθρο του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη με τίτλο «Μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη», μου ήρθε στο μυαλό το εξής απόσπασμα από άρθρο του 1885. «Ουδέ εις, νομίζομεν, ο αρνούμενος, ότι η μηχανή της εν Ελλάδι δικαιοσύνης κακώς και βραδέως λειτουργεί. Φυσικωτάτη τούτου συνέπεια, ότι και αι περί των οικονομικών της χώρας παρήγοροι υποσχέσεις εξελέγχονται ονειροπολήματα και τα περί πολυαρίθμων στρατιών και αξιομάχων στόλων σχέδια ναυαγούσι, και η διοίκησης παραλύει και οι δήμοι οπισθοδρομούσι και πάντα απελπιστικώς θραύονται προ του δεινού σκοπέλου – της ψηφίσεως νόμων, μη εφαρμοζομένων» (το άρθρο αυτό, υπό τον τίτλο «Η δικαστηριακή αναδιοργάνωσις εν Ελλάδι» και συγγραφέα τον Γ. Φιλάρετο, υπουργό Δικαιοσύνης το 1892, περιλαμβάνεται στην έκδοση με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο ασάλευτος χρόνος της ελληνικής δικαιοσύνης», εκδόσεις Καλλιγράφος). 

Δυστυχώς φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά έκτοτε. Οπως άλλωστε δεν έχει αλλάξει και η διάθεση των πολιτικών μας να διαπιστώνουν τα προβλήματα αντί να τα λύνουν. Θα ανέμενε, δε, κανείς από τον πρώην πρωθυπουργό να αναφερθεί και στα δικά του πεπραγμένα κατά την οκταετή πρωθυπουργία του στον χώρο της Δικαιοσύνης, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να κρίνει και να συγκρίνει τι σωστό μπορεί να έγινε τότε που δεν γίνεται τώρα.

Η αλήθεια είναι ότι πράγματι πολλές από τις διαπιστώσεις του κ. Κ. Σημίτη είναι ορθές, όπως και κάποιες από τις προτάσεις του. Πρόκειται, όμως, για διαπιστώσεις κοινές όλων, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, και για προτάσεις αποσπασματικές, χωρίς συνολική και οραματική θεώρηση του χώρου της Δικαιοσύνης. Βεβαίως κάθε πρόταση είναι καλοδεχούμενη και μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Αλήθεια ωστόσο είναι ότι διαχρονικά οι κυβερνήσεις δεν ιεράρχησαν τον χώρο της Δικαιοσύνης ψηλά στις προτεραιότητές τους, και πάντως ποτέ τόσο ψηλά όσο αρμόζει σε έναν εκ των βασικών πυλώνων της δημοκρατίας μας. Αυτή η διαπίστωση απουσιάζει από το άρθρο του κ. Κ. Σημίτη, όπως και απουσιάζει η πρόταξη επίλυσης των αυτονόητων, καθώς μεταρρυθμίσεις σε σαθρά ντουβάρια είναι δύσκολο να στεριώσουν.

Λέγοντας, δε, σαθρά ντουβάρια κυριολεκτούμε, καθώς αρκεί μια βόλτα στο μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της χώρας, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για να διαπιστώσει κανείς τις άθλιες συνθήκες υποδομών που επικρατούν. Αντικρίζοντας εκεί τις τρύπιες ψευδοροφές, τα πλημμυρισμένα πατώματα, την έλλειψη θέρμανσης, τις πεταμένες στο πάτωμα στοίβες δικογραφιών, τις τεράστιες ουρές συνηγόρων στις γραμματείες και τόσα άλλα, αντιλαμβάνεται πόση αξία έχει προσδώσει διαχρονικά η πολιτεία στη Δικαιοσύνη. Ας επιλύσουμε πρώτα αυτά και ας συζητήσουμε μετά όλα τα άλλα.

Παράλληλα στο εν λόγω άρθρο επιχειρείται η απόδοση ευθυνών και στους δικηγόρους, και μάλιστα κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, αφού αναφέρεται συγκεκριμένα: «Οι δικηγόροι εφόσον επιθυμούν να είναι, και όχι μόνο να αυτοαποκαλούνται, συλλειτουργοί στην απονομή της δικαιοσύνης». Ο κ. Κ. Σημίτης όφειλε να γνωρίζει ότι οι δικηγόροι δεν «αυτοαποκαλούμαστε» συλλειτουργοί της δικαιοσύνης αλλά έτσι μας ορίζει διαχρονικά ο νόμος, γιατί τέτοιοι πράγματι είμαστε. Το να υιοθετούνται στρεβλές αντιλήψεις για τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης και να αναπαράγονται στερεότυπα, όπως ότι τάχα ενισχύουμε τη φιλοδικία, αποτελεί ολίσθημα για έναν πρώην πρωθυπουργό, το οποίο πρέπει να διορθωθεί. Η πραγματικότητα είναι ότι οι δικηγόροι ούτως ή άλλως συμβάλλουν, όπου είναι δυνατό, στην εξωδικαστική επίλυση των διαφορών, ενώ δεν πρέπει να λησμονείται ότι είναι από τους πρώτους που εμπράκτως υποστήριξαν τον θεσμό της διαμεσολάβησης (οι δικηγορικοί σύλλογοι ίδρυσαν αμέσως σύγχρονα κέντρα κατάρτισης ενώ ήδη εκατοντάδες δικηγόροι έχουν εκπαιδευτεί ως διαμεσολαβητές). Παράλληλα, υποστηρίζουν κάθε προσπάθεια βελτίωσης απονομής της δικαιοσύνης, ακόμα και εκείνες που αρχικώς μπορεί να είχαν κατακρίνει. Αλλωστε, είναι εκείνοι που πρώτοι από όλους υφίστανται τις στρεβλώσεις που υπάρχουν. Απολύτως ενδεικτική εξάλλου είναι η περίοδος που βιώνουμε από τον περυσινό Μάρτιο λόγω του κορωνοϊού, όπου οι δικηγόροι δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι είναι εκείνοι που κράτησαν όρθιο τον θεσμό της Δικαιοσύνης, από κοινού με κάποιους άξιους δικαστές και υπαλλήλους.

Βεβαίως υπάρχουν και προτάσεις, ήδη γνωστές, που κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, όπως είναι η αντιμετώπιση της πολυνομίας του κράτους, η αξιολόγηση των δικαστών, η αποτελεσματικότερη οργάνωση των δικαστηρίων και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, που ιδίως τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί τεράστιο πλήγμα. Υπάρχουν και άλλες προτάσεις που είτε είναι απολύτως εσφαλμένες είτε είναι ημιτελείς, όπως είναι π.χ. η κατάργηση των ειρηνοδικείων. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι κάθε συζήτηση προς την κατεύθυνση των βελτιωτικών αλλαγών είναι χρήσιμη, ιδίως σε μια εποχή που οι συνθήκες καθιστούν περισσότερο αναγκαία από ποτέ τη μετάβαση στη σύγχρονη εποχή. Και πράγματι, το τελευταίο έτος γίνονται βήματα προς τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών της Δικαιοσύνης, ιδίως διά της ψηφιοποίησης αυτών, που πρέπει όμως σύντομα να γίνουν άλματα.

Μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, λοιπόν, βεβαίως και είναι αναγκαίες. Αλλά μεταρρυθμίσεις πώς, με ποιους και υπέρ ποίων είναι το ερώτημα. Μεταρρυθμίσεις ερήμην, πολλώ δε μάλλον εις βάρος, εκείνων που θα κληθούν να τις εφαρμόσουν, δηλαδή των δικηγόρων και των δικαστών, είναι μεταρρυθμίσεις θνησιγενείς. Μεταρρυθμίσεις χωρίς την αναγκαία διαβούλευση με όλους τους παράγοντες της Δικαιοσύνης θα αποδειχθούν ατελέσφορες (έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα). Μεταρρυθμίσεις, τέλος, με βασικό κριτήριο την αγορά και την οικονομία είναι επίσης μεταρρυθμίσεις που δεν μπορούν να στεριώσουν, καθώς παραγνωρίζουν και αλλοιώνουν την κύρια αποστολή του θεσμού της Δικαιοσύνης, που δεν μπορεί να αποτιμάται σε χρήματα. 

Αν, επομένως, επιθυμούμε πραγματικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, αυτές μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την ουσιαστική συμμετοχή όλων των παραγόντων σε αυτήν, ήτοι δικηγόρων, δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων. Με ειλικρινή διάθεση διαλόγου μπορούμε να επιτύχουμε περισσότερα σημεία σύγκλισης από όσα μπορεί να πιστεύουμε σήμερα. Μεταρρυθμίσεις, όμως, από μεμονωμένους συμβούλους ή αποσπασματικές και βεβιασμένες, το πιθανότερο είναι πως το μόνο που θα επιτύχουν είναι να καταστήσουν το άρθρο του Γ. Φιλάρετου επίκαιρο και μετά εκατό ακόμα χρόνια.
 
* Ο κ. Δημήτρης Χ. Αναστασόπουλος είναι σύμβουλος ΔΣΑ.