ΑΠΟΨΗ

Δ. Παναγιωτάκος: Πόσο αυξήθηκε η θνησιμότητα στην Ελλάδα το 2020 από την COVID-19 ;

d-panagiotakos-poso-ayxithike-i-thnisimotita-stin-ellada-to-2020-apo-tin-covid-19

Η καταγραφή και η μελέτη της θνησιμότητας σε μια χώρα είναι από τους πιο σημαντικούς επιδημιολογικούς δείκτες για την υγεία του πληθυσμού της. Πρόσφατα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δημοσιοποίησε τα στοιχεία για την ολική θνησιμότητα στην Ελλάδα για το έτος 2020. Σύμφωνα με αυτά, μέχρι και τον Νοέμβριο του 2020 (όπου αναλύθηκαν τα στοιχεία) είχαν καταγραφεί 121.444 θάνατοι από κάθε αιτία, σε ολόκληρη τη χώρα. Δηλαδή περίπου 354 θάνατοι ανά ημέρα. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι ο αριθμός των θανάτων από κάθε αιτία που καταγράφηκε στην Ελλάδα το 2020 είναι κατά 6,5% αυξημένος (υπερβάλλουσα θνησιμότητα) σε σχέση με τον ετήσιο μέσο όρο της περιόδου των προηγούμενων 5 ετών, 2015-2019. Συγκριτικά με το προηγούμενο έτος 2019, παρατηρήθηκε αύξηση της ολικής θνησιμότητας κατά 3,7% (εκτιμάται ότι η αύξηση θα φτάσει το 5% στο τέλος του έτους).

Η ηλικιακή ομάδα των 65-84 ετών

Οι θάνατοι από την COVID-19 για την ίδια περίοδο του 2020 ήταν 3.625, δηλαδή το 2,98% των συνολικών θανάτων στη χώρα. Επιπλέον, μαθηματικές προβλέψεις για το σύνολο του 2020 εκτιμούν τον συνολικό αριθμό των θανάτων σε περίπου 131.000. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι θάνατοι από COVID-19 έφτασαν τις 4.957 στο τέλος του 2020, θα αντιστοιχούν σε περίπου 4% των συνολικών θανάτων. Είναι γεγονός ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020 το μερίδιο των θανάτων από COVID-19 στην Ελλάδα ήταν αμελητέο (σε ποσοστά μικρότερα του 1% ανά εβδομάδα), σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Ισπανία, η Ιταλία, η Μεγάλη Βρετανία κ.ά., όπου παρατηρήθηκε σημαντική υπερβάλλουσα θνησιμότητα (έφτασε έως και 156% στην Ισπανία την άνοιξη του 2020). Η υπερβάλλουσα θνησιμότητα λόγω COVID-19 στη χώρα μας παρουσιάζεται κυρίως τον Νοέμβριο, όπου παρατηρείται τριπλασιασμός σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2020, φτάνοντας το 3,7% εκ του συνόλου των θανάτων. Επίσης, η διάμεση ηλικία των ασθενών που απεβίωσαν από / με COVID-19 είναι τα 79 έτη, με επικρατούσα ηλικιακή ομάδα αυτή των 65-84 ετών. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα στοιχεία για την ολική θνησιμότητα, υπάρχει σημαντική υπερβάλλουσα θνητότητα ασθενών με COVID-19 στις ηλικίες 40-64 ετών, που αγγίζει το 32%, μεταθέτοντας έτσι την ηλικιακή κατανομή των θανάτων προς τις νεότερες ηλικίες.

Είναι η COVID-19 αιτία της υπερβάλλουσας θνησιμότητας στην Ελλάδα; 

Μπορεί όμως να αποδοθεί η αύξηση της συνολικής θνησιμότητας στην COVID-19; Είναι δύσκολο να δοθεί μια ακριβής απάντηση. Παρόμοιες αυξήσεις έχουμε δει και άλλες φορές τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αύξηση κατά 6,3% στην ολική θνησιμότητα μεταξύ των ετών 2016 και 2017, χωρίς να έχει μεσολαβήσει καμία επιδημία ή κάποιο άλλο σημαντικό γεγονός. Εξάλλου από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα η θνησιμότητα στην Ελλάδα αυξάνεται ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού και των αλλαγών στον καθημερινό τρόπο ζωής. Οι καρδιαγγειακές παθήσεις εξακολουθούν εδώ και δεκαετίες να είναι η πρώτη αιτία θανάτου στην Ελλάδα, με το 37% των θανάτων να αποδίδονται σε αυτές. Ακολουθούν οι διάφορες μορφές καρκίνου σε ποσοστό που φτάνει το 25% των θανάτων, και οι λοιμώξεις του αναπνευστικού σε ποσοστό 12% (στις οποίες συγκαταλέγεται και η COVID-19). Αν το μερίδιο των θανάτων από λοιμώξεις του αναπνευστικού αυξηθεί το 2020 πρέπει να θεωρείται δεδομένο, λόγω της εμφάνισης της COVID-19, αν και από ορισμένους πιστεύεται ότι μπορεί και να «συμπεριφερθεί» ανταγωνιστικά με τις άλλες χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, και το ποσοστό στο τέλος να είναι παρόμοιο με τα προηγούμενα έτη.

Ποιο είναι το συμπέρασμα;

Μέσα στο 2020 δηλώθηκαν περίπου 84 εκατ. κρούσματα παγκοσμίως από την πρώτη επιδημία του 21ου αιώνα, εκ των οποίων περίπου 1,8 εκατ. συνάνθρωποί μας κατέληξαν στον θάνατο. Είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή να εκτιμηθεί η υπερβάλλουσα θνησιμότητα για το 2020 παγκοσμίως, αλλά αναμφισβήτητα η COVID-19 άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της. Αναφορικά με την Ελλάδα, η μέση εβδομαδιαία υπερβάλλουσα θνησιμότητα για το 2020 είναι από τις χαμηλότερες που έχουν παρατηρηθεί συγκριτικά με ευρωπαϊκές και άλλες χώρες που έχουν δημοσιοποιήσει τα δεδομένα τους.

Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να αναρωτηθεί γιατί δίνεται τόση σημασία στους θανάτους από την COVID-19, που φαίνεται ότι κατά μέσον όρο δεν ξεπερνούν τους 14 την ημέρα για όλο το 2020, ενώ οι θάνατοι από κάθε άλλη αιτία είναι περισσότεροι από 340 ημερησίως. Η απάντηση είναι απλή. Η θνησιμότητα από την COVID-19 καταγράφηκε σε μια περίοδο όπου η χώρα βρισκόταν κάτω από συνεχή προφυλακτικά μέτρα, ενίοτε και πολύ αυστηρά. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πόση θα ήταν η υπερβάλλουσα θνησιμότητα αν δεν είχαν ληφθεί αυτά τα μέτρα. 

Ερευνητές του διεθνούς Ινστιτούτου IIASA αναφέρουν ότι το προσδόκιμο επιβίωσης θα παρουσιάσει αξιοσημείωτη μείωση, που μπορεί να φτάσει για την Ευρώπη ακόμα και τα 2 χαμένα έτη ζωής αν νοσήσει το 10% του πληθυσμού. Ευτυχώς, η Ελλάδα φαίνεται να είναι μακριά από αυτό το σενάριο, λόγω της, σχεδόν, πολύ χαμηλής μεταβολής στη θνησιμότητα που καταγράφηκε το 2020.
 
* Ο κ. Δημοσθένης Παναγιωτάκος είναι DrMed, FRSPH, FACE, καθηγητής Βιοστατιστικής και Επιδημιολογίας στη Σχολή Επιστημών Υγείας και Αγωγής, στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθήνας, καθηγητής στη Σχολή Επιστημών Υγείας, University of Canberra, Αυστραλία, και τακτικό μέλος, Scientific Committee for Health, Emerging and Environmental Risks, DG-SANTE, European Commission.