ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Άμεση προτεραιότητα η προστασία των αστέγων

Άμεση προτεραιότητα η προστασία των αστέγων

Η συζήτηση για το θέμα της έλλειψης στέγης επανέρχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην επικαιρότητα, συνήθως με μια τραγική αφορμή, όπως τον θάνατο κάποιου αστέγου, σαν τον 54χρονο άντρα που εντοπίστηκε νεκρός πρόσφατα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αντίστοιχα, οι θεσμικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπισή του έχουν δώσει μάλλον μεμονωμένες και ελάχιστα αποτελεσματικές λύσεις. Η πραγματικότητα είναι ότι σε έκτακτες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα η υγειονομική κρίση ή η πρόσφατη κακοκαιρία, αποκαλύπτονται οι ελλείψεις των πολιτικών για τη στέγη.

Παρότι για παράδειγμα η «Μήδεια» κατέστησε απόλυτα επιτακτική την αξιοποίηση δημοτικών χώρων για τη διανυκτέρευση αστέγων, ώστε τουλάχιστον να μην απειλείται η ζωή τους, και πάλι η κατάσταση αντιμετωπίστηκε κατά περίπτωση από κάθε δήμο, χωρίς να υπάρχει μία ενιαία προδιαγραφή για τις συνθήκες, τους όρους και τη διάρκεια φιλοξενίας. Για τον λόγο αυτό, το Ελληνικό Δίκτυο για το Δικαίωμα στη Στέγη και την Κατοικία ζητεί να επανεξεταστούν η στάση και οι λύσεις που έχουν υιοθετήσει οι δήμοι, οι περιφέρειες και η πολιτεία απέναντι στους αστέγους. Οι υπεύθυνοι του δικτύου επισημαίνουν ότι οι άστεγοι είναι ανεπίτρεπτο να αντιμετωπίζονται σαν παρίες χωρίς δικαιώματα και αξίζουν αξιοπρεπή μεταχείριση.

Παρότι με υπουργικές αποφάσεις του τελευταίου δωδεκαμήνου ορίζεται ότι οι άστεγοι θα πρέπει να μετακινηθούν σε κατάλληλους χώρους φιλοξενίας με μέριμνα των δήμων, είναι χιλιάδες έως και σήμερα οι άνθρωποι που συνεχίζουν να κοιμούνται στον δρόμο, σε εσοχές καταστημάτων, προαύλια εκκλησιών, πλατείες, αντίσκηνα, πάρκα και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Πρωτοβουλίες όπως το άνοιγμα δημοτικών εγκαταστάσεων για τη φιλοξενία αστέγων σε περιόδους χαμηλών θερμοκρασιών, όπως συνέβη στη Θεσσαλονίκη με τον χώρο της ΔΕΘ ή στην Αθήνα με διάφορους χώρους του δήμου, είναι προσωρινής διάρκειας, μπορούν να φιλοξενήσουν περιορισμένο αριθμό ανθρώπων και αφήνουν και πάλι ανεπίλυτο το πρόβλημα.

Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι υπεύθυνοι του δικτύου, λειτουργούν στεγαστικές δομές σε περίπου δεκαπέντε πόλεις της χώρας, ανάμεσά τους η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, τα Ιωάννινα, στις οποίες διαμένουν περίπου επτακόσιοι άνθρωποι. Ο αριθμός των πολιτών που δεν διαθέτουν στέγη είναι πολλαπλάσιος, αλλά γι’ αυτόν υπάρχουν μόνο εκτιμήσεις, καθώς δεν έχει γίνει ολοκληρωμένη προσπάθεια καταμέτρησής τους σε πανελλαδικό επίπεδο. «Στην Ελλάδα δεν έχουμε εικόνα, γιατί δεν έχουμε θελήσει να την αποτυπώσουμε», λέει ο κ. Λάζαρος Πετρομελίδης, αντιπρόεδρος του δικτύου. «Γνωρίζουμε περίπου πόσοι άνθρωποι ζουν στις στεγαστικές δομές, αλλά δεν έχουμε καμία εικόνα του πόσοι είναι αυτοί που ζουν στον δρόμο». Επιδίωξή του είναι το ζήτημα να λάβει προτεραιότητα, να συζητηθεί σε εθνικό και θεσμικό επίπεδο και να αποκτήσει τη σημασία που του αξίζει. «Είναι μια συζήτηση που γίνεται και σε επίπεδο Ευρώπης αυτή τη στιγμή. Εγινε μια καταμέτρηση και διαπιστώθηκε ότι περίπου 4 εκατ. άνθρωποι στη Γηραιά Ηπειρο μένουν σε δομές και στον δρόμο. Είναι πάρα πολύ μεγάλο το νούμερο, γι’ αυτό τον Νοέμβριο και τον Ιανουάριο βγήκαν δύο ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την έλλειψη στέγης. Μέσα στον Μάρτιο θα γίνει επίσημα η ανακοίνωση της πρώτη ευρωπαϊκής πολιτικής για την έλλειψη στέγης, της Ευρωπαϊκής Πλατφόρμας Συνεργασίας για την Ελλειψη Στέγης, και πληροφορούμαστε ότι θα ακολουθήσει συζήτηση στις 15 Μαρτίου στην επιτροπή υπουργών. Η Ελλάδα με ποια στοιχεία και ποιες προτάσεις θα παραστεί;» αναρωτιέται ο κ. Πετρομελίδης.

Ευρωπαϊκό μοντέλο

Βιώσιμη λύση στο πρόβλημα θεωρεί ότι μπορεί να δώσει μεταξύ άλλων η προσέγγιση «Housing first», που έχει εφαρμοστεί διεθνώς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Το μοντέλο αυτό προβλέπει ότι ο άστεγος εγκαθίσταται σε ένα σπίτι, ισορροπεί και στη συνέχεια με την κατάλληλη υποστήριξη βρίσκει τον δρόμο του. Στην Ελλάδα θα μπορούσε να εφαρμοστεί αν υπήρχε ή αν δημιουργηθεί ένα δημόσιο ή δημοτικό απόθεμα κατοικιών. Σε πολλές πόλεις της Ευρώπης οι δήμοι ή το υπουργείο έχουν κτίρια, σπίτια, που μπορούν να στεγάσουν αστέγους. Στη Βιέννη το 26% των κτισμάτων είναι του δήμου, στο Βουκουρέστι το 2%, στη Λισσαβώνα το 1%. Ενα τοις εκατό σημαίνει για παράδειγμα 1.000 σπίτια ανά 100.000 κατοικίες της Αθήνας. Στην Ελλάδα δεν έχουμε μπει καν σε αυτή τη λογική. Θεωρούμε όμως ότι είναι απαραίτητο να αρχίσουμε να κινούμαστε προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χρειάζονται κάποια βοήθεια».

Οι πόροι

Χρηματοδοτικούς πόρους μπορεί η Ελλάδα να αναζητήσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τονίζει ο κ. Πετρομελίδης. «Αυτή τη στιγμή χαράσσεται το επόμενο ΕΣΠΑ και η δημόσια διοίκηση καταγράφει τις ανάγκες της, ενώ έως τα μέσα Απριλίου ως χώρα πρέπει να υποβάλουμε τον σχεδιασμό μας για το Ταμείο Ανάκαμψης. Ολα αυτά θα πρέπει να έχουν στεγαστική διάσταση, είναι χρηματοδοτικά εργαλεία που τίθενται στη διάθεσή μας και μέσα από αυτά πρέπει να υποστηρίξουμε λύσεις που να δίνουν τέλος στο φαινόμενο της έλλειψης στέγης».