ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ #METOO

Οι «Μπεκατώρου» της διπλανής πόρτας

Γυναίκες που βγαίνουν μπροστά – Τι δείχνει για τη σεξουαλική παρενόχληση στην Ελλάδα έρευνα της ActionAid

Οι «Μπεκατώρου» της διπλανής πόρτας

«Το σκέφτομαι χρόνια, αλλά τώρα το αποφάσισα, θα φύγω και θα του κάνω μήνυση». Η γυναίκα, που βρίσκεται απέναντι από την ψυχολόγο κ. Νατάσα Μακρυδήμα, υπεύθυνη στον Ξενώνα Φιλοξενίας Γυναικών Αγρινίου, εκπέμπει έναν δυναμισμό που σχεδόν αιφνιδιάζει. «Τι σε ώθησε σε αυτή την απόφαση;» τη ρωτάει η ψυχολόγος, θέλοντας να καταλάβει τις προθέσεις της. «Είδα στην τηλεόραση τη Σοφία Μπεκατώρου και παρακολουθώ όλο αυτό που συμβαίνει, νιώθω δυνατή και γι’ αυτό δεν μπορώ πια να σιωπώ», απαντά η 40χρονη γυναίκα, που βιώνει για πάνω από δέκα χρόνια σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση από τον σύζυγό της. «Θέλω να τα πω όλα, να λυτρωθώ, ακόμα και αν στο δικαστήριο δεν με πιστέψουν». 

Το συμβάν έλαβε χώρα στην πρώτη συνεδρία του θύματος με την ψυχολόγο. «Οταν πριν από πολλά χρόνια είχα ξεκινήσει να μιλώ δημόσια στο Αγρίνιο για τη βία εις βάρος των γυναικών, όλοι, γυναίκες και άνδρες, με αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα», θυμάται σήμερα η κ. Μακρυδήμα, «οι γυναίκες δύσκολα ανοιγόντουσαν και σπάνια αποφάσιζαν να φύγουν, δεδομένου ότι συχνά δεν είχαν δικούς τους οικονομικούς πόρους». Οι εξελίξεις, όμως, που έως σήμερα διαρκούσαν χρόνια, τώρα μοιάζουν να χρειάζονται απλώς μερικές εβδομάδες, λες και έχει ενεργοποιηθεί ένας άτυπος… επιταχυντής. Το παράδειγμα της Σοφίας Μπεκατώρου και πολλών ακόμα γνωστών προσωπικοτήτων μοιάζει να δίνει φτερά σε χιλιάδες γυναίκες «της διπλανής πόρτας». «Η κίνησή τους ήταν καταλυτική, θεωρώ ωστόσο ευνοϊκή συγκυρία και την καραντίνα, την αναγκαστική δηλαδή μείωση των γρήγορων ρυθμών ζωής και την απομόνωση, που ενθάρρυνε την ενδοσκόπηση και την αναθεώρηση πολλών δεδομένων στη ζωή μας», καταλήγει η κ. Μακρυδήμα, φανερά συγκινημένη με τις επαναστατικές αλλαγές που διαπιστώνει. 

Η παραπάνω δυναμική έχει εξαπλωθεί φυσικά σε όλη τη χώρα και επικεντρώνεται περισσότερο στις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης στην αγορά εργασίας. «Θέλω και εγώ να καταγγείλω τον εργοδότη μου, αλλά αν το κάνω, θα ξαναβρώ δουλειά στον κλάδο; Η αγορά είναι μικρή». «Εχω υποστεί συστηματικά σεξουαλική παρενόχληση, αλλά δεν έχω μάρτυρες, θα με πιστέψουν στο δικαστήριο;». Παρόμοιοι είναι οι προβληματισμοί πολλών εργαζόμενων γυναικών, κάθε ηλικίας, που συζητούν πλέον ανοικτά για τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση από εργοδότες, συναδέλφους και πελάτες· τα πληκτρολόγια –λόγω lockdown– έχουν πάρει φωτιά, όπως άλλωστε και οι συζητήσεις με δικηγόρους και επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Αλλοτε πρόκειται για γεγονότα εν εξελίξει και άλλοτε οι εργαζόμενες ανακαλούν συμβάντα που έως σήμερα είχαν «θάψει» μέσα τους. 

Ελλειψη στοιχείων

«Η διαχείριση κάθε περίπτωσης είναι διαφορετική, προσωπικά συμβουλεύω όποια γυναίκα νιώθει ασφαλής να καταγγέλλει», απαντά στην «Κ» η κ. Μάττα Σαμίου, υπεύθυνη ισότητας φύλων της ActionAid, η οποία είχε ξεκινήσει την εκστρατεία «Ποτέ και Πουθενά» πριν από δύο χρόνια. «Στόχος μας εξαρχής ήταν να επικυρωθεί και στην Ελλάδα η Παγκόσμια Σύμβαση για τη Βία και την Παρενόχληση στην Εργασία, που ψηφίστηκε στην Ολομέλεια του ΟΗΕ τον Ιούνιο του 2019», επισημαίνει η κ. Σαμίου. «Η σύμβαση θα ενισχύσει το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, θα προστατεύει άνδρες και γυναίκες σε όλους τους κλάδους (επίσημης και άτυπης οικονομίας, εργαζομένους χωρίς συμβάσεις, εθελοντές κ.ά.) και θα διασαφηνίζει ορισμένες γκρίζες ζώνες, όπως χώρους που τώρα δεν θεωρούνται εργασιακοί (επαγγελματικά ταξίδια και κοινωνικές εκδηλώσεις), αλλά συνδέονται με την κύρια εργασία και μπορούν να γίνουν πεδίο εκδήλωσης τέτοιων συμπεριφορών». 

Στην προσπάθεια αυτή η ομάδα της ActionΑid διαπίστωσε την έλλειψη στοιχείων και αποφάσισε τη διενέργεια πανελλαδικής έρευνας. «Μελετήσαμε το φαινόμενο σε δύο επίπεδα, αφενός στον γενικό πληθυσμό, αφετέρου στις γυναίκες που εργάζονται στον κλάδο του τουρισμού, της εστίασης και εν γένει στη βιομηχανία της φιλοξενίας», διευκρινίζει, «το δείγμα μας ήταν 1.001 γυναίκες, από 18 έως 65 ετών». Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τη διάχυτη αίσθηση ότι στη χώρα μας η σεξουαλική παρενόχληση είναι συνήθης πρακτική: 85% των συμμετεχουσών απάντησαν ότι έχουν βιώσει σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας τους. Ο αυτουργός σε ποσοστό 50% ήταν κάποιος συνάδελφος και στις μισές περιπτώσεις (56%) οι παραβατικές  συμπεριφορές εκδηλώνονται στο γραφείο. 

Η κατάσταση είναι πιο κρίσιμη στον τουρισμό και στην εστίαση. «Ενώ μία στις δέκα γυναίκες του γενικού δείγματος απαντά ότι έχει δεχθεί σεξουαλική επίθεση/απόπειρα βιασμού ή βιασμό, το ποσοστό σε όσες εργάζονται σε τουρισμό και εστίαση είναι διπλάσιο, δηλαδή είναι μία στις πέντε», επισημαίνει η κ. Σαμίου. «Το ίδιο ισχύει με τις εργαζόμενες που εξωθήθηκαν σε παραίτηση, στην πρώτη κατηγορία είναι μία στις πέντε, στη δεύτερη μία στις τρεις, ενώ αντίστοιχη είναι η διαφορά και σε όσες αποφασίζουν να καταγγείλουν: 6% στον γενικό πληθυσμό και 3% στη συγκεκριμένη ομάδα», προσθέτει η κ. Σαμίου. «Μία στις τέσσερις εργαζόμενες στον τουρισμό και στην εστίαση δεν είναι βέβαιη για την ασφάλεια του εργασιακού της περιβάλλοντος».

Εγγενής ανισότητα

Τα παραπάνω ευρήματα συνδέονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κλάδου: εποχικότητα, ακανόνιστες βάρδιες –συχνά νυχτερινές ώρες–, ανισορροπία ισχύος μεταξύ πελατών και εργαζομένων, χρήση αλκοόλ εκ μέρους των πελατών κ.ά. «Δεν είσαι στον χώρο σου, δεν είσαι στο γραφείο σου, μπαίνεις εσύ διαρκώς στον δικό τους χώρο, στο τραπέζι τους, στον χώρο που έχουν φτιάξει αυτοί, στον οποίο σε καλούν διαρκώς και πρέπει να ανταποκριθείς. Στον κλάδο μας, επειδή πρόκειται για εξυπηρέτηση πελατών, οι πελάτες βλέπουν τον υπάλληλο σαν υπηρέτη. Μοιάζει σαν να υπάρχει μια εγγενής ανισότητα μεταξύ τους και έτσι είναι εύκολο να υποβιβαστεί η προσωπικότητα της εργαζόμενης», αναφέρει γυναίκα που συμμετείχε στην έρευνα.

Ο φόβος της «μαύρης λίστας» ύστερα από καταγγελίες 

«Στην εστίαση δουλεύουμε σε δύσκολες συνθήκες, η σεξουαλική παρενόχληση είναι απλώς το κερασάκι στην τούρτα», αναφέρει μια συμμετέχουσα στη μελέτη της ActionAid. «Πολλές κοπέλες πριν πάνε να ζητήσουν δουλειά έχουν ήδη πιει αλκοόλ για να χαλαρώσουν· έχουν αγωνία, μήπως τους πουν να φορέσουν κάτι άλλο όσο θα σερβίρουν» προσθέτει, «και τότε τι κάνεις; Τσακώνεσαι και μένεις χωρίς δουλειά; Ή καταπίνεις την υπερηφάνεια σου και δέχεσαι τους όρους τους;». 

Για όσες εργάζονται σε ξενοδοχεία και δη ως καμαριέρες τα περιθώρια αντίδρασης είναι περιορισμένα. «Χτύπησα κάποτε στο δωμάτιο ενός ζευγαριού, για τις ανάγκες του room service, και μου άνοιξε ο άνδρας με ανοιχτό το μπουρνούζι», θυμάται η 29χρονη ξενοδοχοϋπάλληλος, «έκανα ότι δεν είδα τίποτα, αλλά εκείνος με κοιτούσε επίμονα στα μάτια, μου χαμογελούσε και με έκανε να νιώθω ότι το κάνει επίτηδες, μου έπιασε μάλιστα την κουβέντα ρωτώντας επίμονα πόσες ώρες δουλεύω». Η κοπέλα απομακρύνθηκε προσβεβλημένη, αφού άφησε τον δίσκο. «Ενιωσα ότι όλο το σκηνικό το έστησε για να επιβάλει την εξουσία του». 

Το «δίκιο» του πελάτη

Oι μαρτυρίες σκιαγραφούν ως θύτη κάποιον πελάτη, κάτι που συνάδει με τα ευρήματα διεθνών ερευνών στον χώρο του τουρισμού, όπου επικρατεί η φιλοσοφία του «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». «Οι περισσότερες φοβούνται να καταγγείλουν, καθώς εργάζονται όχι μόνο εποχικές αλλά και σε συγκεκριμένα θέρετρα, οπότε εύκολα μπαίνουν στη “μαύρη λίστα” των εργοδοτών μιας ολόκληρης περιοχής», αναφέρει η κ. Σαμίου. Πρόκειται, άλλωστε, για χαμηλόμισθες εργαζόμενες και η δικαστική οδός είναι κοστοβόρος και χρονοβόρος. Γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω, η ActionAid σε συνεργασία με τον οργανισμό Women on Top εγκαινιάζει την υπηρεσία «Speak Out», που περιλαμβάνει δωρεάν νομική συμβουλευτική σε γυναίκες, άνω των 18 ετών, που έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά στην εργασία τους, είτε αυτό συμβαίνει τώρα είτε έχει συμβεί στο παρελθόν. «Απευθυνόμαστε σε γυναίκες με σταθερή εργασία αλλά και όσες εργάζονται άτυπα, γυναίκες που έχουν παρενοχληθεί στο πλαίσιο μιας συνέντευξης, μιας συνάντησης, ενός επαγγελματικού ταξιδιού».

«Οι εργαζόμενοι, θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης, μπορούν να κινηθούν σε τρία επίπεδα», σημειώνει η δικηγόρος κ. Ζέφη Λαβδιώτη, που συνεργάζεται με την ActionAid. «Η νομοθεσία προβλέπει διοικητικές κυρώσεις στον εργοδότη, αστικές κυρώσεις και ποινικές συνέπειες». Ως πρώτο και πιο ανώδυνο βήμα, το θύμα μπορεί να καταθέσει αναφορά για το συμβάν στον Συνήγορο του Πολίτη, αν εργάζεται στο Δημόσιο ή στην Επιθεώρηση Εργασίας, αν εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. «Πολλοί το θεωρούν εσφαλμένα επουσιώδες, αλλά δεν είναι, καθώς τηρούνται αρχεία και κάθε αναφορά προσμετριέται και μπορεί να συμβάλει σε μια μελλοντική καταδίκη ενός θύτη», διευκρινίζει η ίδια. «Συνήθως κάποιος που έχει κακοποιητική συμπεριφορά, την επαναλαμβάνει» προσθέτει. Επίσης, τα θύματα μπορούν να καταθέσουν στα αστικά δικαστήρια αγωγή αποζημιώσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Καλύπτονται από τις διατάξεις του εργατικού δικαίου και ως εκ τούτου υπάρχει αντιστροφή του βάρους της απόδειξης, «επομένως, ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι δεν υπήρξε σεξουαλική παρενόχληση». 

Σαφώς, πιο απαιτητική είναι η κατάθεση έγκλησης στο ποινικό δικαστήριο, η οποία πρέπει να γίνεται αυστηρά μέσα σε διάστημα τριών μηνών, καθώς εκεί η καταγγέλλουσα καλείται να αποδείξει όσα συνέβησαν. «Προτρέπω, λοιπόν, τα θύματα να διατηρούν κάθε μορφής αποδεικτικά στοιχεία, sms, mails, αν μάλιστα έχουν δεχθεί σωματική επίθεση, να έχουν απευθυνθεί σε νοσοκομείο για ιατροδικαστική γνωμάτευση», περιγράφει η κ. Λαβδιώτη. «Η ύπαρξη μαρτύρων πάντοτε βοηθάει, για αυτό καλό είναι ακόμα και αν το συμβάν δεν λάβει χώρα μπροστά σε τρίτο πρόσωπο, να το μοιραστεί το θύμα με άλλα πρόσωπα στο εργασιακό του περιβάλλον» προσθέτει η δικηγόρος, «βοηθητικό επίσης είναι να κρατά ένα ημερολόγιο με τα ακριβή γεγονότα». 

Στην Ελλάδα ελάχιστες περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης σε χώρο εργασίας φθάνουν στις δικαστικές αίθουσες και ως εκ τούτου η νομολογία είναι εξαιρετικά φτωχή. «Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει κάποιος να σιωπήσει, άλλωστε στις περιπτώσεις εγκλημάτων βίας η σιωπή δεν είναι χρυσός», καταλήγει η κ. Λαβδιώτη, «συμβουλεύω, μάλιστα, τις γυναίκες αμέσως μετά το περιστατικό να συμβουλευθούν κάποιον νομικό, αφού του περιγράψουν λεπτομερώς τι συνέβη, καθώς οι διαχωριστικές γραμμές είναι πολύ λεπτές· για παράδειγμα οι ίδιες μπορεί να θεωρούν ότι υπέστησαν σεξουαλική παρενόχληση, αλλά βάσει της περιγραφής, τελικά το συμβάν να στοιχειοθετήσει βιασμό ή απόπειρα αυτού, που είναι κακούργημα». 

Διαβάστε επίσης:
• Όταν οι γυναίκες μιλούν
• Με μώλωπες στην ψυχή και στο σώμα
• Θύματα κακοποίησης μιλούν στην «Κ»: Δεν ήξερα γιατί υπάρχω, δεν ήξερα ποια είμαι