ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Τι αλλάζει ο νέος νόμος-πλαίσιο στα ΑΕΙ

Οι τομές που προωθούνται

ti-allazei-o-neos-nomos-plaisio-sta-aei

Διατμηματικά προπτυχιακά προγράμματα σπουδών ώστε οι σπουδές να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις. Ριζικές αλλαγές στο σύστημα επιλογής των νέων πανεπιστημιακών με τη θεσμοθέτηση μητρώου γνωστικών αντικειμένων και μητρώου εκλεκτόρων με στόχο την αξιοκρατία και τη διαφάνεια. Αποκλεισμός από τα εκλεκτορικά σώματα, εκτός των συγγενών εξ αίματος, και των «ακαδημαϊκών» συγγενών των υποψηφίων πανεπιστημιακών. Ιδρυση εταιρειών που θα λειτουργούν χωρίς τη γραφειοκρατία του Δημοσίου για την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων των ΑΕΙ. Και αλλαγή του συστήματος διοίκησης των ΑΕΙ με θεσμοθέτηση Συμβουλίων με εξωπανεπιστημιακά μέλη και στόχο τη δημιουργία θεσμικών αντίβαρων στα ήδη υπάρχοντα όργανα των ΑΕΙ από τη στιγμή κατά την οποία τα Ιδρύματα θα αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία από την κρατική εποπτεία. Πρόκειται για ορισμένα από τα εμβληματικά ζητήματα που παρουσιάζει σήμερα η «Κ» εν αναμονή νέου νόμου-πλαισίου για τα ΑΕΙ.

«Τώρα, εκτός από τις υπερ-ρυθμίσεις και τον συντηρητισμό που διαπνέει τους νόμους του ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε και το πρακτικό ζήτημα του πολυκερματισμού ρυθμίσεων. Γραφειοκρατία, έλλειψη ευελιξίας στις σπουδές, χαμηλός βαθμός αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και σύνδεση με την οικονομία, αλλά και στρεβλώσεις και χρόνιες παθογένειες στη λειτουργία των ΑΕΙ, με εντονότερη αυτή της εκλογής καθηγητών. Το πανεπιστήμιο είναι ο καθρέφτης του ερευνητικού και διδακτικού του προσωπικού. Η πραγματική αναβάθμιση θα προέλθει μόνο αν επικρατήσει πλήρως η αξιοκρατία στην επιλογή των καθηγητών», παρατηρεί μιλώντας στην «Κ» ο Βασίλης Διγαλάκης, πρόεδρος της επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, ο οποίος από τη θέση του τέως υφυπουργού Παιδείας επεξεργάστηκε τον κορμό των διατάξεων του νέου νόμου-πλαισίου. «Εχουμε τρεις μεγάλες προκλήσεις να αντιμετωπίσουμε. Τα πτυχία πρέπει να εναρμονιστούν με τις ανάγκες της οικονομίας ώστε να αντιμετωπίσουμε την υψηλή ανεργία και τη φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό. Παράλληλα, δεν μας ικανοποιεί ότι ενώ η Ελλάδα είναι μεταξύ των 30 πιο ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών του κόσμου, δεν έχει ένα πανεπιστήμιο μεταξύ των 100 καλύτερων διεθνώς. Επίσης, τα προσεχή χρόνια θα φανούν οι επιπτώσεις του δημογραφικού προβλήματος», προσθέτει από την πλευρά του στην «Κ» ο γενικός γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας Αποστόλης Δημητρόπουλος.

Ειδικότερα, στο νέο θεσμικό πλαίσιο εξετάζονται, μεταξύ άλλων, οι εξής θεμελιώδεις αλλαγές στη λειτουργία των ΑΕΙ:

• Θα ενισχυθεί η αυτονομία των Ιδρυμάτων, με περιορισμό της κρατικής εποπτείας. Για τον λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητη η θεσμοθέτηση των Συμβουλίων (είχαν θεσμοθετηθεί με τον νόμο του 2011 αλλά καταργήθηκαν το 2015), οι αρμοδιότητες των οποίων θα τα καθιστούν θεσμικά αντίβαρα του πρυτανικού συμβουλίου και της Συγκλήτου. Επίσης, τα Συμβούλια θα αναλάβουν αρμοδιότητες που σήμερα ασκεί ο εκάστοτε υπουργός Παιδείας.  

• Θα αλλάξει ο τρόπος ανάδειξης πρύτανη. Προκρίνεται να επιλέγεται από το Συμβούλιο, ωστόσο υπάρχει και ο ισχυρός αντίλογος, καθώς ένας επιλεγμένος από το Συμβούλιο πρύτανης θα είναι περισσότερο εξαρτημένος από αυτό, ενώ δεν θα έχει την πολιτική νομιμοποίηση που θα απολάμβανε εάν τον εξέλεγε η πανεπιστημιακή κοινότητα, όπως τώρα.  

• Το τμήμα θα παραμείνει ο βασικός πυρήνας των ΑΕΙ, ωστόσο θα υπάρχει η ευελιξία να οργανώνονται διατμηματικά, προπτυχιακά προγράμματα σπουδών, κατά τα πρότυπα των μεταπτυχιακών προγραμμάτων. Ηδη, με την εισαγωγή των ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων παύει να ισχύει το σχήμα «ένα τμήμα δίνει ένα συγκεκριμένο πτυχίο» και ενισχύεται η διατμηματικότητα με απόφαση του ΑΕΙ. Το μοντέλο αυτό θα μεταφερθεί και στις προπτυχιακές σπουδές, δημιουργώντας σύγχρονα και ελκυστικά γνωστικά αντικείμενα, ενώ τώρα ένα τμήμα ιδρύεται με απόφαση του υπουργού Παιδείας.

• Αλλάζει άρδην το σύστημα επιλογής νέων πανεπιστημιακών. Υπό το πρίσμα και των περιπτώσεων «φωτογραφικής προκήρυξης» των αντικειμένων σπουδών για να προκριθούν «ημέτεροι» στις νέες θέσεις ΔΕΠ που δημοσιοποίησε πρόσφατα η «Κ», το υπουργείο Παιδείας σκοπεύει να θεσμοθετήσει το Εθνικό Μητρώο Γνωστικών Αντικειμένων. Τα αντικείμενα, έπειτα από εισήγηση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), θα βασίζονται στις επιστημονικές εξελίξεις διεθνώς και τα γνωστικά αντικείμενα των θέσεων θα είναι αρκετά ευρέα και όχι «φωτογραφικά».

• Για κάθε γνωστικό αντικείμενο θα υπάρχει και ένα αντίστοιχο μητρώο εκλεκτόρων από το γενικό εθνικό μητρώο εκλεκτόρων. Και αυτό διότι έχει παρατηρηθεί ότι για ίδια γνωστικά αντικείμενα τα πανεπιστήμια έχουν διαφορετικά μητρώα εκλεκτόρων. Οι εκλέκτορες θα επιλέγονται με ηλεκτρονική κλήρωση, ενώ θα προβλέπεται και ένας ελάχιστος αριθμός μελών από ΑΕΙ του εξωτερικού.  

• Θα θεσπιστεί η εξαίρεση από τα εκλεκτορικά σώματα κάποιου πανεπιστημιακού λόγω «ακαδημαϊκής συγγένειας» με κάποιο υποψήφιο, και όχι μόνο λόγω εξ αίματος. Τι σημαίνει «ακαδημαϊκή συγγένεια»; Πρόκειται για τη σχέση που αναπτύσσουν οι καθηγητές με τον φοιτητή, του οποίου έχουν επιβλέψει το διδακτορικό δίπλωμα. Αυτοί οι καθηγητές δεν θα μπορούν να μετέχουν στη διαδικασία εκλογής ενός μέλους ΔΕΠ, στην οποία υποψήφιος είναι ο τέως φοιτητής τους. Και αυτό διότι προφανώς χάνουν το τεκμήριο της αμεροληψίας.

• Θα αλλάξει η μορφή των εταιρειών αξιοποίησης της περιουσίας των πανεπιστημίων (π.χ. ακίνητα, ευρεσιτεχνίες, έσοδα από ερευνητικά αποτελέσματα κ.λπ.), με στόχο να περιοριστεί η γραφειοκρατία και να απεγκλωβιστούν από τους αυστηρούς κανόνες του δημόσιου λογιστικού. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει η κρατική χρηματοδότηση προς την εταιρεία να είναι μικρότερη του 50% του προϋπολογισμού της και η διοίκησή της να μην είναι ελεγχόμενη από τα πανεπιστημιακά όργανα του ΑΕΙ. Ετσι οι εταιρείες θα μετατραπούν σε ΝΠΙΔ, των οποίων η διοίκηση δεν θα επιλέγεται/ελέγχεται από τη Σύγκλητο αλλά από το νέο Συμβούλιο Ιδρύματος.

Tα τέως ΤΕΙ

Η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ προβληματίζει την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Συγκεκριμένα, τα ΤΕΙ εντάχθηκαν στην ανώτατη εκπαίδευση με νόμο του 2001. «Από τότε άρχισε να αλλοιώνεται ο τεχνολογικός προσανατολισμός τους» ανέφερε, μιλώντας στην «Κ» για το θέμα, υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο, μετά τη μετατροπή των ΤΕΙ σε πανεπιστήμια το 2019 (είτε αυτόνομα είτε μέσω συγχωνεύσεων) ο χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχασε πλήρως τα τεχνολογικού – επαγγελματικού προσανατολισμού προγράμματα σπουδών. Ενδεικτικά, υπάρχει τμήμα με πολύ καλή απορροφητικότητα των πτυχιούχων του όταν ήταν ΤΕΙ, αλλά πλέον έχει μετατραπεί σε πανεπιστημιακό σε ένα κλάδο με πολύ υψηλή ανεργία, με αποτέλεσμα να θολώνουν τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων του. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι τα ΑΕΙ βγάζουν πτυχιούχους για μία αγορά που, σε πολλές περιπτώσεις, δεν “υπάρχει”. Ενα στοίχημα του νόμου-πλαισίου είναι να ενισχύσει το επαγγελματικό σκέλος της ανώτατης εκπαίδευσης», προσθέτει το ίδιο στέλεχος. Το υπουργείο προκρίνει να δώσει τη δυνατότητα στα ΑΕΙ να οργανώνουν προγράμματα σπουδών με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό. Ηδη, μελετώνται περιπτώσεις τμημάτων που λόγω αντικειμένου έχουν τέτοιο προσανατολισμό. Βέβαια, θέμα συζήτησης είναι εάν τα προγράμματα θα έχουν τριετή ή τετραετή διάρκεια. «Χρειάζεται να αλλάξουμε τη φυσιογνωμία των προγραμμάτων σπουδών, ώστε να στραφούν στις εφαρμογές της επιστήμης και στις ανάγκες της αγοράς εργασίας», τονίζει το στέλεχος του υπουργείου Παιδείας.