ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τηλεκπαίδευση χωρίς Ιντερνετ, για όλους

tilekpaideysi-choris-internet-gia-oloys

Από τη Βοστώνη έως την Μπογκοτά και από τον Βόλο έως το Νέο Δελχί η αγωνία των γονιών στους μήνες της πανδημίας είναι κοινή: τι έχουν μάθει τα παιδιά μέσω της τηλεκπαίδευσης; Σε ποια εκπαιδευτικά πεδία απέκτησαν κενά και πώς (πότε) αυτά θα αναπληρωθούν; Σύμφωνα με τη UNICEF, 168 εκατ. παιδιά δεν κατάφεραν να παρακολουθήσουν μαθήματα με φυσική παρουσία, ενώ κατά τη «Save the Children» χάθηκαν συνολικά 74 μέρες μαθημάτων – στη Δυτική Ευρώπη 28 μέρες. Βεβαίως, η μοίρα 463 εκατ. μαθητών, που ζουν σε χώρες με περιορισμένη πρόσβαση στο Ιντερνετ, ήταν ακόμη χειρότερη, καθώς στερήθηκαν εξ ολοκλήρου την εκπαίδευση. 

Ηταν, επομένως, αναμενόμενο στο φετινό Hack for Inclusion του ΜΙΤ να συμπεριληφθεί το ζήτημα της γεφύρωσης του κενού που προκλήθηκε στην εκπαιδευτική διαδικασία, αναδεικνύοντας τραγικές ανισότητες. «Εστιάσαμε στους μαθητές του νηπιαγωγείου και του δημοτικού», εξηγεί στην «Κ» η 26χρονη Μαρία Μαντζίρη, που έχει σπουδάσει φαρμακοποιός στο ΕΚΠΑ και εργάζεται σήμερα στη Φρανκφούρτη, η οποία δήλωσε το διαδικτυακό της «παρών» στο Hackathon με την ομάδα της Microsoft. «Θέλησα να αδράξω την ευκαιρία να συμμετάσχω χωρίς να χρειαστεί να μεταβώ στις ΗΠΑ». Μέχρι πέρυσι οι συμμετέχοντες ήταν κυρίως φοιτητές και απόφοιτοι του ΜΙΤ, επαγγελματίες και κάτοικοι της Βοστώνης· χάρη στην πανδημία, όμως, στο φετινό brain storming συνέβαλαν άνθρωποι από 80 χώρες μεταφέροντας την τεχνογνωσία τους. Δώδεκα εταιρείες και οργανισμοί επέλεξαν εξίσου δυσεπίλυτα προβλήματα από το εργασιακό περιβάλλον, την κοινότητα και την εκπαίδευση. Η εταιρεία Ford έθεσε την πρόκληση της μετατροπής του παρηκμασμένου Detroit σε κόμβο καινοτομίας, ενώ η Bain & Company την προσφορά της βέλτιστης υποστήριξης σε εργαζόμενους γονείς. 

Η Μαρία, λοιπόν, κλήθηκε μαζί με έναν Κενυάτη, έναν Κολομβιανό, μια Κινέζα και μια Ινδή, αλλά και με την υποστήριξη δύο εργαζομένων της Microsoft, να δημιουργήσουν μέσα σε 18 ώρες ένα μοντέλο τηλεκπαίδευσης, κατάλληλο για όλους τους μαθητές στοιχειώδους εκπαίδευσης και ειδικά για όσους ανήκουν σε μη ευνοημένα περιβάλλοντα. «Δουλεύαμε γρήγορα, εντατικά και αποτελεσματικά όντας μεταξύ μας άγνωστοι, εξ ου και αρχικά είχαμε πολλή καθοδήγηση», περιγράφει την πρωτόγνωρη εμπειρία, «παρακολουθούσαμε βίντεο σχετικά με τη μεθοδολογία, αλλά και live events με ομιλίες στελεχών». Η διεθνής ομάδα δούλευε real time, ο καθένας από την έδρα του, μπροστά στον υπολογιστή του, χρησιμοποιώντας έναν ψηφιακό ασπροπίνακα, που συνέβαλε στο μοίρασμα των αρμοδιοτήτων και στην καταγραφή των στόχων.

Ταυτόχρονα, διεξήγαν συνεντεύξεις με εκπαιδευτικούς και μαθητές, που μετέφεραν την εμπειρία της τηλεκπαίδευσης και ανέδειξαν πολλές παθογένειες. «Ακούσαμε για παιδιά που τα έπαιρνε ο ύπνος μπροστά στην οθόνη, δασκάλους που δυσκολεύονταν να ανεβάσουν τα καθήκοντα online, για τη σύγχυση από τη χρήση διαφορετικών συστημάτων (google meeting, zoom, mail κ.ά.)», επισημαίνει η Μαρία, «οι εκπαιδευτικοί προσδοκούσαν να προσαρμόσουν το μάθημα στις ανάγκες κάθε μαθητή». Η κόπωση, η δυσκολία συγκέντρωσης και ο πειρασμός να απασχοληθεί κάποιος ταυτόχρονα με κάποιο διαδικτυακό παιχνίδι ή απλώς να σερφάρει αποτελούν μερικούς μόνον από τους κινδύνους. «Ενημερωθήκαμε για καινοτόμες εκπαιδευτικές πρακτικές, όπως τη διδασκαλία στην Ινδία μέσω μεγαφώνων, μια πρωτοβουλία που στοχεύει να προσεγγίσει μαθητές με ζητήματα συνδεσιμότητας που καθιστούν δύσκολo το distance learning», προσθέτει η Ελληνίδα συμμετέχουσα, «τα παιδιά τραγουδούν τραγούδια και απαντούν σε ερωτήσεις, μιλώντας στο μεγάφωνο ως “Speaker Brother” ή “Speaker Sister”». 

Παρακολούθηση απόδοσης

H εκπαιδευτική πρόταση «Level-ED», που παρουσίασε η Μαρία Μαντζίρη εκ μέρους της ομάδας και κέρδισε την 3η θέση μεταξύ 45 προτάσεων, περιλαμβάνει βιβλιοθήκη εκπαιδευτικού υλικού εκτός σύνδεσης για τους μαθητές, έτοιμες φόρμες για τη δημιουργία ασκήσεων σε μορφή σύντομων παιχνιδιών, ειδοποιήσεις για διαλείμματα από την οθόνη σε τακτά χρονικά διαστήματα. «Η εκμάθηση και η αξιολόγηση ενισχύεται από την τεχνητή νοημοσύνη και τις έξυπνες οθόνες, που παρακολουθούν την αφή ή τα κλικ των χρηστών», εξηγεί η κ. Μαντζίρη, «αξιοποιούμε τους αλγορίθμους για την παρακολούθηση και την πρόβλεψη της απόδοσης των μαθητών από τη συμπεριφορά τους στην πλατφόρμα σε συνδυασμό με την eye tracking τεχνολογία, που ακολουθεί το βλέμμα του μαθητή και διαπιστώνει αν αυτός μπορεί να συγκεντρωθεί επαρκώς στο μάθημα». Πηγή έμπνευσης στάθηκε το πρωτοπόρο πρόγραμμα Teaching at the right level της ινδικής ΜΚΟ Pratham. «Η εκπαιδευτική μας πρόταση, άπαξ και αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή από την εταιρεία, θα μπορούσε να εφαρμοστεί και μετά το πέρας της πανδημίας, διασφαλίζοντας έτσι την εκπαιδευτική ισότητα», καταλήγει η Ελληνίδα φαρμακοποιός.