ΑΠΟΨΗ

Εμβολιασμός COVID-19 και η μάχη της εμπιστοσύνης στην Ευρώπη

Εμβολιασμός COVID-19 και η μάχη της εμπιστοσύνης στην Ευρώπη

Όταν πρόσφατα στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδύθηκαν στη δημόσια σφαίρα κάποιες ανακριβείς υπόνοιες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του εμβολίου της Johnson & Johnson, τα αντανακλαστικά των ρυθμιστικών και επιστημονικών αρχών υπήρξαν ακαριαία, συντεταγμένα και συμπαγή. Ο Dr Anthony Fauci ως εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου και επικεφαλής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργίας και Λοιμωδών Νοσημάτων, ανέλαβε για μία ακόμη φορά το ρόλο του διαμεσολαβητή με την κοινωνία. Ένα πρόσωπο που εμπνέει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, βγήκε μπροστά με ένα οργανωμένο πλάνο επικοινωνίας που συμπεριλάμβανε διαδοχικές συνεντεύξεις στην τηλεόραση και στον τύπο, αρθρογραφία, βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένα πρόσωπο με ένα σαφές μήνυμα που εξηγούσε με απλό, κατανοητό λόγο όχι μόνο ότι το εμβόλιο είναι ασφαλές και αποτελεσματικό, αλλά και ποιες είναι οι διαδικασίες που πιστοποιούν τα λεγόμενά του. 

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Ευρώπη παλινωδεί στην πολυφωνία της που τροφοδοτεί την επιφύλαξη έναντι των εμβολίων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΜ) είναι ο αποκλειστικά αρμόδιος φορέας για την αξιολόγηση και έγκρισή τους σε επίπεδο Ε.Ε., ωστόσο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν χάνουν τη δικαιοδοσία τους. Για παράδειγμα, η Ουγγαρία παρέκαμψε τον EMA και ενέκρινε τη χορήγηση του ρωσικού Sputnik-V, ενώ πιο πρόσφατα μία σειρά κρατών ανέστειλαν τους εμβολιασμούς με το σκεύασμα της AstraZeneca, παρά τις περί του αντιθέτου συστάσεις τόσο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, όσο και του ΕΜΑ.

Οι δύο οργανισμοί δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να δικαιολογούν την αιτιακή συσχέτιση μερικών δεκάδων περιστατικών θρομβώσεων με τον εμβολιασμό 17 εκατομμυρίων πολιτών, αλλά ελάχιστοι μπορούν πλέον να διακρίνουν τη φωνή τους μέσα στην οχλαγωγία. Ανάμεσα τους και η Ελλάδα, όπου η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών λειτούργησε σοφά, αποφασίζοντας τη συνέχιση της διενέργειας των εμβολίων της AstraZeneca και αναμένοντας τις νεότερες συστάσεις των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών.

Η αναστολή χορήγησης των εμβολίων ήταν και παραμένει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών της Ε.Ε. Τούτο όμως δεν παύει να την καθιστά υπό όρους επικίνδυνη για την ομαλή έξοδο από την υγειονομική κρίση, όχι μόνο εντός των συνόρων τους, αλλά συνολικά στην Ευρώπη. Γιατί η πανδημία δεν θα κερδηθεί με ασπίδα το εμβόλιο ως σκεύασμα, αλλά με τον εμβολιασμό ως πράξη, η οποία ενέχει δύο εξέχουσες προϋποθέσεις.

Πρώτον, απαιτεί την εμπιστοσύνη του ατόμου. Αυτή η θεμελιώδης συνθήκη απειλείται για μία ακόμη φορά και μάλιστα όχι από περιθωριακές ιστοσελίδες και συνωμοσιολόγους, αλλά από το γεγονός ότι η Ευρώπη μέσω των πλέον αρμόδιων αρχών δεν είναι δομικά ικανή να λειτουργήσει συντεταγμένα, εκπέμποντας διφορούμενα μηνύματα στους πολίτες, για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα. Ως αποτέλεσμα, μόνο το 43% των Γερμανών πολιτών και το 33% των Γάλλων δήλωνε στις αρχές Μαρτίου ότι θεωρεί το εμβόλιο της AstraZeneca ασφαλές, σύμφωνα με έρευνα του YouGov.

Δεύτερον, προϋποθέτει την επίγνωση για το όφελος αλλά και για το ενδεχόμενο ρίσκο της πράξης. Για παράδειγμα, όταν ένας άνθρωπος αιωρείται στο κενό πιασμένος από ένα σκοινί επιχειρώντας να ανέβει επάνω, είναι καλό να διασφαλίσουμε ότι το σκοινί δεν θα του γδάρει το χέρι. Ωστόσο πριν τον προτρέψουμε να το αφήσει, οφείλουμε να εκτιμήσουμε συγκριτικά ποια επιλογή έχει το μεγαλύτερο όφελος και το χαμηλότερο κόστος. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να αποφύγουμε το γδάρσιμο, αλλά να βρεθούμε στο «κενό» νέων περιοριστικών μέτρων και μεγαλύτερης υγειονομικής, κοινωνικής και οικονομικής αιμορραγίας. Την ίδια στιγμή όμως, χώρες όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ πλησιάζουν όλο και πιο κοντά στο στέρεο έδαφος της συλλογικής ανοσίας.

Οφείλουμε να μην παραγνωρίζουμε ότι η επιστήμη είναι ένας κόσμος όπου η γνώση αναμετριέται με την αβεβαιότητα και όσο προσπαθεί να την εξαλείψει, τόσο τροφοδοτείται από αυτή. Ωστόσο, αυτός ο ορθολογικός μηχανισμός, η γνώση, ακόμη και οι αντιφάσεις του θα πρέπει να επικοινωνούνται στον πολίτη συντεταγμένα, διαφορετικά κινδυνεύουν να μετατραπούν από κεφάλαιο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης σε πλεόνασμα αμφισβήτησης και καχυποψίας. 

*Υπ. Διδάκτορας Πολιτικών Υγείας, Διευθυντής της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας