ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η έξαρση της βίας σε μια Ελλάδα διαρκούς κρίσης

Μιλούν στην «Κ» πέντε καθηγητές

Η έξαρση της βίας σε μια Ελλάδα διαρκούς κρίσης

Το ρεκόρ των ημερήσιων κρουσμάτων που σημείωσε η Ελλάδα αυτή την εβδομάδα είχε να το αγγίξει από τις δύσκολες μέρες του Νοεμβρίου. Παρόλο που, ευτυχώς, οι ημερήσιοι θάνατοι δεν έχουν πλησιάσει τους αριθμούς εκείνης της περιόδου, οι ΜΕΘ γέμισαν, η πανδημία καλπάζει, η Αττική βουλιάζει. Διανύουμε τον πέμπτο μήνα του δεύτερου lockdown, από το οποίο ουσιαστικά δεν βγήκαμε ποτέ, και πολύς κόσμος φτάνει στα όριά του – οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα ενός εγκλεισμού του οποίου το τέλος διαρκώς απομακρύνεται παρά την καλή πορεία των εμβολιασμών, η υγειονομική κρίση δεν είναι η μόνη που ταράζει τη χώρα. Οι μαζικές πορείες, ειδικά στην Αθήνα, είναι ένα φαινόμενο σχεδόν καθημερινό. 

Οι λόγοι ποικίλλουν – κατά της αστυνομικής βίας, κατά του νομοσχεδίου της κ. Κεραμέως και της πανεπιστημιακής αστυνομίας, μέχρι πρότινος υπέρ της απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα και πιο πρόσφατα για αλληλεγγύη στους υγειονομικούς. 

Το περιστατικό στη Νέα Σμύρνη στις 7 Μαρτίου, όταν ένας ανθυπαστυνόμος της ομάδας Δ.ΙΑΣ. καταγράφηκε σε βίντεο να ξυλοκοπεί έναν πολίτη, και τα γεγονότα της 9ης Μαρτίου –ο ξυλοδαρμός ενός αστυνομικού από διαδηλωτές και οι καταγεγραμμένες δηλώσεις αστυνομικών της ομάδας του που ακούστηκαν να λένε «θα τους σκοτώσουμε» όταν αντιλήφθηκαν πως έλειπε ο συνάδελφός τους, εκτός άλλων– έκαναν εμφανές σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας πως η ένταση, τουλάχιστον μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών, έχει αυξηθεί σημαντικά και επικίνδυνα. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό και γιατί τώρα; Πέντε καθηγητές απαντούν.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΔΗΜΙΑ

Εκρηκτικό μείγμα ανασφάλειας – περιορισμού ελευθεριών

«Βλέπουμε ότι η Ελλάδα περνάει από μια πάρα πολύ μεγάλη δεύτερη κρίση μετά την πρώτη σοβαρή οικονομική κρίση, χωρίς να ξέρουμε πόσο μεγάλος θα είναι ο αντίκτυπος και των δύο κρίσεων στο μέλλον», λέει στην «Κ» ο Οθων Αναστασάκης, διευθυντής του Κέντρου Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο ίδιος εξηγεί πως οι κρίσεις έχουν οδηγήσει σε απόλυτη οικονομική ανασφάλεια και αβεβαιότητα και «στην περιθωριοποίηση της νεολαίας από την παραγωγική διαδικασία». Επομένως, πρέπει κανείς πρώτα να εξετάσει τα οικονομικά αίτια της σημερινής πόλωσης. Πέρα από τα οικονομικά αίτια, η πανδημία έχει επιφέρει σημαντικούς περιορισμούς στις ελευθερίες των ατόμων, με την αστυνομία να αποκτά πρωταρχικό ρόλο στην τήρηση αυτών των περιορισμών, ο ρόλος της οποίας είναι συχνά συνυφασμένος στη συνείδηση αρκετών Ελλήνων με παλιές αυταρχικές πρακτικές. Το μείγμα οικονομικής ανασφάλειας και περιορισμών βασικών ελευθεριών λόγω πανδημίας είναι εκρηκτικό. 

Ο Ρόντρικ Μπίτον, συνταξιούχος καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, στον οποίο απονεμήθηκε το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής το 2019, λέει στην «Κ» πως τον τρόμαξαν τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης – του θύμισαν το 2008 και τον πρώτο καιρό της Μεταπολίτευσης, όταν υπήρχαν κάθε μέρα μεγάλες διαδηλώσεις και δακρυγόνα. «Για αυτό τον λόγο με τρόμαξε», αναφέρει σε άπταιστα ελληνικά. «Από τη μία είναι η ακραία βία, από την άλλη για κάποιο λόγο απλώς νόμιζα ότι η ελληνική κοινωνία είχε ξεπεράσει αυτό το σημείο». Ο ίδιος θεωρεί πως ένα από τα αποτελέσματα της κρίσης –«με τις τρομερές θυσίες και τα θύματά της»– ήταν πως ίσως έφερε μια ωρίμανση στη συλλογική ταυτότητα, που μέχρι πρότινος «φαίνεται ότι κρατήθηκε», σημειώνει. Τα τελευταία γεγονότα, από τη μία θεωρεί πως είναι «αυθόρμητα αποτελέσματα του lockdown fatigue», της κούρασης που έχει επιφέρει ο εγκλεισμός, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο Δημήτρης Λιβάνιος, επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο ΑΠΘ, ο οποίος τονίζει στην «Κ» ότι «το lockdown σίγουρα έχει επηρεάσει τη νεολαία σε μεγάλο βαθμό, και οικονομικά και ψυχολογικά – κρατάει μια ολόκληρη γενιά σπίτι της, και αυτό είναι λογικό να προκαλεί μια δυσφορία. Βεβαίως, όταν υπάρχουν περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας, εννοείται ότι αυτό ρίχνει λάδι στη φωτιά και δημιουργείται αυτός ο φαύλος κύκλος – πρέπει μετά να αντεπιτεθούν και αυτοί». Από την άλλη, όμως, ο κ. Μπίτον πιστεύει πως υπάρχει ένα βαθύ ρήγμα στην ελληνική κοινωνία, ένα ρήγμα που δημιουργήθηκε στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους πριν από 200 χρόνια, και έκτοτε, όπως και τώρα, επανέρχεται ξανά και ξανά με άλλες διαστάσεις.

ΔΕΞΙΑ – ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Μοντέλο διχασμού από το παρελθόν

Η έξαρση της βίας σε μια Ελλάδα διαρκούς κρίσης-1
Το πνεύμα των ανταρτών προκύπτει κατά καιρούς και συστηματικά στα 200 χρόνια της ελληνικής ιστορίας. Φωτ. INTIME NEWS

Ο κ. Μπίτον δεν θεωρεί πως η συγκρουσιακή φύση της ελληνικής κοινωνίας έχει να κάνει τόσο με το ιδεολογικό υπόβαθρο όσο με μια βασική αντιπαράθεση χαρακτήρα και νοοτροπίας που διαπιστώνεται από τα χρόνια της Επανάστασης. Από τη μία μεριά είναι οι αντάρτες, οι οπλαρχηγοί, άνθρωποι όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Ανδρούτσος. «Είναι αλύγιστοι, συνήθως είναι αμόρφωτοι, πεισματάρηδες, το βασικό για εκείνους είναι η αυτάρκεια, η αυτονομία, αυτό σημαίνει ελευθερία για εκείνους τους ανθρώπους, πιστεύουν και ενσαρκώνουν την κυριολεξία του συνθήματος “Ελευθερία ή Θάνατος” και βέβαια δεν θέλουν να συμμορφωθούν, να εξαρτηθούν από κανέναν», λέει στην «Κ». Από την άλλη, είναι η πλευρά που ο ίδιος δηλώνει πως νίκησε τους εσωτερικούς αγώνες και διαμόρφωσε την Ελλάδα όπως την ξέρουμε σήμερα. Εκείνη εκπροσωπείται από διπλωμάτες, μορφωμένους ανθρώπους που τους εμπνέουν οι ιδέες και τα ιδανικά του Διαφωτισμού, που πιστεύουν στην ένταξη και στους θεσμούς – «αυτοί είναι, ας πούμε, το παράδειγμα στο μοντέλο για τον πειθαρχημένο ελληνικό λαό σήμερα», συμπληρώνει. Το πνεύμα όμως των ανταρτών προκύπτει κατά καιρούς και συστηματικά – στον Εθνικό Διχασμό, στον Εμφύλιο, και αργότερα, ακόμα και το 2008, ακόμα και τώρα. «Είναι ζήτημα», αναφέρει ο κ. Μπίτον, «κατά πόσον οι νεαροί αυτοί συνειδητά παίρνουν μοντέλο από το μακρινό παρελθόν ή κατά κάποιον τρόπο ξεφυτρώνει μες στις φλέβες τους – τέτοιες συνέχειες βλέπω στις αλλεπάλληλες επαναλήψεις της ελληνικής Ιστορίας».

Σύμφωνα με τον κ. Λιβάνιο, ο βασικός πυρήνας των ανθρώπων που διαδηλώνουν αυτό τον καιρό, κάποιοι εκ των οποίων κρατούν πανό που λένε «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» (ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, στο οποίο χρονολογεί την πολιτική του γέννηση στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 17 Νοέμβρη του 1973), δεν γεννήθηκε πολιτικά «ούτε με το Αντάρτικο, ούτε με τον Εμφύλιο, ούτε με τη 17Ν». «Αν ήταν να βάλω ένα όριο πότε γεννήθηκαν πολιτικά, θα έλεγα το 2008, τότε ριζοσπαστικοποιήθηκε ένα πολύ μεγάλο μέρος της νεολαίας, ετερόκλητο κοινωνικά, μια νεολαία που έχει τις ρίζες της σε πολύ πιο πρόσφατες εξελίξεις, στα μνημόνια και στο lockdown», σημειώνει. «Υπάρχει ένα κομμάτι νεολαίας το οποίο έχει ριζοσπαστικοποιηθεί μετά τον Γρηγορόπουλο», λέει ο κ. Λιβάνιος. «Αναζητούν στην αγορά ιδεών τι είναι το πιο radical, τι είναι το πιο ανατρεπτικό κι έτσι πέφτουν πάνω και στον Κουφοντίνα, δεν νομίζω όμως ότι υπάρχει κάποια στενή σχέση» – είναι ετερογενές κοινωνικά σε βαθμό που, στην περίπτωση της Νέας Σμύρνης, παραδείγματος χάριν, όπως αναφέρει, υπήρχαν καλέσματα για οπαδούς ομάδων. Ο ίδιος τονίζει πως «είναι προφανές ότι δεν ζούμε ούτε σε δικτατορία ούτε ζούμε Αουσβιτς» (όπως έγραψε η Ελενα Ακρίτα προ ημερών, κάτι που προκάλεσε την οργή του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, το οποίο κατέκρινε τις δηλώσεις της για ευτελισμό και εργαλειοποίηση του Ολοκαυτώματος), συμπληρώνοντας πως τέτοια αφηγήματα χρησιμοποιούνται για περαιτέρω έξαψη πνευμάτων. Παρ’ όλα αυτά, το δίπολο Αριστερά – Δεξιά θεωρείται πως ισχύει ακόμα σε σημαντικό βαθμό, σημειώνει, θέτοντας όμως ένα καίριο ερωτηματικό σχετικά με το τι είναι Αριστερά και Δεξιά στην Ελλάδα τού σήμερα και τονίζοντας ότι ορισμένοι «επιλέγουν να ζουν σε άλλες εποχές». «Δεν ζούμε ούτε στη δεκαετία του ’60, ούτε του ’40, ούτε σε συνθήκες Εμφυλίου», δηλώνει.  

Ο κ. Αναστασάκης αναφέρει πως στην Ελλάδα «η διχοτόμηση Δεξιάς – Αριστεράς δεν έχει τον οικονομικό, ταξικό χαρακτήρα που βλέπουμε σε άλλες δυτικές κοινωνίες» – άπτεται περισσότερο πολιτικών θεμάτων, όπως η αστυνομοκρατία ή η παιδεία. Η διχοτόμηση αυτή, συμπληρώνει, δεν αντικατοπτρίζει αναγκαστικά τη διάσταση ανάμεσα σε πρόοδο και οπισθοδρόμηση, όπως στη δεκαετία του 1960, καθώς σήμερα οι διαφορές ανάμεσα στην Κεντροδεξιά και στην Κεντροαριστερά έχουν γίνει πολύ πιο ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε αυτές τις δύο μεγάλες ιδεολογικές οικογένειες υπάρχουν διαφορετικές ακραίες τάσεις. «Η Δεξιά έχει τεράστιο πρόβλημα με κάποιες ακροδεξιές, εθνικιστικές τάσεις και η Αριστερά έχει το βαρίδιο της εξωκοινοβουλευτικής αριστερής βίας», τονίζει ο κ. Αναστασάκης.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Η βία δεν μπορεί να μένει ατιμώρητη

Η έξαρση της βίας σε μια Ελλάδα διαρκούς κρίσης-2
7.3.2021, Ν. Σμύρνη. Το πρόβλημα των χαμηλής ειδίκευσης και πειθαρχίας αστυνομικών είναι ενδημικό. Φωτ. REUTERS

«Οταν γίνονται καταγγελίες ότι η αστυνομία έχει γίνει σκληρή και χτυπάει αδιακρίτως, αυτές πρέπει άμεσα να τις εξετάσουν οι αρμόδιοι, πρέπει να δουν αν όντως υπάρχουν φαινόμενα ακραίας συμπεριφοράς μέσα στον αστυνομικό χώρο», λέει ο κ. Αναστασάκης, τονίζοντας πως πρέπει να διερευνηθεί το αν έχει εκσυγχρονιστεί η αστυνομία και πως ούτε αυτό, ούτε το θέμα της «περιθωριοποιημένης αριστερής βίας, ούτε η βία στα γήπεδα που δεν έχει ιδεολογικό χαρακτήρα» μπορούν να περνούν με ατιμωρησία. 

Ο Γιώργος Ρηγάκος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας της Αστυνόμευσης στο Πανεπιστήμιο Carleton του Καναδά, λέει στην «Κ» πως ακόμα και πριν από την πανδημία υπήρχε διαδεδομένη έλλειψη εμπιστοσύνης στην εξουσία, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας. Ιστορικά, η αστυνόμευση στην Ελλάδα έχει υπάρξει πολιτικοποιημένη, σημειώνει, κάτι που δηλώνει πως είναι ενδημικό στη χώρα. «Η ιστορική ανάπτυξη της αστυνομίας στην Ελλάδα είναι συνδεδεμένη με τον συντηρητισμό κι ακόμα και με ακροδεξιό εξτρεμισμό», αναφέρει. Θεωρεί πως είναι πολύ πιθανό να υπάρχει, όπως και στις ΗΠΑ, διαγενεακή μετάδοση ριζοσπαστικοποιημένων –ρατσιστικών, ταξικών ή έντονα πολιτικοποιημένων– απόψεων, όπως και διαγενεακή μετάδοση απόψεων κατά της αστυνομίας. «Είναι κοινωνιολογικά προβλέψιμο», σημειώνει. «Πρέπει να αναρωτηθείς: αν είναι ένα σκάρτο στοιχείο, είναι τα περιστατικά αξιοσημείωτα;» λέει σχετικά με τα περιστατικά αστυνομικής βίας στην Ελλάδα. «Δεν είναι σπάνια και αξιοσημείωτα – όταν τα περιστατικά δεν είναι σπάνια και αξιοσημείωτα, τότε είναι συστημικό». Για να λυθεί το θέμα της αστυνομικής βίας, πιστεύει πως πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί ως πρόβλημα, όπως και να αναγνωριστεί η ιστορικά πολιτικοποιημένη φύση της αστυνόμευσης – «και έχει υπάρξει απροθυμία ως προς αυτό», τονίζει. Δεύτερον, πρέπει να γίνεται εποπτεία της αστυνομίας από ένα φάσμα πολιτών – «όταν υπάρχει αυτός ο εξωτερικός έλεγχος, αλλάζει η θέση της αστυνομίας στην κοινωνία». Οσον αφορά την ανάκτηση της εμπιστοσύνης στην αστυνομία, ειδικά μετά την εμπλοκή κάποιων αστυνομικών στη Χρυσή Αυγή –«σε κάποιες περιπτώσεις μιλάμε για αστυνομικούς που ήταν συνένοχοι»–, λέει πως πρέπει να υπάρξει η κουλτούρα και η θέληση να γίνουν αλλαγές, ενώ τονίζει ότι η οργή του κόσμου είναι ένας παράγοντας που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. «Είναι ένας δείκτης πως τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν», δηλώνει. 

Ο Κέβιν Φέδερστοουν, καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών και επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου στο London School of Economics, λέει στην «Κ» πως η Ελλάδα έχει ενδημικό πρόβλημα με ένα χαμηλής ειδίκευσης και πειθαρχίας αστυνομικό σώμα, «το οποίο πολύ συχνά οξύνει την κατάσταση με τη δική του βαναυσότητα». «Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει καταγράψει το πρόβλημα και η επιτροπή του Νίκου Αλιβιζάτου έχει με τον ίδιο τρόπο ξεκαθαρίσει την κατάσταση», σημειώνει ο κ. Φέδερστοουν. Παράλληλα, πρέπει να γίνουν σημαντικές αλλαγές ούτως ώστε τα ελληνικά πανεπιστήμια να αναπτύξουν πλήρως τις ικανότητές τους, και για να γίνει αυτό, τονίζει, πρέπει να είναι ασφαλή, συμπληρώνοντας πως κάποιοι συλληφθέντες της κατάληψης στο ΑΠΘ δεν ήταν καν φοιτητές. «Η ανομία στο campus και οι επιθέσεις σε ακαδημαϊκούς είναι εξωφρενικές», δηλώνει, λέγοντας πως άλλοι τρόποι για να υπάρξει ασφάλεια, πέραν του να υπάρχει αστυνομία, δεν μοιάζουν βιώσιμοι. «Επομένως έχουμε μια θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ της ανάγκης για τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων, το να ξεπεραστεί η ανομία, και ενός οργανισμού του κράτους στον οποίο δεν μπορείς να βασιστείς για να δράσει με έναν εκσυγχρονισμένο, επαγγελματικό τρόπο», λέει ο ίδιος. Αυτή η σχεδόν «ασυμβίβαστη ένταση», όπως την αποκαλεί, δίνει χώρο για πολιτικές ρητορείες τού χθες. «Ενας καταδικασμένος δολοφόνος της 17Ν –ο οποίος φέρθηκε με έναν τρόπο που καμία πολιτισμένη κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί– ξαφνικά γίνεται ήρωας και μέρος ενός στημένου “αγώνα”», συμπληρώνει. «Το να παίζουμε πολιτικά παιχνίδια με το “νόμος και τάξη” ή να πυροδοτούμε μια κουλτούρα διαμαρτυρίας μπορεί να προσφέρει έναν βραχυπρόθεσμο πολιτικό ενθουσιασμό, αλλά στην πραγματικότητα», τονίζει ο κ. Φέδερστοουν, «στερεί από την Ελλάδα το μέλλον της».

Διαβάστε επίσης:
«Αρρωστοι» με την ομάδα και τα άγρια επεισόδια
Ηχητικό ντοκουμέντο: «Δεχόμαστε επίθεση», «Κέντρο, έχουν πάρει συνάδελφο!»