ΑΠΟΨΗ

Η ανάγκη πανεπιστημιακής παιδαγωγικής

i-anagki-panepistimiakis-paidagogikis

Ενώ η συζήτηση στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα επικεντρώνεται στην παιδαγωγική κατάρτιση των διδασκόντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στην ποιότητα της διδασκαλίας και μάθησης, στην Ελλάδα, δυστυχώς, πολύς λόγος γίνεται για το αν τα πανεπιστήμια θα φυλάσσονται και από ποιους και με ποιους βαθμούς θα πρέπει να εισάγονται οι υποψήφιοι στις διάφορες σχολές. Ασχετα αν κανείς υποστηρίζει την καθιέρωση ή όχι ελάχιστης βάσης εισαγωγής, η μαζικοποίηση του πανεπιστημίου αποτελεί πραγματικότητα και συνάμα παιδαγωγική πρόκληση για τον χαρακτήρα και την ποιότητα της διδασκαλίας και της μάθησης στα ΑΕΙ.

Είναι, όμως, σήμερα οι διδάσκοντες κατάλληλα προετοιμασμένοι να υποδεχθούν και να εκπαιδεύσουν φοιτητές/τριες με τις γνώσεις και ικανότητες που τους παρείχε το ελληνικό σχολείο στις προηγούμενες βαθμίδες, αλλά και τις απαιτήσεις και προσδοκίες που έχουν και αντανακλούν τις αξίες με τις οποίες «φόρτωσε» η κοινωνία τα μαζικοποιημένα δημόσια πανεπιστήμιά μας; Αυτό είναι ουσιώδες ερώτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί σοβαρά. Απεναντίας, ενώ θεωρείται αναμενόμενη η παιδαγωγική και διδακτική κατάρτιση όσων διδάσκουν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και λαμβάνονται πρωτοβουλίες για τη συνεχή επιμόρφωσή τους, παραδόξως δεν ισχύει το ίδιο για όσους διδάσκουν στο πανεπιστήμιο.

Γεγονός είναι ότι τα πανεπιστήμια πριμοδοτούν συνήθως την έρευνα και τις δημοσιεύσεις των μελών τους χωρίς να δίνουν έμφαση στην ποιότητα του διδακτικού έργου, παρ’ όλο που η εκπαίδευση, η διδασκαλία και η μάθηση βρίσκονται στον πυρήνα της αποστολής τους (Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα γαρ). Αποτελεί, λοιπόν, παράδοξο της πανεπιστημιακής ζωής να προάγει την έρευνα και την παραγωγή νέας γνώσης και να μην προετοιμάζει κατάλληλα τους διδάσκοντες που θα εκπαιδεύσουν τους μελλοντικούς επαγγελματίες σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα και δεξιότητες συμπεριλαμβανομένων και των μελλοντικών ερευνητών.

Το ζήτημα της διδακτικής κατάρτισης επικαιροποιείται και λόγω της συλλήβδην «ανωτατοποίησης» των ΤΕΙ, αλλά και του σημαντικού αριθμού μελών ειδικού διδακτικού προσωπικού (ΕΔΙΠ) που εισέρρευσαν τα τελευταία χρόνια από την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε πανεπιστημιακά τμήματα για να καλύψουν διδακτικές ανάγκες, δίχως πολλοί εξ αυτών να διαθέτουν προσόντα πανεπιστημιακού δασκάλου.

Οφείλουμε ακόμα να λάβουμε υπόψη ότι: α) οι νέες γενιές των φοιτητών/τριών έρχονται σε επαφή με πηγές πληροφόρησης και αναπτύσσουν επικοινωνιακές συνήθειες, που μάλλον καθιστούν αναγκαία την αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της διδασκαλίας και μάθησης στα πανεπιστήμια, με νέες προσεγγίσεις στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό, στις μεθόδους και στις διδακτικές στρατηγικές, και β) οι τεχνολογίες πληροφορικής επιβάλλουν την αναθεώρηση του τρόπου που σχεδιάζουμε, υλοποιούμε και αξιολογούμε την εκπαιδευτική διαδικασία.

Για την κάλυψη διδακτικών αναγκών στα ΑΕΙ μέσω του ΕΣΠΑ εφαρμόζεται το πρόγραμμα «Απόκτηση Ακαδημαϊκής Διδακτικής Εμπειρίας σε Νέους Επιστήμονες Κατόχους Διδακτορικού 2019-22». Πολλές εκατοντάδες νέων διδακτόρων συμμετέχουν σε αυτό αναλαμβάνοντας αυτοδύναμη διδασκαλία μαθημάτων χωρίς προηγουμένως να έχει τεκμηριωθεί η διδακτική τους επάρκεια. Αρκεί να είναι νέοι διδάκτορες. Δεν υπάρχει πρόνοια στη σχετική προκήρυξη ότι τα άτομα αυτά πριν μπουν στις αίθουσες και στα εργαστήρια θα πρέπει, με ευθύνη του ΑΕΙ, να έχουν προετοιμαστεί για την απαιτητική εργασία του πανεπιστημιακού δασκάλου.

Στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν εφαρμόζονται σήμερα ουσιαστικές μέθοδοι πιστοποίησης και συνεχούς υποστήριξης της διδακτικής επάρκειας των μελών ΔΕΠ, ίσως γιατί δεσπόζει ακόμα η πεποίθηση πως «δάσκαλος γεννιέσαι, δεν γίνεσαι». Επιτείνεται δε αυτό και από το γεγονός ότι συχνότατα αγνοείται ότι ένας καλός ερευνητής δεν είναι απαραιτήτως και επαρκής διδάσκων.

Δεν δικαιολογείται, λοιπόν, η μη ενεργοποίηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου που προβλέπει την ίδρυση Γραφείου Υποστήριξης Διδασκαλίας σε κάθε ΑΕΙ (ν. 4009/2011, άρθρο 51). Τέτοιες δομές υπάρχουν και λειτουργούν εδώ και τριάντα χρόνια σε όλα τα αξιόλογα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Ως συνήθως ο κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Στην πρόβλεψη του νόμου έχουν ανταποκριθεί το Πανεπιστήμιο Πατρών και το Δημοκρίτειο, άρτι δε και το ΕΚΠΑ, στηριζόμενα εν πολλοίς στα πορίσματα του Δικτύου Πανεπιστημιακής Παιδαγωγικής που ιδρύθηκε το 2016 (https://panepistimiaki-paidagogiki.gr/). Πρόκειται για μια κίνηση για τη δημιουργία, και στη χώρα μας, μιας κοινότητας επιστημόνων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο πεδίο της πανεπιστημιακής παιδαγωγικής. Με τον όρο πανεπιστημιακή παιδαγωγική εννοούνται όλα όσα πρέπει να γνωρίζει ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος προκειμένου να εκτελεί με τρόπο αποτελεσματικό και αποδοτικό το έργο του. Μεταξύ άλλων, η πανεπιστημιακή παιδαγωγική εστιάζει στα ερωτήματα: Πώς γίνεται η μετάπλαση της επιστημονικής γνώσης σε διδάξιμη ύλη κατάλληλη για φοιτητικό κοινό; Με ποιες μεθόδους και τεχνικές μπορεί να εξασφαλίζεται ένα χρήσιμο και απολαυστικό μάθημα για διδάσκοντες και διδασκομένους; Πώς άραγε μαθαίνουν οι φοιτητές/τριες; Πώς είναι δυνατόν να κινητοποιηθούν για να μάθουν στο πλαίσιο της κοινωνίας της πληροφορίας;

Ισως η ενασχόληση με τα αυτά ερωτήματα στρέψει την προσοχή σε πιο γόνιμα πεδία προβληματισμού για την ανώτατη παιδεία της χώρας.
 
* Ο κ. Πέτρος Γουγουλάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Στοκχόλμης.
** Ο κ. Νίκος Δεμερτζής είναι καθηγητής ΕΚΠΑ, πρόεδρος του ΕΚΚΕ.
*** Ο κ. Γεώργιος Μενεξές είναι αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ.
**** Ο κ. Ανδρέας Οικονόμου είναι αναπληρωτής καθηγητής ΑΣΠΑΙΤΕ.