ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1821 - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ «Κ»

Σ. Δημητρίου: Του Βαγγελισμού στην Πόβλα

s-dimitrioy-toy-vaggelismoy-stin-povla-561307327

Μας έκανε ο δάσκαλος ο Τσιαντίνης κάθε Τετάρτη απόγευμα χορούς και τραγούδια. Οπως ήτανε το σκολειό ψηλά, πήγαιναν οι φωνές στον Γκόζιακα και γύριζαν πίσω δίγλωσσο, μαζί με το ποταμίσιο βουητό.

s-dimitrioy-toy-vaggelismoy-stin-povla0

Εβγαιναν ο κόσμος απ’ τα καφενεία, απ’ τα σπίτια, απ’ τ’ αμπέλια, που ήταν το φυλλόκλαρο τότες ο κόσμος κι αφρικάζονταν.
Μας ήκουγαν και πέρα απ’ την γραμμή, ως μέσα στο Καρόκι, στο Περδικάρι.
Στις 28 Οκτωβρίου και τις 25 Μαρτίου κάναμαν κωμωδίες και διαλόγους.
Είχαμαν σκηνή μεγάλη και σκαλοπάτια που ανεβαίναμαν ψηλά.
Αυτήν την χαρά είχε ο κόσμος στις Εθνικές γιορτές.
Είχε ο δάσκαλος ένα θερίο κουτί λουκούμι απ’ το Φιλιάτι και μοιράζανε τα παιδιά σ’ ολουνούς.
Εναν Βαγγελισμό ήμουν η Δυτική Θράκη. Μου είχαν μια κορδέλλα εδώ στην μπάλα.
Ακόμα η Αγιά Σοφιά, δεν τούρκεψε ακόμα,
ακόμα έχει μέσα της το αίμα και το σώμα.
Σταυρό στο ένα χέρι της και στ’ άλλο κοντάρι
κι ακόμα δεν την πάτησε Σαρακινό ποδάρι.
Καθώς ο ήλιος στα βουνά, οπόταν βασιλεύει,
Το φωτοβόλο πρόσωπο με σπλάχνος πίσω νεύει.
Και λίγο φως παρηγοριάς, πριχού να δύσει χύνει,
έτσι κι η χάρη του θεού ακόμα δεν αφήνει.
Την ακριβή του εκκλησιά ακόμα την ζεσταίνει,
ωσάν ψυχή που σ’ άρρωστο κορμί ακόμα μένει.
Αχ τι γλυκά και λυπερά οι θόλοι της ηχούνε,
θαρρείς πως ψέλλουν άνθρωποι και την ψυχομανούνε.
Οι περισσότεροι έκλαιγαν. Ως κι ο πατέρας τώρε πούητανε τόσο άγριος του πήγαιναν τα μάτια ροή.
Ελεγαν τα δικά τους κι η Πελοπόννησο, τα νησιά, η Μακεδονία, η Στερεά Ελλάδα.
Η Αρετή του Μπεσιήρη –μια κόκκινη κοπέλα, ένα μήλο– ήταν η Ελλάδα.
Φραινόσουν να την τοιράς. Δεν της φαίνουνταν τα μάτια απ’ το πάχος, μια τρανταφυλλιά.
Ολοένα γέλαγε η άχαρτη, της είχε φυτρώσει το γέλιο στο στόμα.
Κόλλησε ψηλά στην σκηνή και δεν μπόργε να πει ντότι το ποί’μα.
Γέλαγε αυτή, γέλαγε κι ο κόσμος.
Κλείσ’ το μωρή μαυρηνιά, ’κούστηκε μια μπάμπω, θα σου γιομίσει το στόμα μελίσσια.
Ξεκαρδίστηκε πάλε κι ο κόσμος κι αυτή.
Πάει κι ο δάσκαλος και της τράβηξε ψια τ’ αυτί. Τότες σύνεψε, έτοιμο το ’χε το δάκρυ, έτοιμη όμως ήτανε να πιάκει και τα γέλια. Ο δάσκαλος την αγριοκοίταζε.
Εγώ όλα τα παιδάκια μου
τα στόλισα με χάρη,
θα τα φωνάξω να ’ρθουνε
με λεβεντιά και καμάρι.
Ελάτε μέσα όλα σας
για να σας καμαρώσουν,
ανταμοιβή να δώσουν.
Ντυόμαστε με γελέκια και φουστανέλες, σαν κείνα πό’ντυγαν ο Καραϊσκάκης, ο Διάκος. Είχαμαν γύρω γύρω τις κορνίζες όλες.
Κόλλησε ψηλά στην σκηνή κι ο Λάμπρο Κουτούκης και είπε ένα ποί’μα, έτσι με καρακαϊτέ.
Ρούσο και λιανόψηλο αυτό, χαιρόσουν να το βλέπεις – τουρκόπαιδο το ήλεγε η μαλέκω του.
Καραϊσκάκης φώναξε
από το Κακοσούλι.
Πάψτε, παιδιά, τον πόλεμο,
πάψτε και τα ντουφέκια.
Να κατακάτσει ο κούρνιαχτος
να πιει της γης το γαίμα.
Να μετρηθούμε μια φορά
να ιδούμε πόσοι λείπουν.
Μετρήθηκε όλη η Τουρκιά
και λείπουν τρεις χιλιάδες.
Μετρήθηκαν κι οι Ελληνες
και λείπουν τρεις λεβέντες,
Χα, χα, χα μώρε κόσμε. Τρεις λεβέντες έλλειπαν, χώμα είχαν οι Τούρκοι στα ντουφέκια κι αυτοί ήταν τρεις χιλιάδες; Οι Ελληνες είχαν φαρμακερές σφαίρες, εκείνοι τι είχανε;
Ο πεθερός της Μαρίνας, ο Γιώρη Βάβης, ήταν αμολόητος. Πήγαινε αυτή στ’ αμπέλι, άφηνε το παιδί σε ταύτον. Αυτός του είχε την ορμή.
Το ’παιρε στα χέρια κι έβγαινε στο αλώνι του Τζιέλιου.
Ωωωω νύφηηη, ωωω νύφηηη.
Εκρενε έτσι σαν ο Δήμο Κένος απ’ το Καρόκι, δεν ξαστέρωνε καλά την φωνή.
Εβγα πάνω, έβγα πάνω, μου ’σκασε το παιδί.
Εκλαιγε αυτό, έκλαιγε κι ο γέροντας. Την είχε παλαμάρι την τύχη η Μαρίνα. Ως κι ένα αυγό ξύλινο είχε ο Γιώρη Βάβης πάντοτες στην τζιέπη και μπάλωνε τις κάλτσες της φαμίλιας. Δεν είχε ιδώ άλλον τέτοιον αγιογέροντα στο ψωριό.
Σ’ κείν’ τον Βαγγελισμό ο Γιώρη Βάβης έσκωσε ορθό στην σκηνή τ’ αγγόνι του. Κουτσιούβελο τώρε ο Γιώρης.
Δάσκαλε να πει ένα ποί’μα ο Γιώρης μου;
Αϊ να πει, κάπως μαγκώθηκε ο δάσκαλος.
Ισια αυτό άρχεψε, έτσι με καμάρι και φώναξε σαν νάηταν όλοι κουφοί σαν ο παππούς του.
Σήμερα Σάββατο και αύριο Κυριακή,
περάει ένα Τουρκάκι με κόκκινο βρακί.
Του λέμε καλημέρα και δεν μας απαντεί,
σηκώνω το ποδάρι και μπρίτσι μια πορδή.
Κα, κα, κα, ο κόσμος, Πορδοκουτσουλίστηκε ο Γιώρη Βάβης απ’ την χαρά του, το
’πιε κατόπι το παιδί.
Αϊ μωρέ τσικούγια μου, έλεγε αράδα.

Απόσπασμα από το υπό έκδοση (εκδ. Πατάκη) μυθιστόρημα 
«Ουρανός απ’ άλλους τόπους».

* Ο κ. Σωτήρης Δημητρίου είναι συγγραφέας.

Περισσότερα άρθρα του αφιερώματος της «Κ» με τίτλο: «Ελλάδα του ’21, του σήμερα και του αύριο»