ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ

Τα παιδιά αναζητούν τη χαμένη ανεμελιά

Υστερα από έναν χρόνο καραντίνας

Τα παιδιά αναζητούν τη χαμένη  ανεμελιά

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, μια γάτα λούζει με κομφετί μια πριγκίπισσα στο Ζάππειο. Τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται καλά, μασκαρεμένες και μασκοφορεμένες όπως είναι, με την κουκούλα του αιλουροειδούς να πέφτει μέχρι τα μάτια του ενός κοριτσιού και η κόκκινή της μάσκα να καλύπτει τη μύτη και το στόμα, ενώ η πριγκίπισσα κρύβεται κάτω από το μπλε, γυαλιστερό καπέλο της και πίσω από μια άσπρη μάσκα. Αλλά όπως τα κομφετί βγαίνουν μπουκέτο από το χέρι της μιας κι οι ροζ σερπαντίνες κρέμονται σαν γιορτινή γιρλάντα από το χέρι της άλλης, η χαρά πάλλεται. «Κανένα παιδί, καμιά χαρά», λέγεται πως είπε ο Κικέρων. Ενα χρόνο μετά την αρχή της πρώτης καραντίνας στην Ελλάδα, σε μια χρονιά η οποία έχει χαρακτηριστεί από την επικράτηση του άγχους και της αποξένωσης, τα παιδιά μάχονται να διατηρήσουν την ανεμελιά της ηλικίας τους.

«Αυτός ήταν ένας πολύ μεγάλος και δύσκολος χρόνος για μένα, κάθε μήνα άλλαζε τόσο γρήγορα ο τρόπος που ζω», λέει στην «Κ» ο 11χρονος Στέργιος Ντερλάιν – «μια άνοιγαν τα πράγματα, μια έκλειναν, μια ήταν αυστηρά τα μέτρα, μια πιο χαλαρά». Η πρώτη καραντίνα τον δυσκόλεψε πολύ ψυχολογικά. «Δεν έφευγα από το δωμάτιό μου, δεν έκανα τίποτα, είχα χαθεί ψυχολογικά», αναφέρει με αξιοσημείωτη ωριμότητα. «Ενιωθα σαν να ήμουν σε μια φυλακή, παρόλο που ήμουν στο δωμάτιό μου με το κρεβάτι μου, πήγαινα στο σαλόνι και πάλι ένιωθα σαν φυλακισμένος», τονίζει. Τώρα, ένα χρόνο αργότερα, λέει πως και πάλι δεν νιώθει ωραία, αλλά είναι καλύτερα από τότε. Τον έχει βοηθήσει πως μπορεί τουλάχιστον να παίζει διαδικτυακά παιχνίδια με τους φίλους του, και να τους μιλάει με κάμερα ή στο τηλέφωνο –«αν δεν είχα το λάπτοπ μου ή το playstation και το κινητό μου για να μιλάω με τους φίλους μου, δεν θα την είχα βγάλει ψυχολογικά καλά την καραντίνα, θα ήμουν μόνος», αναφέρει– όπως και το ότι έχει τον αδελφό και τους γονείς του. 

Ο τελευταίος χρόνος του έχει φανεί τεράστιος –«κάθε μέρα ήταν σαν μία εβδομάδα»– και απίστευτος. «Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι θα ζήσω σε μια εποχή κατά την οποία υπάρχει πανδημία, δεν το φαντάστηκα ποτέ, ήταν πολύ τρομακτικό», σημειώνει. Ελπίζει πως θα τελειώσει σύντομα – για να μπορέσει να επισκεφθεί τους συγγενείς του στο Βέλγιο, για να πάει του χρόνου στο γυμνάσιο χωρίς μάσκα, για να μη μάθει άλλα «φρικτά πράγματα» που δεν ήθελε να ξέρει, για να έχει ένα φυσιολογικό καλοκαίρι. «Δεν θέλω να έχω πάλι ένα καλοκαίρι με κορωνοϊό», δηλώνει, «δεν θα το αντέξω».

Πιο πολύ από όλα τα παιχνίδια που έπαιζε με φίλους της προ πανδημίας, στην 9χρονη Βασιλική-Ηλιάνα Χαρισιάδου λείπει το κρυφτό – «παίζαμε μήλα, ποδόσφαιρο γιατί έφερναν κάποια αγόρια την μπάλα τους, κυνηγητό». Τώρα είναι μπροστά σε μια οθόνη –«βαρέθηκα και έχω κουραστεί κάθε μέρα με τα ηλεκτρονικά», λέει η ίδια– κι ενώ οι μέρες που πήγαινε στο φροντιστήριο κάποτε ήταν οι αγαπημένες της, τώρα έχουν γίνει οι πιο δύσκολες γιατί παρατείνουν τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή. Προς το παρόν απλώς ελπίζει – «να ανοίξουν τα σχολεία, να μη φοράμε μάσκες και μια μέρα να συναντηθούμε όλη η τάξη» και να παίξουν ελεύθεροι, τονίζει. Πιο πολύ όμως ελπίζει να ανοίξει η μετακίνηση μεταξύ νομών – αυτή την εβδομάδα έκλαιγε, της έλειπαν πάλι οι γιαγιάδες και οι παππούδες της που ζουν σε άλλους νομούς και έχει να τους δει έξι μήνες. «Ελπίζω να ανοίξουν για να πηγαίνουμε στις γιαγιάδες και στους παππούδες», λέει στην «Κ», «και να τελειώσει αυτός ο κορωνοϊός». 

Η εκδρομή που δεν θα γίνει

«Εχουμε τα νεύρα μας, είμαστε αγχωμένοι όλη την ώρα, είναι καινούργιο αυτό που ζούμε», αναφέρει ο 12χρονος Παναγιώτης. Για τον ίδιο, κάποια μαθήματα τα κατανοεί πιο δύσκολα τώρα που γίνονται διαδικτυακά, αλλά περισσότερο του λείπουν οι φίλοι. «Βγαίναμε έξω καμιά φορά, πηγαίναμε στα σπίτια ο ένας του άλλου, βλεπόμασταν – τώρα δεν μπορούμε, δεν είναι το ίδιο να τον βλέπεις από κοντά και από την οθόνη μέσα», σημειώνει. Στενοχωριέται που μάλλον θα χάσουν την ημερήσια εκδρομή της έκτης δημοτικού – «αυτή την εμπειρία δεν θα την έχουμε», λέει. «Μακάρι να πάμε όλοι μαζί στο σχολείο, να βρεθούμε», εύχεται, «έστω και με μάσκες». 

Τον 10χρονο Θανάση τον δυσκόλεψε η μάσκα στο σχολείο, και επειδή δεν μπορούσαν να χαρούν το διάλειμμα όπως παλιά, δεν το ευχαριστήθηκε. Αλλά τόσο εκείνος όσο και ο 8χρονος αδελφός του Μάριος νιώθουν «άβολα» που είναι συνέχεια μπροστά στο τάμπλετ ή στον υπολογιστή, και στο σπίτι βαριούνται. Οταν μιλούν με φίλους online και η σύνδεση είναι κακή, η έλλειψη της διά ζώσης επικοινωνίας εντείνεται, ενώ στο μάθημα της τηλεκπαίδευσης τους ενοχλεί το ότι πρέπει να πατάνε διάφορα κουμπιά για να μιλήσουν, το ότι οι δάσκαλοι τους ρωτούν συνέχεια αν τους ακούν. Στον Μάριο λείπει να παίζει στην αυλή με τους φίλους του, του λείπουν ακόμα και οι δάσκαλοι. Φέτος ήθελε να αρχίσει ποδόσφαιρο – όμως δεν πρόλαβε ούτε να δει πώς μοιάζει μια ακαδημία ποδοσφαίρου.

«Κρούσματα», η νέα λέξη

Αν η χαρά είχε ήχο, θα ακουγόταν μάλλον όπως το παιδικό γέλιο. Αυτό έχει λείψει περισσότερο στην 9χρονη Μαίρη Γκατζογιάννη – τα γέλια. «Είμαι στενοχωρημένη», λέει στην «Κ», «γιατί στο σχολείο μπορούσαμε να κάνουμε πλάκες μεταξύ μας – με κλειστό μικρόφωνο, δεν μπορούμε». Προτιμάει το διαδικτυακό μάθημα των εξωσχολικών αγγλικών γιατί είναι λίγα άτομα – «έχουμε ανοιχτά μικρόφωνα και γελάμε». Τον τελευταίο χρόνο έμαθε πολλές καινούργιες λέξεις – μιλώντας στην «Κ», χρησιμοποιεί συχνά μία από αυτές, τα «κρούσματα». «Ελπίζω ότι τα κρούσματα θα κατέβουν και θα μπορούμε πάλι να πάμε στο σχολείο και να παίξουμε έξω». Οταν τελειώνει το σχολείο, τα αγγλικά, τα γερμανικά, και το μπαλέτο –το οποίο δεν της αρέσει τώρα όσο παλιά αλλά «είναι καλύτερο από το τίποτα»– κάνει παζλ για να μην περνάει κι άλλες ώρες μπροστά σε μια οθόνη. Ελπίζει να ξαναβρεί την ανεμελιά της και να ξαναπαίξει βόλεϊ. «Πετάμε την μπάλα το ένα άτομο στο άλλο», λέει, εξηγώντας γιατί είναι το αγαπημένο της παιχνίδι, «και είναι διασκεδαστικό, κυρίως γιατί το κάνουμε με άλλους, παίζαμε και με παιδιά που δεν ήξερα πολύ καλά – ήταν πολύ διασκεδαστικό αυτό».