ΑΠΟΨΗ

Self rapid tests –  Προσδοκίες και αλήθειες

Self rapid tests –  Προσδοκίες και αλήθειες

Βρισκόμαστε στην πιο κρίσιμη καμπή της πανδημίας. Μετά την αποτυχία των εναλλασσόμενων lockdowns, την κοινωνία κουρασμένη, και την πανδημία να καλπάζει, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη πρόκληση. Τον περιορισμό της πανδημίας με ταυτόχρονο άνοιγμα της οικονομίας. Σύμμαχος της σε αυτόν αγώνα δρόμου η εφαρμογή για πρώτη φορά των συνδυαστικών μέτρων του εμβολιασμού και των αντιγονικών tests αυτό-ελέγχου  (self rapid antigen tests), τα οποία αναμένεται να βγούν από τη φαρέτρα μας τις επόμενες ώρες προκειμένου να επιτύχουμε στοχευμένη επιδημιολογική επιτήρηση. Οι αμφισβητίες πολλοί και τα αναπάντητα ερωτήματα με τα ρίσκα ακόμα περισσότερα. Τα tests δεν έχουν ευαισθησία σε ασυμπτωματικούς, οι πολίτες δεν μπορούν από μόνοι τους να ελέγξουν  ή ακόμα περισσότερο να αναφέρουν τους εαυτούς τους και τέλος τα αρνητικά tests μπορεί να δημιουργήσουν μια λανθασμένη αίσθηση ασφάλειας και εφησυχασμού με ενδεχόμενες καταστρεπτικές συνέπειες.

 Προτού καταδικάσουμε το μέτρο αυτό είναι σημαντικό να επικοινωνήσουμε τον βασικό ρόλο των αντιγονικών tests αυτό-ελέγχου. Είναι προφανές πως αν συγκρίνουμε τη διαγνωστική αξία των αντιγονικών tests με εκείνη της μοριακής ανίχνευσης (PCR) τότε θα διαπιστώσουμε πως εκείνη υπολείπεται σημαντικά. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα  tests μοριακής ανίχνευσης είναι περισσότερο κοστοβόρα, χρονοβόρα (δίνουν απάντηση εντός ωρών-ημερών) και απαιτούν εξειδικευμένο εξοπλισμό, γεγονός που τα καθιστά περισσότερο δυσκίνητα στην έγκαιρη ανίχνευση ενεργών κρουσμάτων σε μαζική κλίμακα. Αντιθέτως τα αντιγονικά tests είναι φθηνά, εύκολα στην χρήση, προσβάσιμα στην πλειοψηφία του κόσμου, χωρίς να απαιτούν εξειδικευμένο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και το σημαντικότερο όλων δίνουν άμεση απάντηση εντός λεπτών. Τα tests αυτά έχουν την ιδιομορφία ότι ανιχνεύουν πρωτεΐνες (αντιγόνα) του ιού και όχι γενετικό υλικό (RNA). Η ευαισθησία τους αυξάνει σημαντικά όταν οι πρωτεΐνες αυτές είναι σε μεγάλες ποσότητες, γεγονός που συμβαίνει την χρονική στιγμή (ή λίγο πριν) που ξεκινάνε τα συμπτώματα του ασθενούς, δηλαδή τότε που ο ασθενής είναι περισσότερο μεταδοτικός. Τα tests αν και προορίζονται για ολόκληρο τον πληθυσμό, εντούτοις ο στόχος τους αφορά στην ανίχνευση κρουσμάτων σε κλειστές κοινωνικές και εργασιακές δομές, όπως σχολεία, πανεπιστήμια, αεροδρόμια, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες. Δομές απαραίτητες για την εκκίνηση μιας οικονομίας όπως η ελληνική. Αν και απευθύνονται στον γενικό πληθυσμό, ο στόχος τους είναι να ανιχνεύσουν κυρίως αυτό το 30% των υπερμεταδοτών, που είναι κυρίως  νεαρά, ανεμβολίαστα άτομα (18-40 ετών), δηλαδή εκείνα με την μεγαλύτερη κινητικότητα και τα περισσότερο ευπαθή την παρούσα χρονική στιγμή,  να κολλήσουν και να μεταδώσουν την νόσο. Η ενδο-οικογενειακή διασπορά από αυτούς τους υπερμεταδότες αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί την κύρια πηγή προέλευσης των κρουσμάτων του δεύτερου και τρίτου κύματος της πανδημίας.  Ένα ακόμα πλεονέκτημα αυτού του μέτρου είναι και το γεγονός ότι  τα tests θα διενεργούνται εκτός νοσοκομείων. Το γεγονός αυτό αναμένεται να αποφορτίσει σημαντικά τα ιατρονοσηλευτικά ιδρύματα από τον άσκοπο συνωστισμό πιθανών θετικών κρουσμάτων αλλά και τους ίδιους τους πολίτες από την έκθεση μιας παρατεταμένης αναμονής σε συνθήκες στενού συγχρωτισμού σε χώρους υψηλού ιικού φορτίου, προκειμένου να υποβληθούν σε τεστ μοριακής ανίχνευσης, όπως τουλάχιστον συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Αναφορικά με την τεχνική επάρκεια του γενικού αλλά κυρίως του ειδικού αυτού πληθυσμού-στόχου, να διενεργήσει τα tests αυτο-ελέγχου η απάντηση έρχεται από εμπεριστατωμένες μελέτες.  Γερμανική μελέτη με 146 συμπτωματικούς ενήλικες ηλικίας 22-46 ετών έδειξε συμφωνία 90% μεταξύ της  διενέργειας των tests από τους ίδιους τους ασθενείς και εκείνης από επαγγελματίες υγείας, ενώ παρόμοια αποτελέσματα ανέδειξε μελέτη σε πανεπιστήμιο της Αριζόνα, ΗΠΑ όπου 150.000 τεστς διενεργήθηκαν σε φοιτητές ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οδηγώντας σε έλεγχο και περιορισμό του αριθμού των κρουσμάτων και μάλιστα χωρίς την εφαρμογή lockdown. Αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα αυτό της Σλοβακίας, η οποία πραγματοποίησε προ ολίγων μηνών έλεγχο ολόκληρoυ του πληθυσμού της χώρας με την χρήση των εν λόγω tests μειώνοντας τα κρούσματα κατά 60%. Επιπρόσθετα, οι χώρες με τα δυο από τα ταχύτερα εμβολιαστικά προγράμματα στον κόσμο, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν ήδη ξεκινήσει από τα τέλη Ιανουαρίου την εφαρμογή αυτών των tests.

Tέλος αξίζει να αναφερθεί, ότι η ερμηνεία του αποτελέσματος του αντιγονικού τέστ δεν εναποτίθενται μόνο στην θετικότητα του αλλά και στην πιθανότητα κάποιος να έχει την νόσο βάσει συμπτωμάτων. Το θετικό αντιγονικό τεστ, είτε έχει είτε δεν έχει κάποιος συμπτώματα σημαίνει απομόνωση και αποφυγή επαφών, ότι ακριβώς σημαίνει και το αρνητικό τεστ επί παρουσίας ύποπτων συμπτωμάτων. Από την άλλη μεριά το αρνητικό τεστ δεν πρέπει επουδενί να δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας και να οδηγήσει σε «χαλαρές» συμπεριφορές αντικαθιστώντας τα μέτρα αυτοπροστασίας και κυρίως την χρήση μάσκας.

Εν κατακλείδει, αν η προσδοκία μας είναι η ανίχνευση όλων των θετικών κρουσμάτων  κορωνοϊού με την ευαισθησία του μοριακού ελέγχου τότε  το εγχείρημα είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Αν όμως ο αληθινός μας στόχος είναι ο περιορισμός της έκτασης της πανδημίας, τότε η συνδυαστική προσέγγιση των μέτρων αυτοπροστασίας, του εμβολιαστικού ρυθμού και ενός μέτρου μαζικής επιδημιολογικής επιτήρησης, ίσως αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας στο άνοιγμα της οικονομίας και την επαναφορά μας σε μια ελεγχόμενη και περισσότερο ασφαλή κανονικότητα, και μάλιστα με κόστος υποπολλαπλάσιο ενός γενικευμένου lockdown. Η νουθεσία και η εκπαίδευση του κόσμου στην εφαρμογή ενός μέτρου ατομικής ευθύνης για τον αυτό-περιορισμό των εκάστοτε λίγων προκειμένου να ελευθερωθούν οι πολλοί, αποτελεί το καλύτερο εχέγγυο αποτελεσματικής εφαρμογής του μέτρου.  

*Ο Αργύρης Τζουβελέκης είναι καθηγητής πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών