ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενστάσεις για τις αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο

enstaseis-gia-tis-allages-sto-oikogeneiako-dikaio

Με πλακάτ έξω από τη Βουλή, με υβριστικά πανό στην Κηφισίας, με γκράφιτι στα Εξάρχεια και μπάνερ στις στάσεις λεωφορείων, αλλά και επίμονες επερωτήσεις στη Βουλή, ο δημόσιος διάλογος για την υπό σχεδιασμό μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου έλαβε διαστάσεις έμφυλης σύγκρουσης. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό ότι η επίσημη διαβούλευση επί του τελικού κειμένου (είχαν διαρρεύσει στον Τύπο τους προηγούμενους μήνες και άλλα προσχέδια) απέσπασε στην ιστοσελίδα της Διαύγειας 27.986 σχόλια πολιτών. Φαίνεται, όμως, ότι τελικά καμία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές δεν δηλώνει ικανοποιημένη από την τελική διατύπωση. Συνοπτικά, το σχέδιο νόμου προτάσσει την ισότητα των γονέων, εισάγει τον θεσμό της διαμεσολάβησης, προβλέπει διευρυμένη επικοινωνία με τον γονέα που δεν ζει μαζί με το παιδί και προαναγγέλλει άμεση επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών. 

Ωστόσο, το Ελληνικό Συμβούλιο Κοινής Ανατροφής – Σύλλογος «Συνεπιμέλεια» ζητεί με κατεπείγουσα επιστολή την παρέμβαση του Ευρωπαίου επιτρόπου Δικαιοσύνης. Ο εν λόγω σύλλογος ασκεί δριμεία κριτική επειδή «αντί να έχουν ίσες διανυκτερεύσεις με ελάχιστο το 35% με κάθε γονέα, προβλέπεται κατά τεκμήριο το 1/3 του συνολικού χρόνου επικοινωνίας με τον ένα γονέα» και «αντί να εξασφαλιστεί ότι το παιδί θα ανατρέφεται και από τους δύο γονείς στην περίπτωση διαζυγίου, διατηρείται η επιμέλεια κοινή στους γονείς, αλλά η φροντίδα του προσώπου υποχρεωτικά ex lege, πάντα, ασκείται από τον “γονέα με τον οποίο το τέκνο διαμένει”». Την απόσυρση του νομοσχεδίου ζητεί, από την άλλη, το Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα», τονίζοντας ότι κατά τη διαβούλευση «αγνοήθηκαν συστηματικά οι γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας». Και αυτές είναι μόνο μερικές από τις αντιρρήσεις που έχουν εκφραστεί, καθώς άλλοι θεωρούν ότι η διατύπωση των μεταρρυθμίσεων είναι δεσμευτική για τον δικαστή, ενώ άλλοι κρίνουν ότι πολλά αφήνονται στην κρίση του. 

«Η αναθεώρηση της νομοθεσίας ήταν απαραίτητη μετά από 40 χρόνια, προκειμένου ο νόμος να συνάδει με τις κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί», σχολιάζει ο κ. Δημήτρης Καλαποθαράκος, μέλος του Δ.Σ. ΓΟΝ.ΙΣ., αναγνωρισμένου φορέα γονεϊκής ισότητας. «Ο νόμος του ’83 έφερε την ισότητα των δύο φύλων στον γάμο αλλά όχι στο διαζύγιο», επισημαίνει ο ίδιος, «συνεχίστηκε η αποκλειστική επιμέλεια που ίσχυε από το 1946». Οπως, άλλωστε, υπενθυμίζει, «τα τελευταία δώδεκα χρόνια συστάθηκαν τέσσερις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, αλλά οι προηγούμενες κυβερνήσεις είτε δεν τόλμησαν είτε δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν σε νομοθετικές αλλαγές». Βεβαίως, προϋπόθεση για τις ανωτέρω αλλαγές είναι ότι οι δικαστές θα ερευνούν σε βάθος κάθε υπόθεση και δεν θα βγάζουν αποφάσεις… στον «αυτόματο». Οσοι έχουν εμπειρία από τα ελληνικά δικαστήρια, γνωρίζουν πόσο μοιάζουν μεταξύ τους οι δικαστικές αποφάσεις για την επιμέλεια των τέκνων. «Το παιδί αγαπάει εξίσου και τους δύο του γονείς», ξεκινάει το κείμενο, «ωστόσο λόγω της βιοκοινωνικής υπεροχής της μητέρας, κ.λπ.». Με αυτό το σκεπτικό δίδεται σε ποσοστό που αγγίζει το 90% η αποκλειστική επιμέλεια στη μητέρα, κάτι που θυμίζει λίγο πολύ εθιμικό δίκαιο. 

Σύμφωνα με τον φορέα ΓΟΝ.ΙΣ., που έχει ιδρυθεί το 2006, «η πρόταση νόμου κινείται στη σωστή κατεύθυνση, επιδέχεται όμως μικρές βελτιώσεις, όπως πιο συγκεκριμένα κριτήρια στο θέμα της επικοινωνίας και πιθανή κατάργηση του προτεινόμενου point system, το οποίο αξιολογεί την τήρηση των δικαστικών αποφάσεων εκ μέρους των γονέων».  

enstaseis-gia-tis-allages-sto-oikogeneiako-dikaio0Αντιπρόταση

«Τα παιδιά χρειάζονται την παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή τους», σχολιάζει ο κ. Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, «ωστόσο οι προτεινόμενες λύσεις είναι τεχνικής φύσης, τη στιγμή που απαιτείται εξατομικευμένη προσέγγιση». Το μοντέλο της εναλλασσόμενης κατοικίας είναι δύσκολα υλοποιήσιμο. «Δεν είναι αυτονόητο ότι μετά το διαζύγιο και οι δύο γονείς έχουν την οικονομική δυνατότητα για ένα μεγάλο σπίτι με παιδικό δωμάτιο ούτε ότι θα συνεχίσουν να μένουν σε κοντινές περιοχές». Ο ίδιος αντιπροτείνει τη θέσπιση οικογενειακών δικαστηρίων και υποστηρικτικών υπηρεσιών, «που θα μπορέσουν να βοηθήσουν το ζευγάρι που χωρίζει, το οποίο εμφορείται από θυμό, παράπονο και ματαίωση».

«Επικεντρώθηκε στα δικαιώματα των γονέων»

Για «λογικά άλματα» στο τελικό κείμενο που αναρτήθηκε στη διαύγεια, το οποίο απομακρύνεται από τη φιλοσοφία βάσει της οποίας δούλεψε η 18μελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή επί πέντε μήνες, κάνει λόγο η καθηγήτρια Αστικού Δικαίου και μέλος της επιτροπής, Κατερίνα Φουντεδάκη. Το δέον γενέσθαι θα ήταν να γίνουν στοχευμένες παρεμβάσεις στον ήδη υπάρχοντα νόμο, να δοθεί η κατεύθυνση στους δικαστές να δίνουν το μεγαλύτερο δυνατό χρόνο επικοινωνίας στον γονέα που δεν ζει μαζί με το παιδί και να δεσμεύεται ο γονέας της αποκλειστικής επιμέλειας για τήρηση της επικοινωνίας με τον άλλο γονέα. Αν και η αναθεώρηση στηρίχθηκε στην ανάγκη προάσπισης του συμφέροντος του παιδιού, «εντέλει επικεντρώθηκε στα δικαιώματα των γονέων», υπογραμμίζει η ίδια. 

«Δημιουργήθηκε η ψευδής αίσθηση ότι συνεπιμέλεια σημαίνει ίσος χρόνος των δύο γονέων με το παιδί, κάτι που δεν ισχύει», τονίζει η κ. Φουντεδάκη, «συνεπιμέλεια είναι η συναπόφαση και η σύμπραξη των γονέων στα θέματα που αφορούν το παιδί». Ο χρόνος που περνάει ο κάθε γονιός με το παιδί του «δεν μπορεί να αποτελεί γενικό κανόνα ούτε να αποτυπωθεί μαθηματικά, καθώς οι ανάγκες σε κάθε ηλικία αλλάζουν, άλλες είναι εκείνες ενός βρέφους και άλλες ενός εφήβου, επομένως πρέπει να κρίνεται ανά περίπτωση». Οι έρευνες που αφορούν τη συνεπιμέλεια και την εναλλασσόμενη κατοικία έχουν εκπονηθεί ως επί το πλείστον σε Σκανδιναβικές χώρες, «από τις οποίες απέχουμε πολύ ως νοοτροπία». Σε έγγραφη παρέμβασή της η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδας αναφέρεται στις αρνητικές πτυχές της εναλλασσόμενης κατοικίας για το παιδί και αντιπροτείνει το σύστημα του «bird’s nest custody», το οποίο έχει αρχίσει να εφαρμόζεται επιτυχώς στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία, σύμφωνα με το οποίο το παιδί παραμένει σε ένα σταθερό σπίτι, στο οποίο ζει εναλλάξ με τους δύο γονείς. 

Σε κάθε περίπτωση το 1/3 του χρόνου, που αναφέρεται στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο, που προτείνεται να περνάει το παιδί με τον γονέα με τον οποίο δεν μένει μαζί, «είναι ο χρόνος που συχνά δίνουν τα δικαστήρια και σήμερα». Ως εξαιρετικά προβληματική κρίνει η καθηγήτρια του ΑΠΘ τη διατύπωση που αφορά την εμπλοκή του ίδιου του παιδιού. «Προβλέπεται ότι η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη “εφόσον κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής”, κάτι που αντιτίθεται πλήρως στις διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του παιδιού». Η εν λόγω προσθήκη συνδέεται με τη θεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης», μια έννοια που δίχασε έντονα ειδικούς και μη το τελευταίο διάστημα και τελικώς παραλείφθηκε στο τελικό κείμενο. Με την ίδια, άλλωστε, λογική, θεωρώντας ότι συχνά καταγγέλλονται ψευδώς για σεξουαλική κακοποίηση και ασέλγεια γονείς, έχει γίνει μια ακόμα προσθήκη που προκαλεί εξίσου θύελλα αντιδράσεων – στο άρθρο 13 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου αναφέρεται ότι ο «αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής». 

«Για να τελεσιδικήσει μια τέτοια υπόθεση, που κατά κανόνα φθάνει μέχρι τον Αρειο Πάγο, συχνά περνούν μέχρι και δέκα χρόνια», σχολιάζει στην «Κ» ο κ. Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού. «Αρα, ένα παιδί που κακοποιείται από τον ένα γονιό του και βρίσκει το θάρρος να το καταγγείλει, θα οφείλει να περνάει το 1/3 του χρόνου του με τον κακοποιητή γονιό του μέχρι να ενηλικιωθεί;» αναρωτιέται ο κ. Νικολαΐδης, που κάνει έκκληση για αναδιατύπωση του εν λόγω χωρίου. «Σύμφωνα με αναδρομικές μελέτες στο εξωτερικό, οι ψευδείς καταγγελίες για κακοποίηση αναλογούν στο 1,5%-3% του συνόλου», διευκρινίζει ο ίδιος.