ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Τους χρωστάω τη ζωή του παιδιού μου» – Μητέρες και γιατροί μιλούν στην «Κ»

Μητέρες και γιατροί μιλούν στην «Κ» για μια χρονιά αγωνίας αλλά και ελπίδας στη Μαιευτική Κλινική του νοσοκομείου «Αττικόν»

«Τους χρωστάω τη ζωή του παιδιού μου» – Μητέρες και γιατροί μιλούν στην «Κ»

Πρώτη φορά αντίκρισε τη νεογέννητη κόρη της στη φωτογραφία ενός κινητού τηλεφώνου. Η 34χρονη Μαρίνα Σκόρδα μόλις είχε εισέλθει στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της όταν στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου η COVID-19 εξαπέλυσε μια αναπάντεχη επίθεση στους πνεύμονές της. Επειτα από λίγες ημέρες ήπιας συμπτωματολογίας δεν μπορούσε πλέον να σταθεί όρθια και δυσκολευόταν πολύ κατά την αναπνοή.

Στη Γ΄ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου «Αττικόν» κρίθηκε ότι δεν υπήρχε περιθώριο για χρονοτριβή. Επρεπε άμεσα να υποβληθεί σε καισαρική. «Τους χρωστάω τη ζωή του παιδιού μου και τη δική μου. Σε όλες τις ειδικότητες έχω να πω πολλά μπράβο», λέει η κ. Σκόρδα. Οπως προβλέπεται από τα σχετικά πρωτόκολλα ασφαλείας, δεν μπορούσε να δει άμεσα την κόρη της προτού υποχωρήσει το ιικό φορτίο. Αφού συμπλήρωσε 20 ημέρες νοσηλείας, επέστρεψε στο σπίτι της απαλλαγμένη από τον νέο κορωνοϊό. Τα δύσκολα έχουν πλέον περάσει.

Από την αρχή της πανδημίας μέχρι και σήμερα το προσωπικό της κλινικής έχει περιθάλψει 64 εγκύους θετικές στην COVID-19 και έχει πραγματοποιήσει 38 τοκετούς σε γυναίκες που νοσούσαν. Οι υπόλοιπες ασθενείς είχαν προσέλθει σε διαφορετικά στάδια της κύησης, επομένως μόλις έπαψαν να είναι μεταδοτικές γύρισαν στους θεράποντες γιατρούς τους και γέννησαν στα νοσοκομεία ή στις κλινικές που είχαν επιλέξει. Οι περισσότερες δεν πέρασαν τη νόσο έντονα, είχαν λίγο πυρετό, βήχα, καταρροή ή πονόλαιμο, υπήρξαν πάντως και ορισμένες που αρρώστησαν πιο βαριά. Συνολικά τέσσερις έγκυοι και λεχώνες έχει χρειαστεί να διασωληνωθούν κατά τη νοσηλεία τους. Ειδικά κατά το τρίτο κύμα της πανδημίας παρατηρείται και πιο έντονη συμπτωματολογία.

«Οι μητέρες αυτό που θέλουν είναι να είναι καλά τα μωρά τους. Δεν τους νοιάζει τίποτε άλλο», λέει στην «Κ» η Σοφία Καλανταρίδου, καθηγήτρια Μαιευτικής – Γυναικολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθύντρια της κλινικής στο «Αττικόν». Πρόσφατα αντιμετώπισαν και ένα από τα πιο δύσκολα περιστατικά της πανδημίας. Στο νοσοκομείο εισήχθη, κατά το τρίτο κύμα, έγκυος η οποία διήνυε την 28η εβδομάδα κύησης, αλλά η κατάσταση της υγείας της εμφάνισε ραγδαία επιδείνωση. Είχε υψηλό πυρετό και δύσπνοια και έπειτα από ιατρικό συμβούλιο κρίθηκε, στις 13 Μαρτίου, ότι έπρεπε να διασωληνωθεί.

«Ηταν πολύ δύσκολο, γιατί έπρεπε να είμαστε σε στενή παρακολούθηση, με έλεγχο του καλώς έχειν του εμβρύου, των συσπάσεων της μήτρας, της κατάστασης του τραχήλου. Ηταν κάτι με το οποίο κοιμόμασταν και ξυπνούσαμε», λέει η κ. Καλανταρίδου. Στις 16 Μαρτίου χρειάστηκε να γίνει επείγουσα καισαρική τομή στην ασθενή. Γεννήθηκε ένα αγοράκι βάρους 1.300 γραμμαρίων. Οταν πλέον η μητέρα ξύπνησε κάποιες ημέρες αργότερα από την καταστολή στη ΜΕΘ, της έδειξαν τη φωτογραφία του μωρού σε ένα κινητό. Ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα, στις 18 Μαρτίου του 2020, είχαν πραγματοποιήσει στην ίδια κλινική τον πρώτο τοκετό σε ασθενή με COVID-19. Ηταν μια χρονιά πρωτόγνωρη για όλους, τόσο για το προσωπικό όσο και για τις ασθενείς, μια χρονιά μεγάλης αγωνίας αλλά και ελπίδας.

«Τους χρωστάω τη ζωή του παιδιού μου» – Μητέρες και γιατροί μιλούν στην «Κ»-1
Το σήμα της νίκης από το προσωπικό της κλινικής και μια έγκυο στο βάθος.

Ηδη προτού εμφανιστεί το πρώτο κύμα της πανδημίας στην Ελλάδα, συνάδελφοί τους από την Ιταλία τούς μετέφεραν ανησυχητικές εικόνες. Χωρίς άμεσα διαθέσιμες κατευθυντήριες οδηγίες σε εκείνη τη φάση, σχεδίασαν στην κλινική ένα λεπτομερές πρωτόκολλο αντιμετώπισης. Το σηπτικό χειρουργείο καθορίστηκε ως χώρος COVID, καθώς ήταν σχετικά απομονωμένο, το χώριζε μια πόρτα από την υπόλοιπη αίθουσα τοκετών (η οποία συνέχισε να υποδέχεται αρνητικές στον ιό εγκύους) και είχε διαφορετική είσοδο από τον κεντρικό διάδρομο.

Πέρα από τοκετούς χρειάστηκε να πραγματοποιήσουν και ωοληψία για εξωσωματική γονιμοποίηση σε μία γυναίκα η οποία είχε διαγνωστεί θετική ενώ ήταν έτοιμη να οδηγηθεί σε λήψη ωαρίων. Ακόμη ένα από τα πιο δύσκολα περιστατικά ήταν μια ενδομήτρια επέμβαση στα τέλη του περασμένου μήνα σε έμβρυο 24 εβδομάδων το οποίο εμφάνιζε συλλογή υγρού στους πνεύμονες.

«Είναι επείγοντα αυτά τα περιστατικά, δεν έχεις την πολυτέλεια να περιμένεις να περάσει ο κορωνοϊός. Είχα κάνει πολλές ενδομήτριες επεμβάσεις κατά την πανδημία, αλλά όχι μέχρι τότε σε γυναίκα που νοσούσε», λέει ο Γιώργος-Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου, ακαδημαϊκός υπότροφος στη Γ΄ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική και υπεύθυνος στη Μονάδα Εμβρυομητρικής Ιατρικής και κυήσεων υψηλού κινδύνου. «Με τις προσωπίδες που φοράς είναι δύσκολο να δεις καλά στον υπέρηχο τις μικρές περιοχές που έχουν σημασία, με τα επιπλέον ζευγάρια γάντια δεν ήταν εύκολο να πιάσουμε τα λεπτά σωληνάκια. Τώρα η κατάσταση του μωρού είναι καλύτερη. Βελτιώνεται αργά, αλλά σταθερά».

Υπήρξαν περίοδοι, ειδικά κατά την αρχή της πανδημίας, όπως περιγράφει στην «Κ» η προϊσταμένη του μαιευτηρίου Ελένη Αλεξίου, που μέλη του προσωπικού μπορεί να περνούσαν έως και οκτώ ώρες μέσα στην ασφυκτική στολή μέχρι να ολοκληρωθεί ένας φυσιολογικός τοκετός. Εκείνη την εποχή ο προστατευτικός εξοπλισμός διεθνώς ήταν δυσεύρετος, έπρεπε να περιοριστεί οποιαδήποτε σπατάλη υλικών. Τώρα η ευελιξία είναι μεγαλύτερη. «Ημασταν πολύ προσεκτικοί για να μη μεταφέρουμε τον ιό σε άλλη έγκυο που δεν νοσούσε», λέει η κ. Αλεξίου. Ολα κύλησαν ομαλά, χωρίς να σημειωθεί κάποια διασπορά.

«Μου έδιναν κουράγιο»

Είναι γνωστό πλέον εδώ και ένα χρόνο ότι η πανδημία υψώνει τείχη, περιορίζει την ανθρώπινη επαφή, καθιστά αδύνατο το επισκεπτήριο στις κλινικές, απομονώνει τους ασθενείς στους θαλάμους. Οι έγκυοι που έχουν βρεθεί θετικές στον ιό και χρειάστηκε να νοσηλευτούν αντιμετωπίζουν συχνά πρόσθετες αγωνίες για το πώς θα μπορούσε πιθανόν να επηρεαστεί η πορεία της κύησής τους. Ο κ. Παπαϊωάννου λέει ότι καθημερινά το ιατρικό προσωπικό επισκέπτεται τις εγκύους μέσα στην κλινική COVID και το υπόλοιπο διάστημα της ημέρας έχουν μαζί τους σταθερή τηλεφωνική επικοινωνία για να τις καθησυχάσουν.

Η κ. Καλανταρίδου εξηγεί ότι, εκτός από μία περίπτωση στην οποία ένα βρέφος βρέθηκε ασθενώς θετικό (δεν είχε μεγάλο ιικό φορτίο, γρήγορα αρνητικοποιήθηκε και η εξέλιξή του ήταν πολύ καλή), δεν εντοπίστηκε μετάδοση του ιού ενδομητρίως στις γυναίκες που γέννησαν στην κλινική.

Η κ. Αλεξίου μιλάει για το άγχος αυτής της χρονιάς, τη μεγάλη πίεση και τη σωματική κόπωση και του προσωπικού, τονίζει όμως ότι τα περιστατικά που διαχειρίστηκαν είχαν αίσια έκβαση. Η κλινική αποτελείται από 12 γιατρούς, 14 μαίες και νοσηλεύτριες (άλλες 15 στο μαιευτήριο και δύο νοσηλεύτριες στα εξωτερικά ιατρεία) καθώς και τέσσερις γραμματείς.

«Οταν έρχονταν οι γιατροί, ένιωθες ότι ήταν άνθρωποι που ήξεραν τι πρέπει να κάνουν. Αυτό μου έδινε κουράγιο. Ενημέρωναν τακτικά και τον σύζυγό μου σα να βρίσκεται εκεί, σα να είναι δίπλα», λέει η κ. Σκόρδα. «Μου δημιουργούσαν την αίσθηση ότι είμαι στα χέρια τους και θα τα αντιμετωπίσουν όλα».