ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο ιός, η καταγραφή και η νέα κανονικότητα των ΜΚΟ…

Η μείωση δωρεών από ιδιώτες και οι λιγότεροι εθελοντές έχουν δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο έργο τους

o-ios-i-katagrafi-kai-i-nea-kanonikotita-ton-mko-561349495

«Η συγκυρία είναι πολύ σοβαρή και θα είναι ασυγχώρητο, αν από έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης ή λόγω πολιτικών συμφερόντων, αποτύχει για άλλη μία φορά ο τόπος μας στη δίκαιη κατανομή της βοήθειας σε όσους την έχουν πραγματικά ανάγκη». Αυτή είναι μία από τις σκέψεις που «καταθέτουν» 124 εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών στην έρευνα που διεξήγαγαν το Ιδρυμα Μποδοσάκη και το Solidarity Now ως από κοινού διαχειριστές του Active Citizens Fund και αφορά τις επιπτώσεις της πανδημίας στη λειτουργία των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Τα συμπεράσματα είναι αποκαλυπτικά, καθώς πρόκειται για έναν από τους κλάδους που επλήγη κατεξοχήν από τη νέα «κανονικότητα». Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι πολλές μικρού βεληνεκούς οργανώσεις τους τελευταίους μήνες έβαλαν λουκέτο, άλλες μεγαλύτερες χρωστούν δεδουλευμένα μηνών στο προσωπικό πρώτης γραμμής, ενώ δεκάδες υπολειτουργούν μέχρι… νεωτέρας. 

Οσοι απάντησαν στα ερωτηματολόγια έχουν σε ποσοστό 60% ως έδρα την Αθήνα, είναι μικρού ή μεσαίου μεγέθους με έως πέντε άτομα έμμισθο προσωπικό (58%) και δουλεύουν χάρη σε ευρωπαϊκά προγράμματα, χορηγίες ιδρυμάτων ή δωρεές ιδιωτών. Ως κατεξοχήν αντικείμενό τους δήλωσαν την Κοινωνική Πρόνοια και ως ομάδα-στόχο τους νέους και τα παιδιά, ενώ ακολουθούν: ΑμεΑ, άνεργοι, γυναίκες, άστεγοι και άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας. Επίσης, η συντριπτική πλειονότητα (80%) δήλωσε ότι εργάζεται με εθελοντές. Η μείωση των δωρεών από ιδιώτες (62%) αλλά και η μείωση των εθελοντών (27%), χωρίς τους οποίους συχνά είναι αδύνατη η υλοποίηση κοινωφελών δράσεων, αποτελούν τις σοβαρότερες επιπτώσεις της πανδημίας.

Μόνο το 8% των συμμετεχόντων κάνει λόγο για αύξηση των εσόδων, επειδή ασχολούνται με φροντίδα παιδιών και γυναικών, που έχουν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας – ενός φαινομένου που οξύνθηκε επικίνδυνα στη διάρκεια του εγκλεισμού. 

«Μικρές οργανώσεις στην Περιφέρεια που έκαναν εκδηλώσεις για τα μέλη τους, εκδρομές, bazaar ή εκδηλώσεις fundraising για την κάλυψη βασικών λειτουργικών εξόδων υπέστησαν σημαντικό πλήγμα από την ακύρωσή τους», παρατηρεί ο Σωτήρης Λαγανόπουλος, διευθυντής προγραμμάτων και δωρεών του Ιδρύματος Μποδοσάκη. «Αντιστοίχως, μειώθηκαν οι πρωτοβουλίες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης είτε λόγω της διάχυτης αβεβαιότητας είτε γιατί τα εν λόγω ποσά προσφέρθηκαν για την ενίσχυση του ΕΣΥ». Ανάλογες ήταν και οι προτεραιότητες τις οποίες έθεσαν τα μεγάλα ιδρύματα, που αποφάσισαν να τείνουν χείρα βοηθείας στο κράτος για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι προκλήσεις, στις οποίες καλούνται οι οργανώσεις να ανταποκριθούν, αφορούν τις υποχρεώσεις τους προς τους ωφελουμένους, τους εργαζομένους αλλά και το κράτος. «Σε δεινότερη θέση βρέθηκαν οργανώσεις που τη στιγμή κατά την οποία τα εισοδήματά τους έπεφταν, κλήθηκαν να αυξήσουν τις υπηρεσίες που προσφέρουν στις ευπαθείς κυρίως ομάδες, παρέχοντας τρόφιμα και συσσίτια σε επίπεδα ζήτησης που θύμιζαν 2012», υπογραμμίζει ο κ. Λαγανόπουλος. 

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα με διάθεση αυτοκριτικής υποδεικνύουν τρόπους, με τους οποίους μπορούν να αυτοβοηθηθούν. Ετσι, κάνουν λόγο για «αυτο-οργάνωση και δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης», «καλλιέργεια τοπικής στήριξης» κ.ά. Δεν είναι, άλλωστε, λίγες οι τροποποιήσεις στις οποίες προέβησαν. Ενδεικτικά, συνέταξαν πρωτόκολλα για την ασφαλή λειτουργία τους, έκαναν ασκήσεις προσομοίωσης για την αντιμετώπιση πιθανών κρουσμάτων, εκπαίδευσαν εξίσου προσωπικό και εθελοντές, ενεργοποίησαν εθελοντές που δεν είχαν ακόμα αξιοποιήσει, αντάλλαξαν εμπειρίες με εφάμιλλες οργανώσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Ακόμα, προέβησαν σε συνεργασίες –που στις προ κορωνοϊού εποχές απέφευγαν–, ενώ έκαναν γνωστά τα παραπάνω προβλήματα με μεγαλύτερη σαφήνεια στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. «Πολλές είχαν να αντιμετωπίσουν τον διαχειριστικό φόρτο και το κόστος της μετάβασης στον νέο τρόπο εργασίας που επέβαλε η πανδημία, όπως να βρουν τρόπους να εξυπηρετούν κατ’ οίκον οι οργανώσεις τους ωφελουμένους ή να εξοπλίσουν το προσωπικό ώστε να είναι δυνατή η τηλεργασία». Μέχρι σήμερα, εξάλλου, αντιμετώπιζαν κρίσεις στο πεδίο εξ ου και δεν διέθεταν ανθρώπινο δυναμικό να ασχοληθεί με τον οργανωσιακό τους μετασχηματισμό. 

«Μέσα από τη μελέτη αλλά και από τις συζητήσεις μαζί τους, προκύπτει μια κραυγή αγωνίας από την πλευρά των ΜΚΟ για το μέλλον τους», υπογραμμίζει ο κ. Λαγανόπουλος. «Και αυτό είναι δικαιολογημένο βάσει της στάσης της πολιτείας απέναντί τους. Ακόμη και στο Ταμείο Ανάκαμψης δεν υπάρχει πουθενά πρόβλεψη για τον ρόλο που μπορούν να παίξουν οι ΜΚΟ». Οι ίδιες ευελπιστούν να αναγνωριστεί η έως τώρα συμβολή τους και να βοηθηθούν – όχι μόνον υλικά. «Είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ η ανάγκη για ρύθμιση του χώρου των οργανώσεων με σχετική θεσμοθέτηση και με κοινό μητρώο καταγραφής όλων των ΜΚΟ (σ.σ. έως τώρα μητρώο έχει συσταθεί μόνον για όσες δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό)». 

Πριν από οκτώ χρόνια το Ιδρυμα Μποδοσάκη πήρε την πρωτοβουλία για ένα νομοσχέδιο, που θα έθετε σαφείς κανόνες: όριζε και ρύθμιζε τον εθελοντισμό, προέβλεπε ορισμένες φοροαπαλλαγές κ.ά. Ομως, η πρόταση έμεινε στα συρτάρια των υπουργείων. «Πρόσφατα σε συνεργασία με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών επικαιροποιήσαμε το σχέδιο νόμου, ενσωματώνοντας πολλές παρατηρήσεις τους και το παραδώσαμε στους αρμόδιους φορείς της πολιτείας».