ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Εκτίναξη» των αντισωμάτων μετά το εμβόλιο

ektinaxi-ton-antisomaton-meta-to-emvolio-561359980

Τα αντισώματα που διαθέτουν όσοι έχουν προηγουμένως νοσήσει από κορωνοϊό «εκτινάσσονται» όταν οι ίδιοι εμβολιαστούν, με αποτέλεσμα να μην κινδυνεύουν να νοσήσουν από τις διαφορετικές μεταλλάξεις του ιού, υποστηρίζει μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης. 

Η μελέτη, η οποία αναρτήθηκε την Κυριακή στο bioRxiv, μια ελεύθερης πρόσβασης πηγή για προδημοσιεύσεις επιστημών υγείας, και δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί από ομότιμους κριτές, βασίστηκε σε 63 άτομα τα οποία έχουν αναρρώσει αφού νόσησαν από κορωνοϊό. Εξετάστηκαν σε 1.3, 6.2 και 12 μήνες μετά που κόλλησαν τον ιό, τον οποίο κάποιοι πέρασαν, ενώ άλλοι χρειάστηκαν νοσοκομειακή περίθαλψη. Από τους 63 ανθρώπους που συμμετείχαν στην έρευνα, το 41% είχε ήδη εμβολιαστεί μόνο με εμβόλια Pfizer/BioNTech ή Moderna, εμβόλια τεχνολογίας mRNA. 

Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι εντυπωσιακά: η πυκνότητα εξουδετερωτικών αντισωμάτων παραμένει σχετικά σταθερή στους 6 με 12 μήνες μετά τη λοίμωξη από κορωνοϊό, ενώ αυτή η δράση 50πλασιάζεται με τον εμβολιασμό. Ο αριθμός των Β κυττάρων μνήμης που αναγνωρίζουν την πρωτεΐνη ακίδα του κορωνοϊού είχε μειωθεί ελαφρώς μεταξύ 6 και 12 μηνών στους ανεμβολίαστους συμμετέχοντες στην έρευνα, αλλά σε όσους εμβολιάστηκαν μετά τη νόσο είχε αυξηθεί κατά 8 φορές. «Τα δεδομένα δείχνουν πως η ανοσία ασθενών που έχουν αναρρώσει θα είναι πολύ μεγάλης διάρκειας και πως άτομα που έχουν αναρρώσει και εμβολιάζονται με διαθέσιμα mRNA εμβόλια θα παραγάγουν αντισώματα και Β κύτταρα μνήμης που πρέπει να τους προστατεύουν από τις SARS-CoV-2 μεταλλάξεις που κυκλοφορούν», γράφει η μελέτη. «Διαπιστώσαμε πως η συνεχής κλωνική εξέλιξη των αντισωμάτων κατά του κορωνοϊού σε περίοδο ενός χρόνου ενισχύει τη δραστικότητα και το εύρος τους, οδηγώντας σε μονοκλωνικά αντισώματα με σημειωτέα δράση κατά μιας διευρυμένης ομάδας μεταλλάξεων», ανέφερε στο Twitter η Vinci Zijun Wang, ανοσολόγος στο εργαστήριο του Michel C. Nussenzweig στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλερ, η οποία συμμετείχε στη συγκεκριμένη έρευνα.

Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, η δυνατότητα εμβολιασμού πρέπει να προσφέρεται ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ιστορικό προηγούμενης συμπτωματικής ή ασυμπτωματικής λοίμωξης από SARS-CoV-2. «Δεν έχει οριστεί ελάχιστο επιθυμητό μεσοδιάστημα μεταξύ της λοίμωξης από SARS-CoV-2 και του εμβολιασμού», σημειώνει ο οργανισμός, συμπληρώνοντας όμως πως, σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα, οι επαναμολύνσεις είναι σπάνιες κατά το χρονικό διάστημα των 90 ημερών μετά την αρχική μόλυνση. Το CDC, Κέντρο για τον Ελεγχο και την Πρόληψη των Λοιμώξεων των ΗΠΑ, αναφέρει επίσης την αναμονή 90 ημερών μεταξύ της νόσου και του εμβολιασμού, αλλά συγκεκριμένα για τις περιπτώσεις στις οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί μονοκλωνικά αντισώματα ή χρήση του πλάσματος ασθενών που ανέρρωσαν ως θεραπεία.