ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Άποψη: Αποχαιρετώντας την ανοσία αγέλης

apopsi-apochairetontas-tin-anosia-agelis-561364822

Από την αρχή της πανδημίας η ανοσία της αγέλης ήταν το μεγάλο ζητούμενο. Επρεπε πάση θυσία να επιτευχθεί γιατί θα σήμαινε το τέλος του SARS-CoV-2 και την επιστροφή στην κανονικότητά μας. Εναν και πλέον χρόνο από τότε που ο ιός μπήκε στη ζωή μας και άλλαξε τόσο πολλά, αυτός ο στόχος ξεμακραίνει ολοένα και περισσότερο. Οχι γιατί ο κορωνοϊός είναι ανίκητος, αλλά γιατί φαίνεται πως η τελική έκβαση της μάχης θα κριθεί αλλού, όχι στο πεδίο της περίφημης ανοσίας της αγέλης.
 
Στα μέσα της προηγούμενης χρονιάς βασική πρόβλεψη των επιδημιολογικών αναλύσεων, οι οποίες βασίζονταν στη μεταδοτικότητα της πρώτης εκδοχής του ιού, ήταν ότι μόλις το ποσοστό ανοσίας (λόγω της φυσικής νόσησης ή του εμβολιασμού) θα έφθανε περίπου το 60%, το R0 σταδιακά θα μειωνόταν και η επιδημία σύντομα θα έσβηνε. Στη συνέχεια, το ποσοστό ανέβηκε στο 70% και σήμερα έχει ανέλθει στο 80%· τα δεδομένα έχουν αλλάξει λόγω των πιο μεταδοτικών παραλλαγών του ιού που έχουν επικρατήσει και θεωρητικά ανεβάζουν τον πήχυ δυσκολίας. Εάν επικρατήσουν και νέες, περισσότερο μεταδοτικές παραλλαγές, όπως φαίνεται να είναι η ινδική, δεν αποκλείεται οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί να αναθεωρηθούν ξανά προς τα πάνω. Και όλα αυτά τη στιγμή που ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών παραμένει διστακτικό έως και αρνητικό απέναντι στα εμβόλια. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπολογίζεται σε 30%.
 
Σημαίνει αυτό ότι η ανοσία της αγέλης είναι ανέφικτη; Μια χίμαιρα; Μάλλον ναι. Δεν είναι όμως μόνο ποσοτικό το θέμα και δεν θα έπρεπε να επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στα ποσοστά. Η ανοσία της αγέλης δεν αποτελεί πανάκεια για τη συγκεκριμένη πανδημία: μέσω κάποιων καινούργιων μεταλλάξεων, αλλά και λόγω της ανοσίας που εξασθενεί σχετικά γρήγορα, είναι πολύ πιθανό ο ιός να μπορεί να μολύνει ακόμη και άτομα που έχουν νοσήσει ή εμβολιαστεί. Το βλέπουμε, άλλωστε, ήδη να συμβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι έτσι συμπεριφέρονται όλοι οι ενδημικοί κορωνοϊοί, σε αντίθεση με άλλα ιογενή νοσήματα, όπως η ιλαρά, η παρωτίτιδα ή η ερυθρά, στα οποία ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός ξενιστής, οι περιπτώσεις επαναμόλυνσης είναι σπάνιες και ο εμβολιασμός παρέχει μακράς διαρκείας ανοσία (για πολλές δεκαετίες). Μόνο σε αυτά έχει νόημα, λοιπόν, να βασιζόμαστε στην ανοσία της αγέλης – και όχι στην COVID-19.
 
Εστω και αν υποθέσουμε ότι 8 στους 10 κατοίκους του πλανήτη θα έχουν πρόσβαση στο εμβόλιο –κάτι που μπορεί να χρειαστεί χρόνια για να γίνει ή να μη συμβεί ποτέ–, ο κορωνοϊός θα είναι ακόμη εδώ. Εξάλλου, η πρόσφατη εμπειρία από τις Σεϋχέλλες έρχεται να το επιβεβαιώσει. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου, είχε εμβολιαστεί το 70% των κατοίκων τους, γεγονός που δημιούργησε ευφορία για την επίτευξη της πολυπόθητης ανοσίας της αγέλης. Και όμως, η επιδημία πριν από λίγες εβδομάδες αναζωπυρώθηκε, με το 1/3 των νέων κρουσμάτων να αφορά εμβολιασμένους και με τις δύο δόσεις του εμβολίου.
 
Δεν θα εξαφανιστεί, λοιπόν, ο ιός, εμείς όμως θα είμαστε προστατευμένοι σε μεγάλο βαθμό απέναντί του. Πώς; Εχοντας εμβολιαστεί. Τα αντισώματά μας και τα κύτταρα μνήμης του οργανισμού μας θα μας προφυλάσσουν από σοβαρή λοίμωξη στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ακόμη και από νέα στελέχη του ιού τα οποία θα μπορούν σε κάποιο βαθμό να διαφύγουν την ανοσιακή μας απόκριση. Ετσι, στα επόμενα επιδημικά κύματα θα παρατηρούνται ολοένα και μικρότερα ποσοστά σοβαρών επιπλοκών της νόσου, έως ότου ο SARS-CoV-2 σταδιακά γίνει ένας ακόμη ενδημικός κορωνοϊός, όπως αρκετοί άλλοι που μας ταλαιπωρούν κάθε χρόνο, προκαλώντας ήπιες, στην πλειονότητά τους, αναπνευστικές λοιμώξεις.
 
Συμπέρασμα: Εχουμε αρχίσει να μαθαίνουμε να ζούμε με τον κορωνοϊό. Μετά COVID-19 εποχή ίσως δεν υπάρξει. Επιστροφή σε μια νέα κανονικότητα θα υπάρξει, πάντως, σίγουρα· χωρίς lockdown, αλλά με βασικά μέτρα δημόσιας υγείας: μάσκες σε συνθήκες συγχρωτισμού, καλό εξαερισμό κλειστών χώρων, διαγνωστικούς ελέγχους, βελτιωμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα. Και διαβατήριό μας γι’ αυτήν τη νέα κανονικότητα είναι ο εμβολιασμός.
 
* Ο κ. Αθανάσιος Τσακρής είναι καθηγητής Μικροβιολογίας, διευθυντής Εργαστηρίου Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής, αντιπρύτανης του ΕΚΠΑ.