ΑΠΟΨΗ

Υποχρεωτικός ή εθελοντικός ο εμβολιασμός;

ypochreotikos-i-ethelontikos-o-emvoliasmos-561375430

Ζούμε μια εντελώς πρωτόγνωρη κατάσταση. Η εμφάνιση με κάποιο τρόπο ενός μικροσκοπικότατου οργανισμού (ιού), του SARS-CoV-2, προκάλεσε μια νόσο, την COVID-19. Η μεταδοτικότητα του ιού είναι ιδιαιτέρως μεγάλη και η νόσος πολύ επικίνδυνη, αφού η αντιμετώπισή της πολύ συχνά απαιτεί νοσηλεία σε νοσοκομείο και πολλοί νοσηλευόμενοι χρειάζονται περαιτέρω νοσηλεία σε ΜΕΘ και διασωλήνωση. Αρκετοί, δε, από αυτούς καταλήγουν, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να μετράμε μερικά εκατομμύρια θανάτους. 

Η νοσηλεία, αλλά και η αρνητική πολλές φορές κατάληξή της, γίνεται σε συνθήκες σκληρής μοναξιάς, που προσβάλλει τις συνήθειες και τον πολιτισμό μας. Ολοι θυμόμαστε εικόνες μπροστά στις πόρτες των ΜΕΘ, ευτυχώς σε άλλα κράτη, με υγειονομικούς να επιλέγουν σε ποιον θα δώσουν ελπίδα ζωής και σε ποιον όχι.

Οι μετακινήσεις στην εποχή μας είναι εύκολες, γίνονται γρήγορα και η ζωντανή επικοινωνία μεταξύ των λαών είναι μεγάλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διασπαρεί η νόσος ταχύτατα σε ολόκληρο τον πλανήτη και να πάρει τον χαρακτήρα πανδημίας. Η έλλειψη αποτελεσματικών φαρμάκων οδήγησε τα κράτη στη λήψη περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων, προκειμένου να εμποδίσουν τη μετάδοση του ιού και της νόσου, ώστε να περιφρουρήσουν την υγεία και τη ζωή μας, ως απόλυτη προτεραιότητα, και περιμένοντας τα εμβόλια. Γι’ αυτό, τα μέτρα αυτά κρίθηκαν συνταγματικά. Τα περιοριστικά, όμως, μέτρα επέφεραν μοιραία περιορισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων και συρρίκνωση των οικονομιών σε παγκόσμια κλίμακα. Μπήκαμε, έτσι, σε έναν φαύλο κύκλο φτωχοποίησης και διακύβευσης της υγείας και της ζωής, ο οποίος πρέπει να σπάσει.

Τα εμβόλια εντέλει ήρθαν και είναι αποδεδειγμένα ασφαλή και αποτελεσματικά. Πλανάται όμως το ερώτημα: ο εμβολιασμός θα πρέπει να είναι υποχρεωτικός ή εθελοντικός; Η παγκόσμια ανάγκη, άρα και το παγκόσμιο δημόσιο συμφέρον, είναι να εξαλειφθεί η πανδημία. Αυτή εξαλείφεται μόνο αν εμβολιασθεί σύντομα το 70% του πληθυσμού. Αν, μάλιστα, εξαιρεθούν του εμβολιασμού οι ηλικίες έως 18 ετών, τότε το ποσοστό των υπολοίπων που πρέπει να εμβολιασθούν προσεγγίζει το 90%. Η επίτευξη τέτοιου ποσοστού είναι δύσκολη αλλά καταντά επιβεβλημένη.

Οπως τα κάθε μορφής περιοριστικά μέτρα κρίθηκαν παντού συνταγματικά, έτσι πρέπει να κριθεί και ο «δυνάμει υποχρεωτικός» εμβολιασμός. Ο κάθε άνθρωπος δικαιούται, προκειμένου να διασφαλίσει την υγεία του, να συμβουλευθεί ή όχι τον γιατρό του και να αποδεχθεί ή όχι τη θεραπεία που θα του συστήσει. Η επιλογή του, ενδεχομένως, θα βλάψει τον ίδιο, αλλά όχι κάποιον άλλον. Η άρνηση, όμως, του εμβολιασμού θέτει σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή και των διπλανών του. Αν, μάλιστα, αυτή αφορά μεγάλο μέρος της κοινωνίας, συντηρεί την πανδημία και τα καταστροφικά αποτελέσματά της. Τα δικαιώματα του καθενός οφείλουν να σταματούν εκεί που αρχίζουν τα δικαιώματα των άλλων. Αυτό επιτάσσει το δημόσιο συμφέρον.

Είναι σωστή, λοιπόν, η εθελοντική προσέγγιση του εμβολιασμού, μέχρι το σημείο που ευοδώνεται ο σκοπός της επίτευξης ανοσίας αγέλης. Διαφορετικά, θα πρέπει μέσω στοχευμένων ενημερώσεων, επιβραβεύσεων ή διαφόρων απαγορεύσεων στους αρνητές του, να οδηγηθούμε στον «δυνάμει υποχρεωτικό» εμβολιασμό. Αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί παρέμβαση σε ατομικό δικαίωμα. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση δικαιώματος. 

Με την προϋπόθεση της δοκιμασμένης, πλέον, ασφάλειας των εμβολίων, αυτό που ζητάμε από όποιον αρνείται ή φοβάται να εμβολιασθεί είναι πολύ μικρό σε σχέση με το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, που είναι το τέλος της πανδημίας και των δεινών που έχει επιφέρει. Αν αυτά πρέπει να ισχύουν για τους απλούς πολίτες, για τους γιατρούς η άρνηση εμβολιασμού είναι αδιανόητη. Ο Ιπποκράτης, ως παρακαταθήκη, μας υπαγόρευσε ότι ο γιατρός πρέπει να ωφελεί τους προστρέχοντες σε αυτόν ή κατ’ ελάχιστον να μην τους βλάπτει. Και ο αρνητής γιατρός τους θέτει σε κίνδυνο.
 
* Ο κ. Ευστάθιος Τσούκαλος είναι ιατρός, γ.γ. του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, τ. πρόεδρος ΕΙΝΑΠ και ΟΕΝΓΕ.