ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι δεσμευμένες περιουσίες και το δυσκίνητο Δημόσιο

Οι περιπτώσεις Γαβαλά - Τσοχατζόπουλου

oi-desmeymenes-perioysies-kai-to-dyskinito-dimosio-561390067

Το πρωί της 26ης Μαΐου ξεκίνησε ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για το ακίνητο του Λάκη Γαβαλά στη Μύκονο. Μέχρι το μεσημέρι πέρασε σε νέο ιδιοκτήτη για 1,91 εκατ. ευρώ. «Το κράτος είναι σήμερα λιγότερο φτωχό μιας και μπόρεσε να χρησιμοποιήσει αυτήν την εξοχική μου κατοικία (…) προκειμένου να μειωθούν τα χρέη μου προς αυτό», έγραψε ο ίδιος ο επιχειρηματίας σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Η ιστορία όμως αυτού καθώς και άλλων δεσμευμένων ακινήτων που ερεύνησε η «Κ» δείχνει πως η αξιοποίησή τους είναι μια ιδιαίτερα χρονοβόρα και συχνά περίπλοκη υπόθεση. Ανελαστικοί νόμοι, δικαστικές αποφάσεις που παίρνουν χρόνια να τελεσιδικήσουν, αλλά και γραφειοκρατικά –πολλές φορές παράλογα– εμπόδια έχουν ως αποτέλεσμα να καθυστερεί αδικαιολόγητα η αξιοποίηση εκατομμυρίων ευρώ.

Ο πλειστηριασμός του συγκεκριμένου ακινήτου στη Μύκονο ήταν προγραμματισμένο να γίνει το 2013 και ενώ ήταν ήδη δεσμευμένο ενάμιση χρόνο. Ο Χάρης Θεοχάρης ως επικεφαλής τότε της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων είχε αποφασίσει να το εντάξει σε μια λίστα με τα έξι πιο εμπορικά ακίνητα μεγάλων οφειλετών και να κάνει έναν πλειστηριασμό πιο προσιτό σε πιθανούς αγοραστές. Επανασχεδίασε την ιστοσελίδα, έβαλε φωτογραφίες και πληροφορίες για τα ακίνητα. Η βίλα στη Φτελιά είχε τότε τιμή εκκίνησης 960.000 ευρώ. Ο,τι «έπιανε» θα εξυπηρετούσε τα χρέη του κ. Γαβαλά προς το Δημόσιο – συνολικά τότε 12.671.000 ευρώ.

Το υποθηκοφυλακείο Μυκόνου, όμως, ενημέρωσε την ομάδα του κ. Θεοχάρη πως δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο ακίνητο στον πλειστηριασμό, δεδομένου ότι είχε δεσμευθεί και από μια άλλη υπηρεσία του κράτους: την Αρχή της Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Ο κ. Θεοχάρης αρχικά ζήτησε διευκρινίσεις για το «εάν στην απαγόρευση εκποίησης εμπίπτει και η διενέργεια πλειστηριασμού από το ίδιο το Δημόσιο». Το νομικό συμβούλιο απάντησε πως δεν θα μπορούσε κανείς –ούτε το ίδιο το Δημόσιο– να το εκποιήσει, παρά μόνο εάν δημευθεί από την Αρχή. Ο κ. Θεοχάρης επέμεινε. Μάλιστα εγγράφως είχε ζητήσει τότε να επανεξεταστεί το αίτημά του, αφού, όπως έγραφε, «με την ερμηνεία της απαγόρευσης εκποίησης και για το Δημόσιο, βλάπτεται υπέρμετρα το δημόσιο συμφέρον». Η απάντηση όμως ήταν και πάλι αρνητική. 

oi-desmeymenes-perioysies-kai-to-dyskinito-dimosio0

Η συγκεκριμένη Αρχή δέσμευε λογαριασμούς και ακίνητα ως προϊόντα εγκλήματος, όχι χρεών. Η εκποίηση –προτού τελεσιδικήσει η απόφαση– θα άνοιγε άλλα συνταγματικά προβλήματα για το κράτος. «Αν το εκπλειστηριάσεις, πώς θα αποζημιώσεις κάποιον που ενδεχομένως θα αθωωθεί μετέπειτα; Αν θέλουμε γρήγορα χρήματα, πρέπει να επισπεύσουμε τις ποινικές διαδικασίες», επέμειναν τότε από την Αρχή. Το Δημόσιο αλλά ο κ. Γαβαλάς αναγκαστικά θα έπρεπε να περιμένουν.

Στις αρχές του 2019 ο Λάκης Γαβαλάς αθωώθηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για την υπόθεση ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος και έτσι θεωρητικά θα μπορούσε να προχωρήσει ο πλειστηριασμός. Μέχρι να δρομολογηθεί όμως η διαδικασία, μια ομάδα εφοριακών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων διαπίστωσαν πως κάποιος άλλος ήδη εκμεταλλευόταν το ακίνητο. Αναγνώρισαν τη βίλα σε μια ιστοσελίδα βραχυπρόθεσμης ενοικίασης και επικοινώνησαν με το μεσιτικό γραφείο ως ενδιαφερόμενοι Ισπανοί τουρίστες. Οταν έφθασαν στη Μύκονο επιβεβαίωσαν ότι το ακίνητο ήταν πράγματι του Λάκη Γαβαλά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε στην «Κ» ο δικηγόρος του, Γιάννης Παγουρόπουλος, ο πελάτης του το είχε όντως νοικιάσει και είχε δηλώσει τη μίσθωση στις 14 Απριλίου 2018 για 20.000 ευρώ τον χρόνο. Ο ενοικιαστής όμως το υπενοικίασε χωρίς να εκδώσει τα απαραίτητα παραστατικά, ενώ, σύμφωνα με τον δικηγόρο του κ. Γαβαλά, σταμάτησε και να τον πληρώνει παρότι εκείνος εισέπραττε –τουλάχιστον τους μήνες του καλοκαιριού– 20.000 ευρώ την εβδομάδα.

Οταν τελικά, μετά 10 χρόνια, έγινε ο πλειστηριασμός του δεσμευμένου ακινήτου, αυτό είχε προφανώς χάσει μέρος της αξίας του, ενώ από την πλευρά του ο κ. Γαβαλάς είδε το ίδιο διάστημα τα χρέη του προς το Δημόσιο να εκτοξεύονται. Μόνο από τις προσαυξήσεις προστέθηκαν επιπλέον 8 εκατ. ευρώ. Ο ίδιος ήξερε εξαρχής πως αυτό θα συνέβαινε, γι’ αυτό και είχε ζητήσει ήδη από το 2013 να επιστρέψει στο Δημόσιο το πολυτιμότερο περιουσιακό του στοιχείο –το ακίνητο στην Κάντζα– με την ελπίδα πως θα ξεχρέωνε τουλάχιστον προς το Δημόσιο. Και αρχικά φάνηκε πως υπήρχε ελπίδα: Ο τότε περιφερειάρχης Γιάννης Σγουρός είχε δηλώσει πως ενδιαφερόταν να το αγοράσει από το κράτος για 17 εκατ. ευρώ, ώστε να μεταστεγαστούν εκεί όλες οι υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής. «Είναι καιρός η δημόσια διοίκηση να αποκτήσει ευελιξία και να αξιοποιήσει μεθόδους που είναι διαδεδομένες στον ιδιωτικό τομέα εδώ και χρόνια», είχε πει ο κ. Σγουρός στο περιφερειακό συμβούλιο.

Μέσα στη φυλακή ο Γαβαλάς συνέταξε συμβολαιογραφική πράξη παραχωρώντας το ακίνητο αυτό. Ομως, ο δικηγόρος του λέει στην «Κ» πως ουδέποτε έγινε αποδοχή της από το Δημόσιο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι από την Αρχή της Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, που το είχε δεσμεύσει, είχαν προσπαθήσει να βοηθήσουν ώστε να προχωρήσει η μεταβίβασή του. Eλλείψει μερικών γραμμών στη νομοθεσία που θα έδιναν μια λύση, ο τότε επικεφαλής της Αρχής κ. Νικολούδης είχε προσπαθήσει να βρει έναν νόμιμο ελιγμό. Αρχικά πρότεινε στον κ. Γαβαλά να δανειστεί από κάποιον 17 εκατ., να ξεχρεώσει την εφορία, να άρει τη δέσμευση και να προβεί άμεσα στην αγοραπωλησία. «Μα ποιος θα με εμπιστευθεί;» του είχε απαντήσει ο επιχειρηματίας. Επειτα πρότεινε να γίνει ένα προσύμφωνο, να πληρωθεί πρώτα το τίμημα, να αποδεσμευθεί το ακίνητο και στη συνέχεια να ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία. Για τον κ. Σγουρό, όμως, ήταν επιβεβλημένο να κάνει τη συναλλαγή απευθείας με το κράτος. Και το κράτος δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιονδήποτε ελιγμό, με αποτέλεσμα να ναυαγήσει μια κίνηση που θα είχε αίσιο τέλος.

Τα επόμενα χρόνια το ακίνητο υπέστη λεηλασία. Μόνο η ζημιά που έχει γίνει στις καλωδιώσεις (κάποιοι έχουν βγάλει τον χαλκό από όλα τα καλώδια του κτιρίου) υπολογίζεται σε 250.000 ευρώ. Ο κ. Παγουρόπουλος, ως δικηγόρος του, συνέχιζε όμως τις προσπάθειες να βρεθεί μια λύση: Εκ νέου συζητήσεις με την επόμενη ηγεσία της Περιφέρειας αλλά και με έναν ισχυρό επιχειρηματία. Το γεγονός όμως πως πλέον και οι τράπεζες διεκδικούσαν το ακίνητο περιέπλεκε οποιαδήποτε συζήτηση. Το 2017 πάντως ο κ. Γαβαλάς άνοιξε τις πόρτες του κτιρίου της Κάντζας για πρώτη φορά μετά πολύ καιρό για να φιλοξενήσει δύο επιδείξεις μόδας και πέρυσι τα συνεργεία για τα γυρίσματα της δημοφιλούς σειράς «Ετερος εγώ». Και μπορεί το κτίριο να μην έχει ηλεκτρικό ρεύμα (έπρεπε να φέρουν μεγάλες γεννήτριες) και σε κάποια σημεία η φθορά του χρόνου στην εγκατάσταση να είναι εμφανής, αλλά όλα πήγαν καλά, θυμίζοντας στους εμπλεκομένους τις χαμένες ευκαιρίες να βρεθεί μια λύση προς όφελος όλων.

Το «τοπόσημο» της Διονυσίου Αρεοπαγίτου

oi-desmeymenes-perioysies-kai-to-dyskinito-dimosio2
Υστερα από δικαστικές περιπέτειες ετών, το Δημόσιο πήρε το 2016 τα κλειδιά της οικίας Τσοχατζόπουλου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όμως ακόμα και σήμερα παραμένει –άγνωστο γιατί– αναξιοποίητη.

Αντίστοιχη δυσκίνητη πορεία έχει και το ακίνητο της οικογένειας του Ακη Τσοχατζόπουλου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Η διαδρομή της κυριότητάς του από το 2001, μέσω δύο offshore εταιρειών που διαχειρίζονταν άνθρωποι εμπιστοσύνης του πρώην υπουργού, μέχρι να φτάσει στην ιδιοκτησία της συζύγου του, αποκαλύφθηκε από την «Κ» το 2010. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2012, ο υποθηκοφύλακας σημείωνε με κόκκινο στυλό στο συμβόλαιο την «απαγόρευση εκποίησης ή μεταβίβασης». Αυτό σήμαινε πρακτικά πως η κ. Βίκυ Σταμάτη, μην έχοντας απολέσει την κυριότητα, θα μπορούσε κάλλιστα όταν αποφυλακίστηκε να μείνει εκεί. Η απόφαση για δήμευση βγήκε το 2014, μετά την πρώτη καταδικαστική απόφαση για ψευδές «πόθεν έσχες». Αλλά ο κ. Τσοχατζόπουλος, ως εγγυητής του δανείου που πήρε η σύζυγός του για την αγορά, έκανε αίτηση αναίρεσης της απόφασης στον Αρειο Πάγο και μόνο όταν αυτή τελεσιδίκησε (το 2016) το Δημόσιο πήρε τα κλειδιά του ακινήτου. Πέντε χρόνια μετά, όμως, παραμένει –άγνωστο γιατί– αναξιοποίητο.