ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Ανδρες και γυναίκες ισότιμοι στα ποσοστά υπογονιμότητας

Ειδικοί επιστήμονες και γυναίκες που τεκνοποίησαν σε προχωρημένη ηλικία μιλούν στην «Κ» για ένα σύνθετο ζήτημα

andres-kai-gynaikes-isotimoi-sta-pososta-ypogonimotitas-561404329

Είναι λοιπόν το «4», ως πρώτο ψηφίο στην ηλικία των γυναικών που αποφασίζουν να κάνουν παιδί, ο ένοχος για την υπογονιμότητα στη χώρα μας; Η επιστροφή στο σχήμα της πυρηνικής οικογένειας πριν από την ηλικία των τριάντα ετών, σε μια εποχή που όλα γύρω μας αλλάζουν ρυθμούς, είναι η λύση; Και οι άνδρες πού βρίσκονται σε όλο αυτό; Η τεκνοποίηση είναι μια καθαρά γυναίκεια υπόθεση;

Με αφορμή τον σάλο που δημιουργήθηκε για το διαφημιστικό σποτ αλλά και το περιεχόμενο και τους ομιλητές του 1ου Συνεδρίου Γονιμότητας και Αναπαραγωγικής Αυτονομίας, το οποίο τελικά ακυρώθηκε, η «Κ» απευθύνθηκε σε εκείνους που μπορούν να απαντήσουν στα ερωτήματα αυτά με ενάργεια, σαφήνεια και κυρίως επιστημονική επάρκεια, τους ειδικούς της αναπαραγωγής. Τα απίστευτα επιτεύγματα της επιστήμης και η έγκαιρη ενημέρωση μπορούν να δώσουν λύσεις στους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν παιδιά, αλλά και εργαλεία στην πολιτεία ώστε να γεννιούνται περισσότερα παιδιά στις καλύτερες δυνατές συνθήκες, από συνειδητοποιημένους γονείς.    

Τα αίτια της καθυστέρησης

Αργότερα από τις περισσότερες Ευρωπαίες γεννούν το πρώτο τους παιδί οι Ελληνίδες, με τη μέση ηλικία τεκνοποίησης να έχει φτάσει τα 31,5 έτη, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι τα 29,1 έτη. Ωστόσο, ενώ η αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνοποίησης των γυναικών ενοχοποιείται συχνά για την υπογονιμότητα, σε αυτό το πεδίο άνδρες και γυναίκες είναι ισότιμοι, με το 35% των περιπτώσεων ατοκίας να οφείλεται στον ανδρικό παράγοντα, το 35% στον γυναικείο, το υπόλοιπο 20% και στους δύο, ενώ ένα 10% συμβαίνει γιατί… συμβαίνει. 

Γενικά στις χώρες της Νότιας Ευρώπης καταγράφεται αύξηση των ορίων τεκνοποίησης, με αποτέλεσμα πάνω από το 50% των πρώτων γεννήσεων να γίνεται από γυναίκες 30-39 ετών. Αντίθετα, στη Σκανδιναβία, αλλά και στη Γαλλία και στη Γερμανία, οι γυναίκες κάνουν παιδιά σε μικρότερες ηλικίες κυρίως γιατί γνωρίζουν ότι υπάρχει επαρκής στήριξη από το κράτος για κάθε περίπτωση. «Οι γυναίκες στη Βόρεια Ευρώπη κάνουν παιδί ακόμα και αν δεν έχουν επαγγελματική εξασφάλιση οι ίδιες. Επίσης, έχουν περισσότερα παιδιά με διαφορετικούς συντρόφους», τονίζει ο Λάζαρος Καραγιαννίδης, μαιευτήρας – γυναικολόγος αναπαραγωγής.

Στη λεγόμενη με ιατρικούς όρους «χρυσή παραγωγική ηλικία» για μια γυναίκα, από 25 έως 30 ετών, οι περισσότερες σπουδάζουν και εργάζονται και αυτό είναι αναμενόμενο και απολύτως λογικό. Επίσης, πιθανότατα δεν βρίσκονται σε σχέση η οποία να έχει προοπτικές δημιουργίας οικογένειας. «Η μανία με την παραδοσιακή οικογένεια που υπάρχει ακόμα στην Ελλάδα, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, έρχεται συχνά να υποκαταστήσει την ανυπαρξία κοινωνικού κράτους», τονίζουν οι επιστήμονες. 

«Οι διατιθέμενοι πόροι για την οικογενειακή πολιτική είναι άκρως περιορισμένοι. Με τα δεδομένα του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα το 2015 βρισκόταν στην προτελευταία θέση (πριν από την Τουρκία) ανάμεσα στις 36 εξεταζόμενες χώρες όσον αφορά την οικογενειακή πολιτική και ταυτόχρονα στην τελευταία θέση όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση και τη φροντίδα (Early Childhood Education and Care) στην πρώιμη παιδική ηλικία», επισημαίνει στην «Κ» ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει σχετική έρευνα. 

Οι Ελληνίδες, λοιπόν, αναμένουν ακόμα ένα σταθερό οικογενειακό πλαίσιο για να κάνουν παιδί και αναβάλλουν την απόφαση κυρίως επειδή η περιρρέουσα κατάσταση δεν προσφέρει καμία ασφάλεια. «Η ευθύνη του μεγαλώματος των παιδιών βαρύνει σημαντικά κυρίως τη γυναίκα. Οι ασυμβατότητες ανάμεσα στην εργασιακή και στην οικογενειακή ζωή είναι από τις ισχυρότερες στην ανεπτυγμένη Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα τα δικαιώματα του παιδιού είναι συρρικνωμένα», προσθέτει. 

Την ίδια στιγμή, και ενώ οι ιατρικές εξελίξεις σε αυτό τον τομέα «τρέχουν», γυναίκες αλλά και άνδρες απευθύνονται στους ειδικούς στο παρά πέντε. «Οι γυναίκες οι οποίες έρχονται στο ιατρείο μου προκειμένου να κάνουν παιδιά με τη μέθοδο της υποβοηθούμενης εγκυμοσύνης είναι στην πλειονότητά τους άνω των 40 ετών», λέει ο κ. Καραγιαννίδης. «Ακόμα και στην ηλικία των 25-30 (για τη γυναίκα) υπάρχει ένα ποσοστό ατοκίας της τάξεως του 8%. Είναι δεδομένο ότι προϊούσης της ηλικίας το ποσοστό αυτό αυξάνεται. Επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι μια μεγαλύτερη γυναίκα αναμένεται να προσπαθήσει να κάνει παιδί και με έναν μεγαλύτερο άνδρα, ο οποίος με τη σειρά του έχει χειρότερο γενετικό υλικό», προσθέτει. Ετσι, ακόμα και με τις μεθόδους της εξωσωματικής γονιμοποίησης οι πιθανότητες τεκνοποίησης περιορίζονται σημαντικά. 
Και όμως, πολλά μπορούν πλέον να γίνουν αλλιώς. «Αυτή τη στιγμή οι εξελίξεις που έχουμε στην Ιατρική είναι απίστευτες. Μπορούμε να προβλέψουμε αρκετά νωρίς αν μια κοπέλα θα έχει πρόβλημα να κάνει παιδί, όταν το αποφασίσει», εξηγεί ο Σπύρος Παύλου, ενδοκρινολόγος – αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ στον τομέα Παθολογίας και Γυναικολογίας. «Επίσης, από τα 100 ζευγάρια τα οποία έχουν πρόβλημα υπογονιμότητας, στα 55 το πρόβλημα αφορά και ή μόνο τον άνδρα», εξηγεί. 

Εφόσον γίνεται παρακολούθηση υπάρχουν λύσεις, οι οποίες όμως είναι καλό να εφαρμοστούν όσο το δυνατόν νωρίτερα, στην ηλικία των 25-30 ιδανικά, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες. «Μια γυναίκα μπορεί να διατηρήσει τα ωάριά της καταψύχοντάς τα από μικρή ηλικία, έτσι ώστε να έχει όλες τις επιλογές ανοιχτές όταν και αν το αποφασίσει», συμπληρώνει ο κ. Παύλου. 

«Η κατάψυξη ωαρίων είναι μια σχετικά καινούργια κατάκτηση της επιστήμης, η οποία στην κλινική πράξη στην Ελλάδα εφαρμόζεται λιγότερο από μία 10ετία», εξηγεί ο κ. Καραγιαννίδης. «Μπορείς λοιπόν να κάνεις παιδί αργότερα αλλά με το γενετικό υλικό της νεότητας, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αλλά και στατιστικά δεδομένα καλύτερα όσον αφορά την υγεία του παιδιού».

andres-kai-gynaikes-isotimoi-sta-pososta-ypogonimotitas0

«Ηθελα να είμαι με τον κατάλληλο σύντροφο»

«“Λεχωνίδα ετών 43”. Γέννησα σε πανεπιστημιακό μαιευτήριο και ο καθηγητής της κλινικής επισκεπτόταν τους θαλάμους με τους φοιτητές του. Οταν όλο το επιτελείο στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι μου και με παρουσίασαν με αυτόν τον τρόπο, ένα σούσουρο ήρθε από την πλευρά των φοιτητών. Θα με δείξουν σε συνέδριο σκέφτηκα», διηγείται η Ευσταθία Γ., ιδιωτική υπάλληλος, τις πρώτες ώρες της ζωής της ως μεγάλης ηλικίας επίτοκος στο μαιευτήριο.

Φυσικά η περίπτωσή της είναι όλο και πιο συχνή, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Το 54% των γεννήσεων πρώτου παιδιού γίνεται στην ηλικία των 30-39 ετών, ενώ άνω των 40 ετών είναι το 5,3% των γυναικών όταν αποκτούν το πρώτο τους παιδί. «Διαλέγουν την καριέρα τους», «θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους και δεν καταλαβαίνουν ότι ο χρόνος περνά», «οικογένεια σημαίνει ευθύνη και δεν θέλουν την ευθύνη», πολλές οι εξηγήσεις που δίνονται από πρόθυμους κοινωνικούς ερευνητές της καθημερινότητας, συχνά με μια μικρή ή και μεγάλη δόση επίκρισης. 

«Ο λόγος που μια γυναίκα αποφασίζει να γίνει μητέρα σε μεγαλύτερη ηλικία, είναι πιθανότατα το αίσθημα ευθύνης του μεγαλώματος ενός παιδιού. Και η επίγνωση βέβαια ότι είναι εκείνη που θα αναλάβει την ευθύνη, ανεξάρτητα τις συνθήκες ή ακόμα και αν οι συνθήκες δυσκολέψουν πολύ», λέει η Ευσταθία. 

andres-kai-gynaikes-isotimoi-sta-pososta-ypogonimotitas2
Στην Ελλάδα, το 54% των γεννήσεων πρώτου παιδιού γίνεται στην ηλικία των 30-39 ετών, ενώ το 5,3% αφορά γυναίκες άνω των 40 ετών.Φωτ. SHUTTERSTOCK

«Ηταν επιλογή μου»

«Οι συνθήκες με τις οποίες πορευόμαστε γενικά δεν βοηθούν τις γυναίκες. Ακόμα, αν δεν έχεις παιδιά σε κοιτούν σαν πολίτη β’ κατηγορίας και ρωτούν διάφορα χωρίς να σκέφτονται», λέει η Αφροδίτη Σ. συνιδιοκτήτρια επιχείρησης, 43 ετών επίσης. Ως παιδί νεαρών χωρισμένων γονιών αποφάσισε να κάνει τα πάντα διαφορετικά. «Πιστεύω στην πυρηνική οικογένεια και ήθελα να είμαι με τον κατάλληλο σύντροφο. Αλλά από την άλλη είχα διαμορφώσει έναν τρόπο ζωής στον οποίο δεν γινόταν να χωρέσει παιδί. Δούλευα πολύ, ταξίδευα, έκανα καταδύσεις. Ευτυχώς που δεν το έκανα νωρίτερα γιατί νομίζω ότι κανένας δεν θα ήταν ευτυχισμένος», διηγείται. 

Σήμερα είναι έγκυος έπειτα από προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης. Αν ήξερε ότι θα είναι δύσκολο όταν επισκέφτηκε τον γυναικολόγο; Και ναι και όχι. «Ηταν μια πολύ δύσκολη περίοδος, θυμάμαι ότι κάθε φορά που πηγαίναμε στο μαιευτήριο, τριγύρω υπήρχε πολύ έντονη θλίψη». 
Οι γυναίκες γνωρίζουν λίγα, ελάχιστα, ακόμα και εκείνες που η μητέρα τους τις πηγαίνει στον γυναικολόγο στην κατάλληλη ηλικία. Ολα γίνονται εκ των ενόντων και κυρίως από το οικογενειακό περιβάλλον, με τα θετικά και τα αρνητικά που κουβαλάει. 

Η Φένια Ρ., ιδιωτική υπάλληλος, η οποία έκανε τα δυο της παιδιά με τη μέθοδο της εξωσωματικής στα 41, διηγείται πόσο διαφορετική από την Ελλάδα, όπου όλοι μιλούν με υπονοούμενα, ήταν η εμπειρία της στην Αγγλία, που χρειάστηκε να διακόψει μια εγκυμοσύνη ενώ σπούδαζε. «Με αντιμετώπισαν πολύ σοβαρά, μου μίλησαν για τις επιλογές που έχω. Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που σκέφτηκα τι κάνω στο σώμα μου, όχι όσον αφορά το ηθικό κομμάτι, αλλά στο θέμα της ευθύνης για την υγεία μου». 

Πήρε την απόφαση να κάνει παιδί στα 38 και τότε ανακάλυψε ότι δεν ήταν τόσο εύκολο όσο πίστευε. «Σε αυτή τη διαδικασία καταρρίπτονται όλα όσα πίστευες για το πώς γίνονται τα παιδιά», λέει αυτοσαρκαζόμενη. Αν θα έκανε παιδιά νωρίτερα; «Αν ήμουν σε άλλη χώρα, μπορεί. Μια φίλη μου που είναι στη Γερμανία έκανε νωρίς. Εκεί δεν χρειάζεται να σκεφτείς ότι πρέπει να αναλάβεις το οικονομικό βάρος. Εχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ότι το μεγάλωμα ενός παιδιού δεν είναι μόνο προσωπικό, αλλά και κοινωνικό θέμα. Ενα παιδί θέλει ένα χωριό για να μεγαλώσει, είναι αλήθεια» καταλήγει. 

«Την ώρα που ήθελα»

Η ιστορία της Ιωάννας, δασκάλας στο επάγγελμα, έχει περισσότερες ανατροπές. Εκανε το πρώτο της παιδί στα 43 με εξωσωματική, αλλά το 2ο στα 47 με φυσική σύλληψη. «Αν είχα συναίσθηση ότι θα ήταν δύσκολο; Νομίζω όχι. Πίστευα ότι αν ήθελα κάποια στιγμή θα τα κατάφερνα. Αλλά αυτή η στιγμή ήρθε μετά τα 40. Στα 20-30 δεν μου περνούσε από το μυαλό, σπούδαζα, δούλευα. Την επόμενη δεκαετία βρέθηκα σε άλλη χώρα για δουλειά και οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί δεν εννοούσαν την απόκτηση παιδιού. Νομίζω ότι ήρθαν τα παιδιά την ώρα που ήθελα». Παραδέχεται ότι η δουλειά της «ταιριάζει» με τη δημιουργία οικογένειας. «Ετυχε η δουλειά μου να είναι τέτοια που να μπορώ να αφιερώσω χρόνο στα παιδιά. Αν ήμουν ιδιωτική υπάλληλος νομίζω ότι θα έκανα ένα παιδί – και αν θα έκανα. Δεν υπάρχει καμία στήριξη. Δεν υπάρχουν παιδικοί σταθμοί, τα ολοήμερα τη μια λειτουργούν την άλλη όχι και αν μείνεις άνεργος δεν μπορείς ούτε να ψάξεις για δουλειά, γιατί ποιος θα κρατήσει το παιδί. Είναι εμφανές ότι αυτή η χώρα δεν θέλει παιδιά», συμπεραίνει. 

Τα πράγματα δυσκολεύουν μάλιστα ολοένα και περισσότερο, καθώς το μοντέλο της φύλαξης των παιδιών από τις γιαγιάδες και τους παππούδες υποχωρεί και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα δημογραφικά στοιχεία.

Ανδρική γονιμότητα 

Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό υπογονιμότητας στην Ευρώπη (όπου υπογονιμότητα νοείται η ανεπιτυχής προσπάθεια τεκνοποίησης για έναν χρόνο) 17%, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι στο 13%. Στα μισά από αυτά τα περιστατικά «εμπλέκεται» ο άνδρας, σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, ενώ και στο 60% των περιστατικών «εμπλοκής» του δεν μπορεί να εντοπιστεί η αιτία. «Οπως δείχνουν οι έρευνες, και για το ανδρικό γενετικό υλικό η ηλικία αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Μάλιστα, το σπέρμα ξεκινά να χάνει τη λειτουργικότητά του από την ηλικία των 35 ετών», τονίζει στην «Κ» η  Λίνα Ευγενή, βιολόγος, εξειδικευμένη στο αντρικό γονιμοποιητικό δυναμικό. Μάλιστα, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η ποιότητα του ανδρικού γενετικού υλικού μειώνεται από γενιά σε γενιά, καθώς οι περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν αποδεδειγμένα μακροχρόνιες συνέπειες και προκαλούν ορμονικές διαταραχές και στους άνδρες. Ακόμα, η μεγάλη ηλικία και στους άνδρες ενοχοποιείται για συγκεκριμένα γενετικά σύνδρομα εφόσον δημιουργείται πρόβλημα κατά τη μεταφορά της πληροφορίας που φέρει το αντρικό γενετικό υλικό. Ακόμα περισσότερο σε διαδικασίες τεχνητής γονιμοποίησης, οπότε επιλέγεται ένα σπερματοζωάριο και δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διαδικασία της φυσικής επιλογής. Οι άνδρες όμως είναι ελάχιστα έως και καθόλου ενημερωμένοι. «Είναι σημαντικό για τους άνδρες από νωρίς, από την ηλικία των 20 ετών, προληπτικά να επισκεφθούν έναν ανδρολόγο, όπως οι γυναίκες πηγαίνουν στον γυναικολόγο» προτείνει η κ. Ευγενή. «Πολλά μπορούν να ιαθούν εφόσον ανακαλυφθούν έγκαιρα», τονίζει. «Υπάρχει η δυνατότητα κρυοσυντήρησης, μια προληπτική κίνηση για όποιον θέλει να έχει ανοιχτές επιλογές στο μέλλον».