ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αρνήθηκα να σκοτώσω διαδηλωτές

Ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα μιλάει στην «Κ» για το πώς διέφυγε από το Μπουρούντι κυνηγημένος από το τότε καθεστώς

arnithika-na-skotoso-diadilotes-561404560

«Αθωώθηκα στις 15 Ιανουαρίου του 2016 και το θέμα ήταν πού θα πάει ο Σπύρος. Δεν μπορούσαν να με κρατήσουν μέσα, βγήκε ένα ψήφισμα που ζητούσε να ελευθερωθώ». Ηξεραν ότι δεν έπρεπε να βγει έξω όμως, ήταν μάρτυρας. «Μοναδικός τρόπος ήταν να με εξαφανίσουν».

Ο Σπύρος Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα, υποδιοικητής της υπηρεσίας υποδοχής και ταυτοποίησης στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και Ελληνας πολίτης από το 2005, διηγείται στην «Κ» και για πρώτη φορά δημοσίως τον τρόπο με τον οποίο διέφυγε από το Μπουρούντι, όπου είχε φυλακιστεί όταν ήταν υπαρχηγός των επιχειρήσεων της αστυνομίας γιατί αρνήθηκε να καταστείλει βίαια ή ακόμα και να σκοτώσει, όπως του ζητήθηκε, διαδηλωτές τον Ιούνιο του 2015.

Στις 15 Ιανουαρίου άλλαξε τρία αυτοκίνητα για να αποπροσανατολίσει τις Αρχές. Στη φυλακή είχαν κινητά. Ο κ. Χαγκαμπιμάνα κατάφερε να μιλήσει με φίλους και γνωστούς και, πριν αφεθεί ελεύθερος, να οργανώσει το πώς θα κρυφτεί. Την επόμενη μέρα πήγε στην πρεσβεία του Βελγίου – θα τον βοηθούσαν, μαζί με την Ελλάδα, να φύγει από το Μπουρούντι. Η ελληνική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι του έβγαλε εισιτήριο για την Αθήνα μέσω Αιθιοπίας και Ιταλίας, και στις 26 Ιανουαρίου ο κ. Χαγκαμπιμάνα πήγε στο αεροδρόμιο συνοδευόμενος από τον Βέλγο πρόξενο. Δεν ήθελαν να τον αφήσουν να φύγει όμως. Το αεροπλάνο του απογειώθηκε και άρχισε να φοβάται πως θα έβγαζαν καινούργιο ένταλμα σύλληψης. «Λέω στον πρόξενο, “σε παρακαλώ πάρα πολύ, πάμε να φύγουμε”», περιγράφει στην «Κ». Πήγε στο αυτοκίνητο, οι άντρες της ασφάλειας του ζητούσαν να βγει· αρνούνταν. Τελικά έφυγε από το αεροδρόμιο και έπειτα από πολλούς ελιγμούς, κρύφτηκε σε ένα ασφαλές σπίτι. Η κυβέρνηση του Μπουρούντι είπε στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών πως ο κ. Χαγκαμπιμάνα μπορούσε να πάρει άδεια και να φύγει από τη χώρα χωρίς πρόβλημα. Ο ίδιος ήξερε πως ήταν ψέμα. «Ευκαιρία είτε να με δολοφονήσουν στον δρόμο ή να με βάλουν ξανά στη φυλακή», δηλώνει στην «Κ». «Ο ίδιος άνθρωπος πριν από επτά και πλέον μήνες είχε διατάξει να με βασανίσουν», λέει αναφερόμενος στον τότε πρόεδρο του Μπουρούντι, Πιερ Νκουρουνζίζα. Σύντομα του τηλεφώνησε κάποιος που δούλευε στις μυστικές υπηρεσίες του Μπουρούντι, λέγοντας πως τον είχαν εντοπίσει. Επρεπε να φύγει από το κρησφύγετό του. Ρωτάω πώς τον βοήθησαν τόσοι άνθρωποι βάζοντας τη ζωή τους σε κίνδυνο, ειδικά ένας αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών. «Η τυραννία έχει πάντοτε πολλούς εχθρούς», απαντάει.

Οι μυστικές υπηρεσίες κατέφθασαν δεκαπέντε λεπτά αργότερα, αλλά ο Σπύρος δεν ήταν εκεί. Ηξερε πως έπρεπε να φύγει από τη χώρα και δεν θα το κατάφερνε νομίμως. Εκοψε κάθε τηλεφωνική επικοινωνία, και με τη βοήθεια λίγων ατόμων που ήξεραν πού να τον βρουν, οργάνωσαν την επιχείρηση διαφυγής του από το Μπουρούντι. Πήρε δύο μέρες, 250 χιλιόμετρα μέχρι τα γειτονικά σύνορα, τουλάχιστον 7 άτομα, πολλές μεταμφιέσεις, αυτοκίνητα, ποδήλατο, και πολύ περπάτημα. 

Μεταμφιέσεις

«Προσπάθησα να κάνω οτιδήποτε μπορούσα για να περάσω τα σύνορα χωρίς να με ανακαλύψουν», λέει, «τη στιγμή που πέρασα, ήμουν πάστορας».

Αλλες φορές φορούσε κοστούμι ή μούσια – ήταν ένας αξιωματικός που καταδίωκε το καθεστώς, αλλά ήταν επίσης γνωστό πως το μόνο που είχε κάνει ήταν να προστατέψει διαδηλωτές. Και έτσι, στην προσπάθειά του να φύγει, είχε βοήθεια. Ο οδηγός κάθε αυτοκινήτου στο οποίο έμπαινε, συνεννοούνταν με κάποιον άλλον για το επόμενο στάδιο, στο οποίο θα φυγαδεύονταν και οι δύο. Οταν αναγκάστηκε να περπατήσει με τα πόδια μέχρι τα γειτονικά σύνορα, κάποιος του έδειχνε τον δρόμο μέσα από τα άγνωστα μονοπάτια προς την ελευθερία. Εφτασε στα σύνορα το μεσημέρι της 14ης Φεβρουαρίου (μου εκμυστηρεύεται σε ποια χώρα πήγε), αλλά δεν νιώθει έτοιμος να το πει ακόμα δημοσίως. Παραδόξως, με το που πέρασε τα σύνορα δεν αισθάνθηκε ελεύθερος. «Ενα μεγάλο μέρος του φόβου έφυγε, αλλά ένιωθα πάρα πολύ άσχημα για την κατάσταση πίσω στη χώρα». Ηταν και ο τρόπος που έφυγε, σαν κακοποιός. «Δεν υπήρχε λόγος να γινόταν έτσι, γιατί;» αναρωτιέται ρητορικά. «Γιατί δεν θέλησα να σκοτώσω».

Στη γειτονική χώρα έφτασε με ελάχιστα πράγματα (οι μυστικές υπηρεσίες είχαν αρπάξει ακόμα και τη βέρα του), τα ρούχα που είχε στη φυλακή, λίγες φωτογραφίες, λίγα χρήματα. Στις 25 Φεβρουαρίου προσγειώθηκε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», τότε ηρέμησε. «Ενιωσα χαλάρωση». Αυτό το συναίσθημα δεν του έχει φύγει, ακόμα κι όταν πλέον επιστρέφει στην Αθήνα από ένα ταξίδι. «Κάθε φορά που προσγειώνομαι στο “Ελευθέριος Βενιζέλος” νιώθω ελευθερία», λέει ο κ. Χαγκαμπιμάνα, «νιώθω ασφάλεια». «Παλιά με ενοχλούσε να τα πω», δηλώνει, οι καταστάσεις που βίωσε δεν περιγράφονται. Μέχρι το 2018 φοβόταν πως ο πρόεδρος θα έκανε γενοκτονία: «Είχε ανοίξει τάφους προκειμένου όταν θα ξεκινήσει να σκοτώνει αντιπάλους να μη χρειαστεί να σκάψει άλλους. Το φαντάζεσαι;».

Ο κ. Χαγκαμπιμάνα ήρθε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’90, φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στη Νομική Σχολή Αθηνών και δημιούργησε δεσμούς τόσο δυνατούς, που βοήθησαν να δημιουργηθούν πιέσεις από το ελληνικό κράτος και την Ευρωπαϊκή Ενωση για την απελευθέρωσή του – αναφέρεται στον εαυτό του με το όνομα που πήρε όταν βαφτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος, Σπύρος.

Λατρεύει την Ελλάδα και τους Ελληνες, δηλώνει πως έχει επιλέξει τη Νέα Δημοκρατία ως πολιτική του οικογένεια γιατί πιστεύει πως δίνει λύσεις χωρίς να λαϊκίζει. Δέχθηκε την επιχειρησιακή του θέση στο υπουργείο για να προσφέρει στη χώρα και να βοηθήσει ανθρώπους των οποίων τις εμπειρίες καταλαβαίνει, αναφέρει.

Επέλεξε την Ελλάδα για πατρίδα χάρη στην πολιτική της παράδοση. «Μ’ αρέσει αυτή η κοινωνία που πιστεύει βαθιά στη δημοκρατία και στην ελευθερία», λέει στην «Κ», «μ’ αρέσει αυτή η πατρίδα που σέβεται τους ανθρώπους, τους πολίτες και που τους δίνει ίσες ευκαιρίες». Τι σημαίνει ελευθερία για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει τόσο έντονα τη στέρησή της; «Ελευθερία σημαίνει ζωή, έτσι όπως γεννιέται ο άνθρωπος ελεύθερος, έτσι πρέπει να ζήσει», αναφέρει στην «Κ». «Το αντίθετο είναι κατά της ζωής».