ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μεταξύ κράτους και εθνότητος – Του Στέλιου Ράμφου

metaxy-kratoys-kai-ethnotitos-amp-8211-toy-stelioy-ramfoy-561413110

Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) είναι από τους πρωτεργάτες του ελεύθερου ελληνισμού. Εξέφρασε με δημιουργική συνέπεια την νεωτερική τάση η οποία διαμορφωνόταν στην περιφέρεια της νεοελληνικής κοινωνίας την περίοδο του Διαφωτισμού και της Επαναστάσεως. Εμπορος και λόγιος, Χιώτης και Ευρωπαίος, πολύ νέος ήρθε σε ρήξη με τις παραδοσιακές καταβολές που έφερε και ο ίδιος, βιώνοντας την προσωπική μετάλλαξη η οποία σημάδεψε μεγάλο μέρος της τότε ελληνικής Διασποράς. Από φιλακόλουθος ορθόδοξος και αυστηρός νηστευτής, κατέληξε θεϊστής που ακολουθούσε την έλλογη κρίση και τις κοσμικές αξίες της ατομικής ελευθερίας. Εζησε την γαλλική επανάσταση και αποφάσισε να εργασθεί για να αφυπνισθούν οι σκλαβωμένοι Ελληνες. Αν εξαιρέσουμε μία πολύ σύντομη αρχική περίοδο πολιτικού ριζοσπαστισμού, υπήρξε μετριοπαθής φιλελεύθερος. Απέδιδε στην τουρκοκρατία τον ξεπεσμό των Ελλήνων και θεωρούσε προϋπόθεση της παλιγγενεσίας μία ελευθερία θεμελιωμένη στην παιδεία, την οποία θα βοηθούσε αποφασιστικά η αναμόρφωση της γλώσσας.
 
Με αφορμή το Σύνταγμα της Επιδαύρου, ο Κοραής έγραψε το 1823 τις «Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (πρόσφατη έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, με επιστημονική επιμέλεια του Π. Κιτρομηλίδη) όπου αναπτύσσει διεξοδικά τις αντιλήψεις του για την συγκρότηση του εθνικού κράτους ως ενότητος ίσων και ελευθέρων πολιτών. Εκεί, στην προοπτική του δημοκρατικού φιλελευθερισμού, θα μεταγράψει θεσμικά τους όρους μιας περιορισμένης στο ελάχιστο δυνατόν παρουσίας του κράτους στην κοινωνική ζωή.
 
Κύριο μέλημα των συντακτών του πολιτεύματος της Επιδαύρου ήταν να συστήσουν τις εξουσίες του νεοελληνικού εθνικού κράτους σύμφωνα με τις αρχές των ατομικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας του ατόμου. Ομως στο τελικό κείμενο η οργάνωση των κρατικών εξουσιών έγινε υπό την σκιά του ανταγωνισμού της φατρίας των προυχόντων και εκείνης των πολιτικών, ενώ η φατρία των στρατιωτικών απουσίαζε, καθώς στις «εκλογές» πληρεξουσίων για την Εθνοσυνέλευση αποκλείσθηκαν. Με τον όρο «φατρία» οι ιστορικοί δηλώνουν συνασπισμό οικογενειακών, τοπικών ή άλλων συμφερόντων, χωρίς το στοιχείο των προγραμματικών ιδεών που χαρακτηρίζει τα κόμματα. Οι μεν προύχοντες ήθελαν να διατηρήσουν τα πατροπαράδοτα προνόμια και στο ανεξάρτητο κράτος, οι δε πολιτικοί να οικοδομήσουν μία κεντρική εξουσία στην οποία να πρωταγωνιστούν. Εκτός αυτής της αντιπαλότητος, στο σκεπτικό των σχεδιαστών του πολιτεύματος βάρυνε επί πλέον η ανάγκη να καθησυχασθεί η διεθνής κοινή γνώμη και η Ιερά Συμμαχία, όσον αφορά τον καθαρά απελευθερωτικό χαρακτήρα του αγώνα των Ελλήνων.

Αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών και επιταγών ήταν ένα «πρωτότυπο» σύνταγμα, υπό την έννοια πως ό,τι έδινε το έπαιρνε πίσω, οπότε έμεινε ανεφάρμοστο. Το Βουλευτικό, που ήλεγχαν οι προεστοί, υπερείχε του Εκτελεστικού, στο οποίο ηγούνταν οι πολιτικοί, καθώς το πρώτο διέθετε την ευχέρεια να κηρύσσει έκπτωτα τα μέλη του δευτέρου συμπεριλαμβανομένων και των υπουργών. Το Εκτελεστικό πάλι επεκύρωνε τους νόμους του Βουλευτικού. Οι επαναστατημένοι Ελληνες διεκδικούσαν μία ελεύθερη ζωή, η οποία περνούσε από την αμοιβαία τους αποδυνάμωση και όχι από την συνεργασία. Αυτή ήταν η κυρίαρχη βούληση πίσω από το γράμμα του Συντάγματος.
 
Με τις «Σημειώσεις» ο Κοραής επεχείρησε να μεταβάλει τις γενικότερες πεποιθήσεις του σε συνταγματικές ρυθμίσεις και να συμβάλει στην μετατροπή της παραδόσιμης κοινότητος σε νεωτερικό εθνικό κράτος. Οι παρατηρήσεις του προέκυπταν από συνολική αντίληψη για το μέλλον της Ελλάδος υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Οχι χωρίς αβαρίες, αν κρίνει κανείς από τα γραφόμενά του περί ιδιοκτησίας (παρ. ζ΄), την οποία, μαζί με τον τρέχοντα τότε φιλελευθερισμό, επεξέτεινε πέρα των άψυχων στις γυναίκες και στα τέκνα, όπως και στην θρησκεία, προνόμιο επίσης του συζύγου.
 
Ο φιλελευθερισμός του Κοραή αποτυπώνεται στην αξίωση το κράτος να μην αναπτύσσεται εις βάρος του πολίτη και των δικαιωμάτων του. Αντιτίθεται στον πληθωρισμό των δημοσίων υπηρεσιών, με εξαίρεση την παιδεία, για την οποία προτείνει να συσταθεί ιδιαίτερο υπουργείο (παρ. κβ΄)· επιμένει στην αποδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας και στον έλεγχό της από την νομοθετική, προτείνει μάλιστα την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων της στην απόκεντρη κοινότητα. Επί πλέον αντιδρά στην δημιουργία τακτικού στρατού, τον οποίο θεωρεί δυνητικά παράγοντα γιγαντισμού των κρατικών δαπανών και όργανο τυραννικής εξουσίας. Γενικώς απορρίπτει τα ιεραρχικά συστήματα επειδή αντιβαίνουν στην φυσική ισότητα και ευνοούν την απολυταρχία. Κάθε μορφή ενθαρρύνσεως του αριστοκρατισμού όπως οι τίτλοι ευγενείας ή τα κληρονομικά αξιώματα, τον βρίσκουν απέναντι, ενώ δεν υποφέρει την ιδέα ενός μοναρχικού πολιτεύματος στην Ελλάδα, ιδέα σε πολλούς προσφιλή, η οποία και επικράτησε στο τέλος του Αγώνα. 
Ο κοραϊκός σχολιασμός των σχέσεων πολιτείας και θρησκείας επιτρέπει να καταλάβουμε το υπόβαθρο της συλλογιστικής του. Το «προσωρινόν πολίτευμα» αρχίζει με τα εξής: «Η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας· ανέχεται όμως η Διοίκηση της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκεία και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως». Παρόμοια διατύπωση και ρύθμιση συναντούμε στο τρίτο άρθρο παρ. 1 του σημερινού μας Συντάγματος («Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού»). Μ’ άλλα λόγια ο νομοθέτης της Επιδαύρου θεμελιώνει την ανεξάρτητη ελληνική πολιτεία στην οργανική συνύπαρξη του νεωτερικού κράτους με την ορθόδοξη Εκκλησία και τους αξιακούς της συμβολισμούς, οι οποίοι διαμορφώνουν εθνική συνέχεια αιώνων, συνύπαρξη που θα συζητήσει εκτενώς ο Κοραής εδώ από την πλευρά του.
 
Μεταξύ της εννόμου τάξεως, η οποία υπηρετεί την κρατική δομή, και της σημασίας ιστορικών δεδομένων, όπως η θρησκεία, που αιμοδοτούν ευθέως την ζωή και γεννούν μαζί με άλλους συντελεστές, όπως η γλώσσα, την εθνότητα, υφίσταται μια διαφορά την οποία ο Κοραής ίσως να ψυχανεμίζεται, πάντως δεν θίγει: Το νεωτερικό κράτος είναι έργο ειδημόνων· το έθνος προεκτείνει την προνεωτερική συνθήκη και περιλαμβάνει ως ενιαίο σύνολο τους πάντες. Παρακάμπτει λοιπόν τους διακριτούς πόλους Εκκλησία – Πολιτεία και την σημασία τους, για να συγκεντρώσει την προσοχή του στην συνέργειά τους εντός της κρατικής λειτουργίας, την οποία εκφράζουν το «επικρατούσα», το «ανέχεται» και το «ακωλύτως». Τα δύο πρώτα πλήττουν την ισότητα των πολιτών, ενώ με το τρίτο η πολιτεία περιορίζει την τέλεση των ιεροπραξιών εντός των ναών και των περιβόλων τους: «Η αληθινή θρησκεία ούτε σαλπίζεται ούτε καμπανίζεται, επειδή είναι της ψυχής αόρατος προς τον αόρατον Θεόν αναφορά. «Κατ’ εξοχήν επικοινωνία με τον Θεό θεωρεί την προσευχή και η προσευχή είναι αμεσίτευτο από τελετουργικά εσωτερικό έργο.
 
Στην Ορθοδοξία η επικοινωνία με τον Θεό μεσιτεύεται από την Εκκλησία, τα δόγματα και τις ιεροπραξίες της· ο ρωμαιοκαθολικισμός προσθέτει στην εκκλησιαστική μεσολάβηση την αμεσότητα των καλών έργων, ενώ η Διαμαρτύρηση καταργεί την μεσολαβητική διαδικασία υπέρ της εσωτερικής επικοινωνίας του πιστού ευθέως με τον Θεό. Το ποιοτικό προβάδισμα της προτεσταντικής κοπής κοινωνιών επί των άλλων οφείλεται ακριβώς σ’ αυτή την πνευματική επιλογή όπως και η εκλογίκευση του συναισθήματος.
 
Εν ονόματι της ισότητος των πολιτών, ο Κοραής αποκρούει κατηγορηματικά την ιδέα της κρατικής ανοχής μειοψηφικών θρησκευτικών πεποιθήσεων μεταξύ ίσων και ελευθέρων πολιτών, των οποίων η τιμή, η ασφάλεια και η ιδιοκτησία προστατεύονται από τον νόμο, ανοχής η οποία περιλαμβάνει «και αυτούς τους λογισμούς, τας δόξας και τας υπολήψεις καθενός». Το Δημόσιο οφείλει να σέβεται όλες τις θρησκείες εξ ίσου, να τις εντάσσει ωστόσο στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Κοραής θεωρεί αναγκαίον όρο ευνομίας τον διαχωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Εξ ου και απορρίπτει την ιδέα της επίσημης θρησκείας στην ανεξάρτητη Ελλάδα. Γι’ αυτόν η θρησκεία αποτελεί καθαρά εσωτερική υπόθεση των πιστών. Το δημόσιο του πολιτικού βίου είναι ασύμβατο με το ιδιωτικό του θρησκευτικού.
 
Ο Διαφωτισμός θεμελιώνει την κοινωνία στην λογική της κρατικής οργανώσεως και των δικαιωμάτων. Αποκλείει έτσι την δυνατότητα του θρησκευτικού πυρήνα της εθνότητος να προσφέρει στο νεωτερικό εθνικό κράτος πνευματικό υλικό διαχρονικής συνεχείας και ανανεώσεως. Μπορεί ο Κοραής να ενεργούσε ως πολιορκητικός κριός του φιλελευθερισμού, να μετέφερε την σοφία των αρχαίων κλασικών στον αναγεννώμενο ελληνισμό, ή να επεχείρησε καθάρσιο συγκερασμό του λόγου με το ακαλλιέργητο λαϊκό ιδίωμα, αλλά παρέβλεψε το βάθος των συναισθημάτων που τροφοδοτούν τις ελπίδες και τις αγωνίες των ανθρώπων. Η καθοριστική βαρύτητα που απέδιδε στην πίεση των περιστάσεων, τον έκανε να αδιαφορεί περιφρονητικά για την βυζαντινή Ελλάδα, την οποία αντιμετώπιζε αποκλειστικά σαν περίοδο προλήψεων και δεισιδαιμονιών. Απομόνωνε το συγχρονικό εθνικό από το διαχρονικό εθνοτικό στοιχείο, χωρίς να συνειδητοποιεί, εν αντιθέσει προς τον Καποδίστρια, ότι μ’ αυτό τον τρόπο το κράτος θα ερχόταν σε σύγκρουση με την κοινωνία και ο ελληνισμός θα βίωνε μακροχρονίως μια αποσυνθετική σύγχυση αισθημάτων. Μπορεί το κράτος να ενεργεί στα πλαίσια των αναγκών του ιστορικού παρόντος, όμως οι «ανάγκες» των λαών απλώνουν τις ρίζες τους βαθιά πίσω στον χρόνο.
 
Επηρεασμένος από το νεωτερικό όραμα του φιλελεύθερου σύγχρονου κράτους, ο Κοραής αντιπαρήλθε τα μακραίωνα ψυχικά του ριζώματα, εις βάρος της συλλογικής μας ωριμάνσεως. Στο όνομα της «μετακενώσεως» στα καθ’ ημάς των ευρωπαϊκών αξιών, ιδέας με αδιαμφισβήτητη γονιμότητα, απέκλεισε το απαραίτητο μιας συνυπάρξεως του εθνοτικού με το εθνικό, προκαλώντας ένα κενό σταθερού πεδίου εμπιστοσύνης και συνεννοήσεως. Ο Διαφωτισμός υποβλέπει το θρησκευτικό φαινόμενο, μολονότι εκείνο συνιστά ψυχικό ρίζωμα της εθνικής ταυτότητος και η λογική του υπερτερεί καταφανώς της λογικής του αιτίου και του αποτελέσματος. Ομως δεν πρόκειται για μεγέθη ασύμβατα. Η εθνοτική παράδοση, ως γνωστόν (βλ. Anthony D. Smith, «Τhe Αntiquity of Νations», 2004), απεργάζεται σε ψυχικό επίπεδο την κοινωνική συνοχή με το κύρος των συμβολισμών της, οι οποίοι στηρίζουν την ιστορική μνήμη και την ιδιοπροσωπία του λαού, ενώ το εθνικό κράτος την εγγυάται πολιτικά.
 
Οταν η Εκκλησία ενσωματώνεται θεσμικά στην κρατική δομή, οι δεσμοί τους οποίους κτίζει μεταξύ των πιστών με τους αποχυμωμένους συμβολισμούς της διέπονται από μονοτονία του συναισθήματος, η οποία βρίσκει εύκολα διέξοδο στην δεισιδαιμονική τυποκρατία. Η πίστη παύει να αποτελεί βεβαιότητα ελευθερίας από τα φυσικά μας όρια και γίνεται ζηλωτική προσχώρηση σε αδιάλλακτες αλήθειες. Ακολουθεί αναπόφευκτα η αδυναμία να νοηματοδοτηθεί η ελευθερία της πίστεως και να παραχθεί ιστορική ενέργεια.
 
Αντιθέτως, η διατήρηση της καθαυτό θρησκευτικής πραγματικότητος και της διαρκείας της παραχωρεί στην αποκρατικοποιημένη Εκκλησία να συνδέει την πίστη με την ιστορική συνείδηση σε μία αέναη ερμηνευτική κατανόηση των συμβολισμών της, αντί να τους παραδίδει στην ασφυξία του άχρονου τελετουργικού. Σ’ αυτή την περίπτωση τα εκκλησιαστικά σύμβολα δημιουργούν χώρο για τον σύγχρονο άνθρωπο, ενώ με την ακινησία τους τον κρατούν ψυχικά ανήλικο. Η ζωντάνια της πίστεως ενώνει την μακραίωνα πνοή της εθνότητος με το πνεύμα του εθνικού κράτους σ’ ένα καινούργιο χρόνο. Πιεζόμενο από τις συγκυρίες, το εθνικό κράτος αδυνατεί να νοηματοδοτήσει το παρελθόν ώστε να το κατανοήσει στο συνεχές της σπουδαιότητός του και καταφεύγει σε ματαιόσπουδες ρητορικές είτε σε τεχνικές του αποτελέσματος, με παντελή αδιαφορία για τον πολιτισμό. Τότε ο γραμμικός χρόνος αυξάνει εις βάρος του ψυχικού, οπότε η λειτουργική δομή αντικαθιστά τις αξίες.
 
Οι παρατηρήσεις του Κοραή για το Σύνταγμα της Επιδαύρου και ειδικώς για το αναγκαίο του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας ήταν ορθές, αλλά χωρίς ιστορικό ορίζοντα. Συνέχεε προφανώς το τελετουργικό στο οποίο επιβεβαιωνόμαστε περιοδικά, με το τελετουργικό σαν χρόνο στον οποίο μονίμως υπάρχουμε. Με τον χωρισμό τους, το μεν κράτος δημιουργεί χρόνο που ελευθερώνει το παρελθόν από την απολίθωση, αφήνοντάς το να ζει με τον πλούτο της σημασίας του, η δε Εκκλησία μπορεί να υπάρχει στον χρόνο αναστάσιμα. Πρόκειται για δικό μας γόρδιο δεσμό, που ίσως ήρθε η ώρα να κόψουμε. Μένει ένας Αλέξανδρος.
 
* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.