ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι πιθανότητες μόλυνσης και νόσησης για εμβολιασμένους

oi-pithanotites-molynsis-kai-nosisis-gia-emvoliasmenoys-561449635

Την ανάγκη πιστής τήρησης των μέτρων ατομικής προστασίας, όπως είναι η χρήση μάσκας, η τήρηση των αποστάσεων και η υγιεινή των χεριών σε περιστάσεις με υψηλό συγχρωτισμό, ακόμα και από τους πλήρως εμβολιασμένους, τονίζουν οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θάνος Δημόπουλος και Γκίκας Μαγιορκίνης, επισημαίνοντας ότι η διαρκής έκθεση σε υψηλά ιικά φορτία είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μόλυνση ακόμα και όσους έχουν εμβολιαστεί. Ξεκαθαρίζουν ότι ένας πλήρως εμβολιασμένος έχει έως τρεις φορές μικρότερες πιθανότητες να μολυνθεί έπειτα από έκθεση στον ιό από το εάν δεν είχε κάνει το εμβόλιο, και εφόσον μολυνθεί, η πιθανότητα να νοσήσει βαριά είναι μειωμένη κατά οκτώ φορές.

Με αφορμή τα περιστατικά εμβολιασμένων που βρίσκονται θετικοί στον SARS-CoV-2 και τα οποία αναφέρονται όλο και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα, οι καθηγητές εξηγούν τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό, υπενθυμίζοντας ότι ναι μεν τα εμβόλια «εκπαιδεύουν» το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίζει εγκαίρως τους εισβολείς πριν προκαλέσουν σημαντικό πρόβλημα, αλλά κανένα εμβόλιο δεν μπορεί να προσφέρει 100% προστασία. Ειδικότερα, όπως σημειώνουν, «αφενός δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να κτίσουν ανοσολογική απάντηση με την ίδια αποτελεσματικότητα, αφετέρου, η όποια ανοσολογική απάντηση είναι πεπερασμένη στην ισχύ της. Οπως ένας στρατός μπορεί να αντιμετωπίσει έναν πεπερασμένο αριθμό εισβολέων σε μια χρονική στιγμή, με τον ίδιο τρόπο το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει έναν πεπερασμένο αριθμό ιών σε μια χρονική στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πιθανότητα να είναι επιτυχής η εισβολή του ιού μπορεί να μην μηδενίζεται, αλλά μειώνεται δραματικά με τον εμβολιασμό».

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας εμβολιασμένος έχει τρεις φορές μικρότερη πιθανότητα μόλυνσης από έναν μη εμβολιασμένο, σε έναν πληθυσμό που έχει εμβολιασθεί πλήρως το 70% αναμένουμε φυσιολογικά το 40% των διαγνώσεων να αφορά εμβολιασμένους και το 60% όσους δεν έχουν κάνει το εμβόλιο.

Οπως αναφέρουν οι καθηγητές, «αν δεν είχε γίνει εμβολιασμός, ο αριθμός των κρουσμάτων θα ήταν τουλάχιστον τρεις φορές υψηλότερος και αυτό χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι οι εμβολιασμένοι έχουν πολύ μικρότερη πιθανότητα να μεταδώσουν τον ιό όταν κολλήσουν. Πρόκειται λοιπόν για μια δραματική μείωση κατ’ αρχήν στον αριθμό των κρουσμάτων. Επιπλέον, αυτό το 40% των εμβολιασμένων που έχουν μολυνθεί έχουν σημαντικά μικρότερη πιθανότητα να κάνουν βαριά νόσο, συνεπώς πολύ λίγοι θα οδηγηθούν σε νοσοκομεία, μονάδες εντατικής θεραπείας ή και θα καταλήξουν».

Καταλήγοντας οι δύο πανεπιστημιακοί επισημαίνουν ότι «θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι η ανοσολογική απάντηση, ακόμα και από το πιο ισχυρό εμβόλιο, είναι πεπερασμένη. Συνεπώς, η διαρκής έκθεση σε υψηλά ιικά φορτία, δηλαδή οι επαφές πολύ υψηλού κινδύνου, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μόλυνση ακόμα και τους πλήρως εμβολιασμένους με ισχυρή ανοσολογική απάντηση. Για αυτό τον λόγο οι εμβολιασμένοι, στις δραστηριότητες πολύ υψηλού κινδύνου, θα πρέπει να διατηρούν τα μέτρα ατομικής προστασίας και προσωπικής υγιεινής, ιδίως όταν πρόκειται για ευπαθείς ομάδες».