ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Φωτιά στην Εύβοια: Αυτό το νεκρό δάσος ήταν το ψωμί μας, τώρα χάθηκαν όλα…

Φωτιά στην Εύβοια: Αυτό το νεκρό δάσος ήταν το ψωμί μας, τώρα χάθηκαν όλα…

«Εκείνο που με στενοχωρεί είναι ότι τα παιδιά μου θα μεγαλώσουν σε έναν άλλο τόπο από εκείνον όπου ζούσαμε μέχρι σήμερα», συνοψίζει δραματικά στην «Κ» ο δήμαρχος Ιστιαίας Γιάννης Κοντζιάς και ο διευθυντής του γραφείου του συμπυκνώνει το πρόβλημα των ντόπιων πιο δραματικά: «Είμαι 47 ετών και δεν θα ξαναδώ δάσος». Ο κόσμος που εξαφανίσθηκε το τελευταίο δεκαήμερο στη βόρεια Εύβοια ήταν μια οικονομία του δάσους. Οι κουβέντες της «Κ» με τους ντόπιους έγιναν την ημέρα των εξαγγελιών της κυβέρνησης και της τοποθέτησης του Σταύρου Μπένου ως υπεύθυνου για την «αναγέννηση» της περιοχής, ενώ οι φλόγες απειλούσαν ακόμα για ένατη μέρα πάνω από την Ιστιαία. Ο κ. Μπένος, που γνωρίζει την περιοχή, κρατάει τα χαρτιά του –λογικό– για την ώρα κλειστά. Ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση – πρόκληση γιατί θεωρεί «εθνικό καθήκον» την ανοικοδόμηση της περιοχής, αλλά εδώ λείπει κάτι που υπήρχε στην Καλαμάτα τη δεκαετία του ’80. 

«Οι σχέσεις μας, η οικονομία, η κοινωνία», λέει ο κ. Κοντζιάς, «καθορίζονταν από το δάσος, αυτό δεν υπάρχει πια. Και το 1977 είχε καεί δάσος εδώ, αλλά ήταν το 1/5 της έκτασης που έχει καεί τις προηγούμενες μέρες. Ο πληθυσμός ήταν νέος (σ.σ.: τώρα είναι γερασμένος) και χρήματα υπήρχαν». Και οι τρεις αυτές προϋποθέσεις λείπουν σήμερα, προσθέτει. Η Λένα Πετή έχει καφετέρια απέναντι από το δημαρχείο στο κέντρο της Ιστιαίας και τονίζει ότι «η πόλη ζει από τα χωριά, αν δεν κατέβουν αυτοί δουλειά δεν υπάρχει».

Ποιοι είναι αυτοί; Είναι 8.30 το πρωί και στεκόμαστε με τον Ηλία Γιακουμάκη μπροστά στο σύμβολο αυτού του δάσους, τους καταρράκτες του Ξηρού Ορους. Ολα γύρω καμένη γη. «Σε τέσσερα χρόνια δεν θα μπορούμε πλέον να πουλήσουμε ούτε τα καμένα κούτσουρα που θα τα δώσουμε τζάμπα. Για να κάψουμε στο τζάκι θα πηγαίνουμε να αγοράσουμε εισαγόμενο ξύλο να κάψουμε. Ποιος θα υλοτομεί εδώ; Αυτό ξέρουμε να κάνουμε». 

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και για τους ρητινοσυλλέκτες. Σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος, οι ρητινοσυλλέκτες της χώρας φτάνουν τους 1.000, αλλά πάνω από το 80% δραστηριοποιούνταν στην περιοχή. Δύο μικρότερα εργοστάσια έπαιρναν εδώ το ρετσίνι και ένα άλλο μεγαλύτερο στη Μάνδρα. Ο πρόεδρός τους Βαγγέλης Γεωργαντζής λέει ότι στην πλειοψηφία τους είναι νέοι. «Γλίτωσαν ζωές αλλά για μας η ζωή είναι αυτό το δάσος. Εχουν καεί τα δένδρα, τα εργαλεία μας και αν αρχίσουν οι βροχές θα φύγει και το χώμα», προσθέτει ο ίδιος που μένει στη Σκεπαστή, ένα χωριό στο κέντρο του ορεινού όγκου που καταστράφηκε. Ενα μεγάλο μέρος των ρητινοσυλλεκτών επέστρεψαν εδώ μετά το 2010. Συμπλήρωναν το εισόδημά τους με λίγες ελιές και κανένα μποστάνι, «τώρα χάθηκαν όλα», αναφέρει ο κ. Γεωργαντζής. Είναι μια δουλειά που την έχει μάθει από παιδί, μέσα στο δάσος. «Εχω παιδιά που σπουδάζουν, προσπαθώ να φαντασθώ την επόμενη μέρα και δεν μπορώ». Και δεν είναι μόνος του σε αυτή του την αδυναμία.

«Πευκόμελο από τη βόρεια Εύβοια δύσκολα θα ξαναφάτε τα επόμενα χρόνια», λέει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Αμανατίδης που συναντάμε στο Κυπαρίσσι πάνω από την Ιστιαία, όπου λίγα σπίτια έχουν καταστραφεί αλλά γύρω γύρω δεν έχει μείνει τίποτα. Οι μελισσοκόμοι από ολόκληρη την Ελλάδα έφερναν εδώ στη βόρεια Εύβοια τα μελίσσια τους, «τώρα πρέπει να βρουν να πάνε αλλού», λέει ο κ. Κοντζιάς. Τον κ. Αμανατίδη με τον φίλο του Νίκο Ντερμπεντέρη τους βρίσκουμε τυχαία στο Κυπαρίσσι. Ηρθαν από την παραλία εδώ. Περίμεναν αυτή τη σεζόν για να βγάλουν τα έξοδά τους. «Η περιοχή αυτή πουλάει πράσινο σε ντόπιους και ξένους τουρίστες από χώρες με μέτρια πορτοφόλια, τώρα τι θα πουλήσει;».

Ο Θόδωρος Αλεξίου από το Πευκί, που δουλεύει στην εστίαση 35 χρόνια, δεν γνώριζε τα μέτρα της κυβέρνησης όταν μιλήσαμε, έχει να κοιμηθεί πέντε μέρες ξενυχτώντας στις φωτιές. Του τα είπαμε. «Ας πούμε ότι τον πρώτο χρόνο τα παίρνουμε αν μας τα δώσουν. Πώς θα ζήσουμε τον δεύτερο χρόνο, δάσος δεν θα υπάρχει; Τον τρίτο; Τον τέταρτο; Η γυναίκα μου είναι αγρότισσα, τα δένδρα της κάηκαν. Οσο για τους ρητινοσυλλέκτες αυτοί θα φύγουν, αυτοί ζουν μέσα στο δάσος, έχουν γεννηθεί εκεί μέσα. Το θέμα δεν είναι να πάρουμε βοήθειες, το θέμα είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να δουλέψουμε. Ειλικρινά είναι πολύ δύσκολο να φαντασθώ πώς θα δημιουργηθούν οι συνθήκες αυτές χωρίς το δάσος. Εδώ ερχόσουν να ξεκουρασθείς μερικές μέρες, να φας το ψάρι σου, να έχεις τη δροσιά του δάσους».

Τα δασαρχεία

Ο κ. Γεωργαντζής θεωρεί ότι η λύση είναι η φυσική αναδάσωση. «Για να κρατήσουμε τους νέους και να μη φύγουν, εμάς δεν θα μας πάρει κανένα εργοστάσιο (σ.σ.: είναι 50 ετών), πρέπει το ξύλο αυτό που είναι τώρα καμένο να μην πάει στους εμπόρους αλλά να “πέσει” μέσα στο δάσος για να το βοηθήσει στη φυσική του αναγέννηση που την κάνει το πεύκο μόνο του. Θα βγουν χιλιάδες πεύκα τα επόμενα χρόνια αρκεί να σταθεροποιηθεί το χώμα και να ληφθούν μέτρα για την αραίωση. Για να γίνει το τελευταίο θα πρέπει να ενισχυθούν τα δύο τοπικά δασαρχεία με πρόσθετο προσωπικό ώστε να βοηθήσει στην αραίωση του δάσους. Αν αραιωθεί σωστά, θα αναγεννηθεί».