ΑΠΟΨΗ

Αισιοδοξία για το άνοιγμα των σχολείων

aisiodoxia-gia-to-anoigma-ton-scholeion-561495118

Εχουν εκφραστεί πολλές απόψεις σχετικά με το άνοιγμα των σχολείων υπό τη σκιά του τέταρτου κύματος του μεταλλαγμένου στελέχους «Δέλτα». Αναμφίβολα το άνοιγμα και το κλείσιμο των σχολείων έχει αποτελέσει ένα από τα πιο θερμά ζητήματα σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας. Σε αντίθεση με άλλες ιογενείς λοιμώξεις, η παρατήρηση ότι τα παιδιά γίνονται πιο δύσκολα φορείς της νόσου από ό,τι άλλες ηλικιακές ομάδες επαληθεύθηκε από πολλές επιδημιολογικές μελέτες. Το επαληθεύσαμε και με τα συχνά self tests την περασμένη άνοιξη. Ακόμα και η υπόθεση ότι το στέλεχος «Αλφα» μεταδίδεται ευκολότερα στα παιδιά από ό,τι στους ενήλικες δεν επαληθεύθηκε ποτέ.

Ωστόσο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του ενήλικου πληθυσμού έχει εμβολιασθεί, πλέον αναμένουμε να γείρει η «πλάστιγγα» προς το μη εμβολιασμένο τμήμα το πληθυσμού, στο οποίο ανήκουν και τα παιδιά. Αυτός είναι μάλλον ο λόγος που βλέπουμε τις άλλες ιογενείς λοιμώξεις να κυκλοφορούν συχνότερα στα παιδιά: οι μεγάλοι έχουν κάποιας μορφής ανοσία, ενώ οι μικρότεροι δεν είχαν έρθει σε επαφή με τους αντίστοιχους ιούς. Με απλά λόγια, αφού οι ενήλικοι σε μεγάλο ποσοστό έχουν ανοσία μέσω εμβολιασμού, τότε τα παιδιά θα έχουν αναλογικά περισσότερες λοιμώξεις σε σχέση με τους ενήλικες συγκριτικά με τα προηγούμενα κύματα. Είναι αυτός λόγος που θα μετατρέψει το σχολείο σε χώρο μεγαλύτερης μετάδοσης; Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που συνηγορούν ότι το σχολείο θα μπορέσει να λειτουργήσει πιο ομαλά από πέρυσι.

Κατ’ αρχήν, οι εκπαιδευτικοί σε μεγάλο ποσοστό είναι εμβολιασμένοι, με αποτέλεσμα να κολλάνε και να μεταδίδουν δυσκολότερα. Μην ξεχνάμε ότι οι εκπαιδευτικοί λόγω θέσης στο κοινωνικό δίκτυο του σχολείου (συναντιούνται με άλλους εκπαιδευτικούς από άλλες τάξεις, διδάσκουν σε πολλαπλές τάξεις) αλλά και θέσης εντός της τάξης (μιλούν την περισσότερη ώρα) αποτελούν την πιο δυναμική πηγή μετάδοσης εντός των σχολικών μονάδων. Η θεωρία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το κλείσιμο τμημάτων και σχολείων την προηγούμενη χρονιά γινόταν πιο συχνά λόγω διάγνωσης σε εκπαιδευτικό παρά σε μαθητή.

Κατά δεύτερον, όλα τα στατιστικά μοντέλα δείχνουν ότι οι πιο αποτελεσματικές πολιτικές ελέγχου της μετάδοσης στις σχολικές αίθουσες είναι το συχνό test, η χρήση της μάσκας και ο έλεγχος για συμπτώματα, ενώ η λιγότερο αποδοτική είναι η μείωση της πυκνότητας των μαθητών. Μαθηματικά μοντέλα του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, στα οποία κάνει αναφορά και ο ECDC, υπολόγισαν ότι για να επιτευχθεί 40% μείωση της μετάδοσης στις σχολικές αίθουσες μέσω μείωσης της πυκνότητας θα πρέπει οι μαθητές να χωριστούν στα τρία και να πηγαίνουν εκ περιτροπής κάθε τρεις ημέρες σχολείο εναλλάξ. Αντιθέτως, μέσω του καθολικού test μία φορά την εβδομάδα επιτυγχάνεται 70% μείωση της μετάδοσης. Οι τρέχουσες πολιτικές προβλέπουν καθολικό test δύο φορές την εβδομάδα. Οντως, στην πράξη είδαμε ότι με τη χρήση των συχνών self tests το άνοιγμα των σχολείων την περασμένη άνοιξη ήταν εξαιρετικά επιτυχημένο.

Συνοπτικά, λοιπόν, τα πρωτόκολλα που εφαρμόζονται έχουν την προοπτική θεωρητικά και στην πράξη να αποδώσουν και να έχουμε ένα πολύ πιο λειτουργικό και ασφαλές άνοιγμα σχολείων αυτήν τη χρονιά.
 
* Ο κ. Γκίκας Μαγιορκίνης είναι επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων.