ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Ο δικός μας Μίκης κατάφερε να μας ενώσει…»

Η Ελλάδα τον αποχαιρέτισε τραγουδώντας

o-dikos-mas-mikis-katafere-na-mas-enosei-561495712

Καθώς η νεκροφόρα πλησίαζε το κοιμητήριο στον Γαλατά Χανίων, κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα αιωρήθηκαν για δευτερόλεπτα στον αέρα πριν προσγειωθούν στο μαύρο αυτοκίνητο. Η σιωπή της ακολουθίας διακόπηκε από χειροκροτήματα, λες και είχε μόλις τελειώσει μια συναυλία κι ο κόσμος έδειχνε ευγνωμοσύνη μπροστά στη δημιουργία, δίνοντας λουλούδια και συγχαρητήρια. Οι περισσότεροι φώναζαν μια λέξη: Αθάνατος. Ξανά και ξανά – αθάνατος. Εκατοντάδες άνθρωποι βγήκαν την Πέμπτη στους δρόμους των Χανίων για να τιμήσουν τον Μίκη Θεοδωράκη από κοντά, μια ύστατη φορά, συνοδοιπόροι του στο τελευταίο επίγειο ταξίδι. 

Στον Γαλατά, κάτοικοι και λοιποί παρευρισκόμενοι περπάτησαν από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο κοιμητήριο, άλλοι βγήκαν στα μπαλκόνια τους ή κοιτούσαν από τα παράθυρα. Κάποιοι χειροκροτούσαν, άλλοι έκλαιγαν. Λίγο πριν το χώμα σκεπάσει τα ροδοπέταλα που σχεδόν κάλυπταν το φέρετρο, η ορχήστρα Μίκη Θεοδωράκη έπαιξε την «Αρνηση», το Περιγιάλι το κρυφό. Τους μελοποιημένους στίχους του Γιώργου Σεφέρη τραγούδησαν ο Δημήτρης Μπάσης, η Πέγκυ Ζήνα και η Μελίνα Ασλανίδου, αγκαλιασμένοι, συγκινημένοι, όπως και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι, όπως και όσοι είδαν τη σκηνή από την τηλεόρασή τους, κι όσο το μπουζούκι γλιστρούσε κι οι νότες έρρεαν, η θεσπέσια μελωδία αγκάλιαζε τον κόσμο όπως η γη τώρα ετοιμαζόταν να αγκαλιάσει τον Μίκη. «Αθάνατος», φώναξαν μόλις ειπώθηκε η τελευταία λέξη του τραγουδιού, «ζωή».

Από την ημέρα του θανάτου του στις 2 Σεπτεμβρίου, άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα –και όχι μόνο– έχουν τιμήσει με τον τρόπο τους τον Μίκη Θεοδωράκη. Ακούγοντας τα τραγούδια του, πηγαίνοντας στη Μητρόπολη Αθηνών, εκφράζοντας διά ζώσης ή στα social media πως η μεγαλειώδης μουσική του και η ιδιαίτερη προσωπικότητά του σημάδεψαν χιλιάδες ζωές μαζί, και κάθε μία ξεχωριστά. Για τα απαγορευμένα τραγούδια, που η επιλογή να τα ακούν ήταν για πολλούς πράξη αντίστασης επί χούντας. Για τους στίχους του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Γκάτσου, που ανεξαρτήτως ηλικίας ή κοινωνικής τάξης, μέσω γονιών, δασκάλων, χορωδιών, φίλων, πέρασαν από το ένα στόμα στο άλλο, από τη μια γενιά στην άλλη, έγιναν κτήμα των πολλών, η μελωδία της ιστορίας μιας χώρας κι ενός λαού συχνά πολωμένου που όμως στην τέχνη, στο πένθος, στον εορτασμό της μουσικής και ενός ανθρώπου που τη μετουσίωσε, για λίγο επιτέλους ενώθηκε.

Το βράδυ της Πέμπτης ακριβώς αυτό συνέβη στο κέντρο της Αθήνας. Ολα τα τραπέζια κατά μήκος της οδού Φειδίου ήταν κλεισμένα εδώ και μέρες, από όταν το μουσικό καφενείο στον αριθμό 2 ανακοίνωσε πως η βραδιά θα ήταν αφιερωμένη στον Μίκη Θεοδωράκη. Για τους ανθρώπους που είχαν περάσει την τελευταία εβδομάδα ακούγοντας το ένα τραγούδι μετά το άλλο μόνοι τους, η νύχτα αυτή ήρθε σαν βάλσαμο. Γι’ αυτό ήρθαν στη Φειδίου – για να τραγουδήσουν Μίκη, όλοι μαζί. 

o-dikos-mas-mikis-katafere-na-mas-enosei0
Φωτογραφία από το live που στήθηκε σε μουσικό καφενείο της οδού Φειδίου.

«Πιστεύω αυτό θα ήθελε», λέει στην «Κ» ο 30χρονος Γιώργος Λουράκης, «να είμαστε όλη μια παρέα και να ακούμε τα τραγούδια του». «Ηθελα να καθίσω κάπου και να τα ακούσω, να συγκινηθώ με όλο αυτό – μπορεί να μην έχω περάσει τη γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά έμαθα τα τραγούδια του στο σχολείο, από τον πατέρα μου, από άλλους ανθρώπους που εκτιμούσα», τονίζει. Ο κόσμος, διαφόρων ηλικιών, είναι παντού – στα τραπέζια, άλλοι στον δρόμο, κάποιοι κάθονται, άλλοι πίνουν, ακούραστοι, το ποτό τους όρθιοι. Η ορχήστρα ξεκίνησε να παίζει στις 10 – στις 2.30 το πρωί δεν έχει σταματήσει ακόμα. 

«Ηθελα να είμαι εδώ, με τον θόρυβο της πόλης και του κόσμου, αυτό να ενωθεί και να γίνει ένα με τη μουσική του Μίκη», αναφέρει στην «Κ» ο 76χρονος Δημήτρης Ραπακούλιας, και πράγματι η μουσική του ενώνει τους παρευρισκόμενους. Παρέες καλούν στο τραπέζι τους όποιον βλέπουν να είναι μόνος. Μικροί και μεγάλοι πιάνονται από το χέρι και χορεύουν στον δρόμο «Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ», στο «Στρώσε το στρώμα σου για δυο» αρχίζουν τα συρτάκια, μια κυρία χορεύει ζεϊμπέκικο το «Σαββατόβραδο», όσο μια νέα κοπέλα της χτυπάει παλαμάκια κι όλοι τραγουδούν με πάθος τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, «πάει κι απόψε τ’ όμορφο, τ’ όμορφο τ’ απόβραδο». Για όλες τις ζωές που άλλαξαν, λες κι όλα τα πάθη και τα λάθη ξορκίζονται για σήμερα, ο δρόμος σείεται στην «Αρνηση», «Ομορφη πόλη, φωνές μουσικές, απέραντοι δρόμοι, κλεμμένες ματιές», τραγουδούν αργότερα, οι φωνές γίνονται χαμογελαστές στο «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου». 

«Με τα τραγούδια του και τη μουσική του έχω ζήσει όλα μου τα χρόνια και όλες μου τις καταστάσεις», λέει η 68χρονη Ιωάννα Φίλιου. «Είμαι συγκινημένη», δηλώνει στην «Κ», «γιατί κάθε ένα από τα τραγούδια του κάτι σημαίνει». Γι’ αυτό ήθελε και ο Στράτος Στρατηγόπουλος, μουσικός και ιδιοκτήτης του «Φειδίου 2», να παίξουν Θεοδωράκη την ημέρα της κηδείας – «για να τιμήσουμε την απώλεια αυτή». «Τον αγαπούσαμε, τον λατρεύαμε, του χρωστάμε πολλά», λέει στην «Κ», «έφυγε μια κολόνα, ένας ακρογωνιαίος λίθος».

«Χαίρε, μεγάλε Ελληνα»

Την Παρασκευή το πρωί, έξω από το σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη στην Αθήνα, κάποιοι καθαρίζουν, μαζεύοντας τα λουλούδια που είχε αφήσει ο κόσμος εκεί την τελευταία εβδομάδα, κι ένα στεφάνι που γράφει «χαίρε, μεγάλε Ελληνα». Αφήνουν μόνο να κρέμεται στην είσοδο μια αφίσα που έχει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Μίκη –τα χέρια του ανοιγμένα, με τις παλάμες του να κοιτούν ψηλά–, ένα σκίτσο της Κρήτης και ένα απόφθεγμα του Νίκου Καζαντζάκη: «Ο καθένας κρατάει στους ώμους του την ευθύνη ολόκληρης της ράτσας του». «Αυτός», τονίζει ο αποστολέας, «είναι ο Μίκης».