ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

«Πρωτεύον μάθημα» πειθούς στα σχολεία οι εμβολιασμοί

proteyon-mathima-peithoys-sta-scholeia-oi-emvoliasmoi-561496756

Η ώρα του μεγάλου στοιχήματος της νέας σχολικής χρονιάς, που θα καθορίσει και την ομαλή πορεία της ή όχι, έφθασε. Η αύξηση του ποσοστού εμβολιασμών στα παιδιά άνω των 12 ετών και τους εφήβους αποτελεί μονόδρομο, σύμφωνα με τους ειδικούς, προκειμένου να περιοριστούν τα περιστατικά νόσησης στα παιδιά, τα οποία δείχνουν συνεχή αύξηση, αλλά και να τεθεί υπό έλεγχο η πανδημία πριν εξαπλωθούν οι νέες μεταλλάξεις.

Διαβάστε επίσης

Με τον καθιερωμένο αγιασμό άρχισε η νέα σχολική χρονιά (φωτογραφίες)

Αλλωστε, όσο αυξάνονται τα κρούσματα στα παιδιά τόσο πολλαπλασιάζονται και οι πιθανότητες σοβαρής νόσησης στην ομάδα που αρχικά θεωρήθηκε «άτρωτη». Παράλληλα, τα παιδιά εφόσον νοσήσουν –ακόμα και αν δεν εμφανίσουν συμπτώματα– κινδυνεύουν όσο και οι ενήλικες να επηρεαστεί η υγεία τους σε μακροχρόνια βάση. Η αύξηση του ποσοστού εμβολιασμών στα παιδιά άνω των 12 ετών εγγυάται την ασφαλή επιστροφή στα θρανία και εξασφαλίζει την απρόσκοπτη διαδικασία της διά ζώσης εκπαίδευσης. Σε διαφορετική περίπτωση ουδείς μπορεί να εγγυηθεί ότι οι μαθητές δεν θα βρεθούν και πάλι εκτός σχολικής κοινότητας, να κάνουν μάθημα μπροστά σε μια οθόνη.   

Ο ρόλος των παιδιάτρων

Εφόσον εμβολιαστεί η συντριπτική πλειονότητα των εφήβων θα μπορούσαμε να καταργήσουμε την υποχρεωτικότητα της μάσκας στις σχολικές μονάδες, τονίζει στην «Κ» ο κ. Γεώργιος Χρούσος, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής ΕΚΠΑ και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών. Εκφράζει, πάντως, την αισιοδοξία του ότι θα αυξηθούν πολύ τα ποσοστά εμβολιασμών «τώρα που εντάχθηκαν και οι παιδίατροι στη διαδικασία, δεδομένου ότι οι οικογένειες τούς έχουν εμπιστοσύνη και θα ακούσουν τις συμβουλές τους». 

Εως τώρα και ενώ η σχετική πλατφόρμα για το κλείσιμο ραντεβού έχει ανοίξει από τον Ιούλιο τα ποσοστά των παιδιών που έχουν εμβολιαστεί παραμένουν χαμηλά. Συγκεκριμένα, έχουν εμβολιαστεί 48.000 παιδιά ηλικίας 12-14 ετών (ποσοστό 13% του συνόλου) και 88.000 έφηβοι ηλικίας 15-17 ετών (ποσοστό 25%). 

Και ενώ υπό κανονικές συνθήκες ο εμβολιασμός θα σήμαινε «απελευθέρωση» και θα ήταν υπόθεση ρουτίνας, στην πράξη δεν είναι καθόλου έτσι. 
«Αρχικά είχαμε πάρει την απόφαση να μην εμβολιαστεί η κόρη μας. Σκεφτόμουν “γιατί να το κάνω αφού τα παιδιά δεν νοσούν σοβαρά”. Επειτα όμως αναλογίστηκα το σχολείο και όλο το άγχος που έχουμε περάσει. “Αν δεν βοηθήσω και εγώ, όλο αυτό δεν θα περάσει ποτέ” σκέφτηκα», λέει στην «Κ» η κ. Φαίδρα Δελή, ελεύθερη επαγγελματίας, για το πώς πήραν την απόφαση με τον σύζυγό της να εμβολιάσουν την κόρη τους, Μαρία, που φέτος θα πάει στο Γυμνάσιο. «Οταν το ανακοινώσαμε σε γνωστούς, μας κοίταζαν αποσβολωμένοι. Και η ίδια η Μαρία που στην αρχή ήταν χαρούμενη, όταν μίλησε με τους φίλους της άρχισε να έχει αμφιβολίες και να φοβάται. Φτάσαμε στο εμβολιαστικό κέντρο, και λίγο πριν κάνει το εμβόλιο, ξέσπασε σε κλάματα. Ωστόσο ήθελε να εμβολιαστεί», συμπληρώνει η κ. Δελή. Λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία αισθάνεται παράξενα. «Από τη μια νιώθω ότι έκανα αυτό που έπρεπε. Από την άλλη το έχουν κάνει τόσο λίγα παιδιά, που είναι σαν να μην έχει σημασία. Αναρωτιέμαι, είμαστε ένας λαός που με το παραμικρό πηγαίνει στον γιατρό και παίρνει φάρμακα. Αυτό σημαίνει ότι εμπιστευόμαστε την επιστήμη. Τώρα γιατί δεν θέλουμε να εμβολιαστούμε;».

Ο –σχεδόν– 17χρονος Μάνος Βένιος, ο οποίος φέτος θα πάει στη Γ΄ Λυκείου, ήθελε να εμβολιαστεί από την πρώτη στιγμή. «Ρωτήσαμε τον γιατρό και είπε να το κάνω. Το συζητήσαμε οικογενειακώς και το αποφασίσαμε. Ετσι ξεμπερδεύω και από τη διαδικασία των self tests. Αν φοβήθηκα; Οχι, εμπιστεύομαι τους γιατρούς και την επιστήμη», λέει στην «Κ». 

Τα στοιχεία δεν αφήνουν πλέον αμφιβολία ότι τα παιδιά κάθε άλλο παρά αποτελούν απροσπέλαστη για τον ιό ομάδα.  

Την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, 3.425 παιδιά ηλικίας έως 17 ετών διαγνώστηκαν με COVID-19. Σταθερά πλέον αποτελούν το 25% των νέων κρουσμάτων. «Τα παιδιά πλήττονται περισσότερο γιατί είναι η ομάδα του πληθυσμού που είναι ανεμβολίαστη. Οσο τα κρούσματα στα παιδιά ανεβαίνουν, τόσο περισσότερο –βέβαια– κάποια νοσούν βαριά και καταλήγουν στο νοσοκομείο. Το ποσοστό των παιδιών που νοσηλεύονται αυξάνεται συνεχώς», τονίζει στην «Κ» ο κ. Χρούσος. Προς το παρόν, επισημαίνει, έχουμε χάσει τρία παιδιά από COVID-19· δύο εφήβους –οι οποίοι ήταν παχύσαρκοι– και ένα μωρό. 

Μακροχρόνιες συνέπειες

proteyon-mathima-peithoys-sta-scholeia-oi-emvoliasmoi0

Το άνοιγμα των σχολείων θεωρείται βέβαιο ότι θα φέρει εκτόξευση των κρουσμάτων στα παιδιά, κάτι που εξηγείται εν μέρει και από το γεγονός ότι θα πραγματοποιείται αυξημένος αριθμός τεστ, οπότε θα αποκαλύπτονται και κρούσματα ασυμπτωματικά, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση δεν θα εντοπίζονταν. «Τα παιδιά πρέπει να εμβολιαστούν πρωταρχικά για να προφυλαχθεί η δική τους υγεία. Στην Αμερική το 1/4 των περιπτώσεων COVID-19 που εμφανίζουν συμπτώματα είναι πλέον παιδιά. Ο ιός «κατευθύνεται” σε αυτή την ομάδα εφόσον οι μεγαλύτεροι, σε μεγάλο ποσοστό, είναι εμβολιασμένοι», λέει στην «Κ» η κ. Θεοδώρα Χατζηιωάννου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης. «Επίσης ακόμα και αν τα παιδιά δεν έχουν σοβαρά συμπτώματα –αν και το ποσοστό σοβαρής νόσησης όσο αυξάνονται τα κρούσματα θα αυξάνεται– προσβάλλονται το ίδιο από τις μακροχρόνιες συνέπειες. Αν δεν κάνεις το εμβόλιο διακινδυνεύεις το παιδί σου να επιβαρυνθεί σοβαρά στο σώμα ή στον εγκέφαλο», συμπληρώνει. 

Αντίθετα οι περιπτώσεις παρενεργειών από τα εμβόλια στα παιδιά είναι σπάνιες. «Ενα στα 18.000 αγόρια παρουσιάζει περικαρδίτιδα ή μυοκαρδίτιδα κάτω του μετρίου, δηλαδή με δυνατότητα αυτοΐασης. Η  περικαρδίτιδα ή μυοκαρδίτιδα είναι συχνότερα επιπλοκή της νόσου», επισημαίνει ο κ. Χρούσος. 

Ο εμβολιασμός των παιδιών ωστόσο αποτελεί και ένα ακόμα σοβαρό όπλο για τον περιορισμό της πανδημίας. «Στα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο η διάδοση των ιώσεων είναι πολύ μεγάλη. Ολοι το γνωρίζουμε αυτό από την εμπειρία μας. Γυρνάει το παιδί από το σχολείο και κολλάει όλη η οικογένεια», λέει η κ. Χατζηιωάννου. Εφόσον όλη η οικογένεια είναι εμβολιασμένη μειώνεται κατά πολύ ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης. Οπως χαρακτηριστικά τονίζει η κ. Βάνα Παπαευαγγέλου, καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, εφόσον «οι ενήλικες έχουν τη δυνατότητα να εμβολιαστούν αυθημερόν, θεωρούμε ότι είναι καλυμμένοι όσον αφορά τη βαριά νόσηση». 

Ωστόσο, όταν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει εμβολιαστεί, τα παιδιά στην προκειμένη περίπτωση στην Ελλάδα άνω των 12 ετών είναι περίπου ένα εκατομμύριο, δίνεται η δυνατότητα στον ιό να συνεχίσει να μεταδίδεται και άρα «έχει περισσότερες ευκαιρίες να μεταλλαχθεί καταλλήλως, ώστε να συνεχίσει να μεταδίδεται», τονίζει η κ. Χατζηιωάννου.

«Αν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είχε εμβολιαστεί θα είχαμε τελειώσει με την πανδημία», καταλήγει ο κ. Χρούσος.