ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η μάχη των νέων για την εξασφάλιση στέγης

Πηγή του προβλήματος, οι κακές συνθήκες στη νεανική απασχόληση και η απουσία επαρκών ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση

i-machi-ton-neon-gia-tin-exasfalisi-stegis-561500728

Ολοένα και δυσκολότερο είναι για τους νέους στα ελληνικά αστικά κέντρα να βρουν μια αξιοπρεπή κατοικία με προσιτό ενοίκιο. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στις κακές ή επισφαλείς συνθήκες εργασίας για τους νέους, επισημαίνουν οι ειδικοί, ενώ παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την κατάσταση είναι η απουσία επαρκών ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση, η απουσία ρυθμίσεων στην αγορά ακινήτων αλλά και η κοινωνική αποδοχή που έχει η παραμονή στην οικογενειακή εστία. 

Η αρχιτέκτονας – πολεοδόμος Δήμητρα Σιατίτσα είναι ερευνήτρια για θέματα κατοικίας και την περίοδο αυτή πραγματοποιεί έρευνα για τη στέγαση των νέων στο πλαίσιο της μεταδιδακτορικής διατριβής της στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. «Εως σήμερα δεν υπάρχει στη χώρα μας μια οργανωμένη πολιτική κατοικίας, πόσο μάλλον για τους νέους. Υπάρχουν μόνο οι φοιτητικές εστίες, που είναι πολύ περιορισμένες, και το στεγαστικό επίδομα, που αφορούν μόνο μια συγκεκριμένη περίοδο, αυτή των σπουδών», εξηγεί στην «Κ». «Στις έρευνες της Eurostat αποτυπώνονται τα πολύ μεγάλα ποσοστά νέων που μένουν με τους γονείς τους και ο υψηλός μέσος όρος ηλικίας αποχώρησης από την οικογενειακή εστία. Σύμφωνα με στοιχεία του 2019, το 69,4% των νέων 18-34 ετών κατοικεί ακόμα με τους γονείς, ενώ η μέση ηλικία αποχώρησης από την εστία είναι τα 29 έτη, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι τα 25».

Τα αίτια

Οι αιτίες είναι πολλές. «Τα δεδομένα αυτά μπορούν να ερμηνευθούν με πολιτισμικά και κοινωνικά κριτήρια, δηλαδή τις ιδιαιτερότητες της νοτιοευρωπαϊκής οικογένειας. Αφορούν όμως και το ελάχιστα ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος και την απουσία στήριξης στην ανεξαρτητοποίηση των νέων, όταν αυτοί κάνουν τα πρώτα βήματά τους στην αγορά εργασίας. Οι νέοι στην Ελλάδα έχουν υψηλή ανεργία, ενώ όσοι εργάζονται έχουν χαμηλές αποδοχές, συχνά απασχολούνται με σχήματα ευέλικτης ή μερικής απασχόλησης και η εργασιακή τους ζωή χαρακτηρίζεται από επισφάλεια. Αυτή, εκτιμώ, είναι και η ρίζα του προβλήματος».

i-machi-ton-neon-gia-tin-exasfalisi-stegis0

Μέσα από τις συνεντεύξεις που πραγματοποίησε στο πλαίσιο του μεταδιδακτορικού της, η κ. Σιατίτσα καταγράφει τα διαφορετικά μοτίβα της σχέσης των νέων με την κατοικία. «Κατ’ αρχάς, πάρα πολλοί νέοι δηλώνουν ότι εξαρτώνται οικονομικά από τους γονείς τους, ακόμα κι αν δεν κατοικούν μαζί. Επιπλέον, η σχέση αυτή διατηρείται για πολλά χρόνια, συχνά μέχρι τα 40. Μια άλλη κοινή πρακτική είναι ότι πολλοί νέοι έχουν επιλέξει τα τελευταία χρόνια να επιστρέψουν στο σπίτι των γονιών τους, προτιμώντας να μην έχουν προσωπικό χώρο, προκειμένου να αποταμιεύσουν ή να έχουν καλύτερο επίπεδο κοινωνικής ζωής. Οσοι καταφέρνουν να κατοικήσουν μόνοι, συνήθως θα επιλέξουν ένα πολύ μικρό σπίτι, σε μέτρια ή κακή κατάσταση ή μακριά από τον τόπο εργασίας τους και θα συμβιβαστούν με πολύ άσχημες συνθήκες διαβίωσης, περικόπτοντας κάθε άλλη δαπάνη ώστε να υποστηρίξουν το στεγαστικό κόστος», αναφέρει. 

Σημαντικό ρόλο στη δυσκολία των νέων να βρουν μια προσιτή και αξιοπρεπή κατοικία παίζει και η μικρή προσφορά κατοικίας στα αστικά κέντρα. «Ο τομέας των μισθώσεων είναι περιορισμένος και υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός, ειδικά μετά την έλευση του Airbnb και τη στροφή των επενδυτών σε οικιστικά ακίνητα. Ως αποτέλεσμα, ασκείται μεγάλη πίεση στα μισθώματα».

Είναι τελικά πρόβλημα ή μια ελληνική ιδιαιτερότητα; «Θεωρώ ότι είναι πρόβλημα, παρότι δεν το συζητούμε ως τέτοιο γιατί είναι γενικά κοινωνικά αποδεκτό να μένεις με τους γονείς σου», εκτιμά η κ. Σιατίτσα. «Είναι μια κατάσταση που κρύβει πολλά προβλήματα, όπως η καθυστερημένη χειραφέτηση των ανθρώπων, η έλλειψη οικονομικής ανεξαρτησίας. Για εμένα, η όποια πολιτική πρέπει πρώτα να εστιάσει στην πηγή του προβλήματος, που είναι η εργασία. Οσον αφορά την κατοικία, στη χώρα μας υπάρχει μεγάλο κτιριακό απόθεμα που είναι κενό και θα μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί για νέους και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Οι δήμοι θα έπρεπε να παίξουν ενεργό ρόλο, αλλά δεν έχουν ακίνητη περιουσία αυτού του είδους ή επαρκείς πόρους – ας μην ξεχνάμε ότι οι δήμοι ζήτησαν να τους μεταβιβαστούν όσα ακίνητα καταγραφούν στο κτηματολόγιο ως αγνώστου ιδιοκτήτη, κάτι που ακόμα κι αν γίνει αποδεκτό θα αργήσει. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να δοκιμαστούν συνέργειες και νέα σχήματα. Σε κάθε περίπτωση, η αγορά των μισθώσεων –μακροχρόνιων ή τύπου Airbnb– χρειάζεται ρυθμιστικές παρεμβάσεις, παράλληλα με την ανάπτυξη μιας νέας πολιτικής για τη στήριξη της κατοικίας».