ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

«Η αξιολόγηση εκπαιδευτικών δεν έχει ποινολόγιο»

Πρέπει να αποτιμηθεί το έργο των σχολείων

i-axiologisi-ekpaideytikon-den-echei-poinologio-561522268

Η αξιολόγηση θα προχωρήσει. Οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν κάτι να φοβηθούν, δεν είναι τιμωρητική. Το πολιτικό μήνυμα που στέλνει η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως στους περίπου 150.000 εκπαιδευτικούς είναι σαφές, την ίδια στιγμή που η σύγκρουση με τις συνδικαλιστές ηγεσίες του κλάδου είναι μετωπική. Η απεργία-αποχή που κήρυξαν η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ από τις διαδικασίες της αξιολόγησης κηρύχθηκε παράνομη ύστερα από την αγωγή της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας. Πλειοψηφία συλλόγων διδασκόντων αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις διαδικασίες της αξιολόγησης, όμως –σε πολλές περιπτώσεις– η απόφασή τους ελήφθη μετά την πίεση των συνδικαλιστών αριστερών παρατάξεων, πολιτικά υποκινούμενων. Ενα επιχείρημα των αριστερών συνδικαλιστών είναι πως η αξιολόγηση δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε απόλυση εκπαιδευτικών, τροφοδοτώντας την αντίληψη ότι η όποια αξιολόγηση υποκρύπτει την πρόθεση των κυβερνώντων να προχωρήσουν σε απολύσεις. Αυτό διαψεύδεται από το υπουργείο Παιδείας. Το υπουργείο επέλεξε να προσφύγει στο δικαστήριο –κομβικά σημεία της αγωγής παρουσιάζει σήμερα η «Κ»– παρά να επιβάλει εκ των υστέρων ποινές σε εκπαιδευτικούς, όπως συνέβη επί ΣΥΡΙΖΑ. Τακτική που αποδυναμώνει τη φαρέτρα των επιχειρημάτων της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

Συγκεκριμένα, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας τονίζει προς πάσα κατεύθυνση ότι επιτέλους πρέπει να υπάρξει αποτίμηση του έργου που παράγεται στα ελληνικά σχολεία. Και αυτό διότι εδώ και 40 χρόνια, μεταπολιτευτικά, ουδέποτε υπήρξε αξιολόγηση/αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, ούτε των εκπαιδευτικών. 

Κατά το προηγούμενο σχολικό έτος σχεδόν το 90% των συλλόγων διδασκόντων αρνήθηκε να προχωρήσει τις διαδικασίες της αξιολόγησης. Το ίδιο αποφάσισαν η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ κατά τη νέα σχολική χρονιά. Κήρυξαν απεργία-αποχή από την αξιολόγηση. Με βάση τον νόμο 4692/2020, έως τις 30/9 οι σύλλογοι διδασκόντων των περίπου 14.000 σχολικών μονάδων της χώρας έπρεπε να έχουν ολοκληρώσει τον ετήσιο συλλογικό προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου, ώστε να υποβληθεί έως 20/10 σε ειδική πλατφόρμα του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). Ετσι, καθώς εξέπνευσε η προθεσμία, η ηγεσία του υπουργείου κατέθεσε αγωγή ζητώντας να απαγορευθεί η συνέχιση της απεργίας-αποχής.

«Οι ομοσπονδίες έχουν επιλέξει να απεργούν αποκλειστικώς από τη διαδικασία αξιολόγησης εκπαιδευτικού έργου έτσι ώστε –καθ’ ομολογίαν τους– να παράσχουν “κάλυψη” σε όσους δεν επιθυμούν την αξιολόγηση αυτή, δηλαδή να προσδώσουν μια επίφαση νομιμότητας στην επίμαχη, ακραία παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος και των εργασιακών υποχρεώσεων των απεργών, προκειμένου να αποφύγουν συγχρόνως την πειθαρχική τους τιμωρία και τη σοβαρή περικοπή των αποδοχών», λέει η αγωγή του υπουργείου. Δηλαδή κάνουν απεργία χωρίς την απώλεια μισθού, όπως όλοι γνωρίζουμε κατά τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Και το υπουργείο συνεχίζει τονίζοντας ότι οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες «ανοίγουν τον δρόμο ώστε μελλοντικώς οι ίδιες να καθορίζουν τα πάντα στην εκπαίδευση, καθώς αύριο μπορεί να επιλέξουν να απεργήσουν από τη διδασκαλία της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης των ειδών, μεθαύριο από την επιτήρηση των μαθητών, σε μερικούς μήνες από την παράδοση βαθμολογίας, την επόμενη χρονιά από τη διδασκαλία των εγκεκριμένων βιβλίων κ.ο.κ. Αντίστοιχα, ένας εργάτης εργοταξίου μπορεί να απεργήσει από το καθήκον να φέρει κράνος, ένας υγειονομικός από την υποχρέωση πλυσίματος των χεριών του και ένας πυροσβέστης ειδικώς και μόνον από τη χρήση νερού».

Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου προκάλεσε αμηχανία στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» επιλέγουν να προσφύγουν σε δεύτερο βαθμό κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο η απεργία θα είναι σε ισχύ μέχρι να τελεσιδικήσει. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε να ζητήσουν από το Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ αύριο να επαναπροκηρύξει την απεργία, έτσι ώστε να καλυφθούν εκ νέου οι εκπαιδευτικοί. Ωστόσο, σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία, όταν μια απεργία κριθεί παράνομη δεν μπορεί σε δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό επίπεδο να προκηρυχθεί πάλι.

Ωστόσο, εκτός από τους τακτικισμούς, οι ηγεσίες των ομοσπονδιών καλούνται να εξηγήσουν στην κοινωνία γιατί αρνούνται την αξιολόγηση έπειτα από 40 χρόνια. Και αυτό όταν είναι δεδομένο –πολλοί εκπαιδευτικοί, ακόμη και συνδικαλιστές, το ομολογούν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους– ότι η αξιολόγηση είναι… λάιτ. 

i-axiologisi-ekpaideytikon-den-echei-poinologio0

Σε τετράβαθμη κλίμακα

Χαρακτηριστικά, η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας θα γίνεται σε επίπεδο θεματικού άξονα σε τετράβαθμη κλίμακα. 1: μη επαρκής λειτουργία, με αρκετά σημεία προς βελτίωση. 2: επαρκής λειτουργία, με κάποια σημεία προς βελτίωση, 3: καλή λειτουργία, με ελάχιστα σημεία προς βελτίωση, 4: εξαιρετική λειτουργία. Παράλληλα, το έργο των εκπαιδευτικών αξιολογείται τεκμηριωμένα σε τετράβαθμη περιγραφική κλίμακα, στην οποία το έργο τους διαβαθμίζεται από εξαιρετικό, σε πολύ καλό, σε ικανοποιητικό ή σε μη ικανοποιητικό. «Γιατί να αντιδράσει κάποιος σε αυτά;», δήλωσε στην «Κ» έμπειρος συνδικαλιστής, εννοώντας ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά «ποινή» για τους εκπαιδευτικούς που θα κριθούν μη ικανοποιητικοί. Το μόνο είναι πως θα υστερούν στη μοριοδότηση για διοικητικές θέσεις. 

Βέβαια, ο πρώην υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης δήλωσε ότι «έχουμε πει πως όταν ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει κυβέρνηση θα “σβήσει” όλες τις αντισυνταγματικές συνέπειες που προκύπτουν σε βάρος των εκπαιδευτικών στο πλαίσιο αυτό, εάν δηλαδή δεν λάβουν μέρος στην αξιολόγηση. Να μη φοβηθούν και να αγωνιστούν». Ωστόσο, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας της κ. Ολγας Γεροβασίλη περί τα 600 στελέχη του δημόσιου τομέα δήλωσαν άρνηση-αποχή από τη διαδικασία της αυτοαξιολόγησης με βάση τις θέσεις της ΑΔΕΔΥ, βρέθηκαν εκτός, έχουν προσφύγει στη διοικητική δικαιοσύνη και αναμένουν την απόφαση.

Κεραμέως: Προχωρούμε στην εφαρμογή

«Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση αποτελεί κοινή πρακτική στο 90% των ευρωπαϊκών χωρών, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως σε Ελλάδα, Τουρκία, Ιρλανδία. Είναι επιτακτική ανάγκη να συμπλεύσουμε με τη σύγχρονη πραγματικότητα, να αξιοποιήσουμε την αξιολόγηση ως μηχανισμό βελτίωσης της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης προς όφελος των μαθητών μας, των εκπαιδευτικών μας, της χώρας μας. Κατά τη γνώμη μου, η στάση των συνδικαλιστών δεν εκπροσωπεί την πλειονότητα των εκπαιδευτικών, που επιδιώκουν ένα καλύτερο σχολείο για τα παιδιά μας», δηλώνει στην «Κ» η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως. Και προσθέτει εμφατικά: «Επειτα από δύο χρόνια στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές: αν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες χρησιμοποιούσαν όλη την ενέργεια που διοχετεύουν για να πολεμούν την αξιολόγηση στην υποβολή προτάσεων αναβάθμισης της Παιδείας, πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα εντέλει για τα ίδια τα παιδιά μας. Προχωρούμε στην εφαρμογή της αξιολόγησης. Το απαιτεί η κοινωνία, το απαιτεί η λογική».