ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Επιστολές από το αλβανικό μέτωπο: «Στέλνε καθημερινώς την Καθημερινή…»

Η «Κ» παρουσιάζει αποσπάσματα από τα επιστολικά δελτάρια του έφεδρου υπολοχαγού Κ. Γιαννακάκου προς τον μαθητή του

epistoles-apo-to-alvaniko-metopo-stelne-kathimerinos-tin-kathimerini-561561043

«Φίλτατε Ζακί γεια σου. Εμείς ζούμε μέσα εις τα αντίσκηνα στιγμές αλησμόνητες. Την Κυριακήν εκάμναμε την προσευχήν μας εις το ύπαιθρον ψάλλοντας μερικά τροπάρια. Την στιγμήν αυτήν [σβησμένο] 200 μέτρα από μένα. Στέλνε καθημερινώς την εφημερίδα Καθημερινή και θα με ευχαριστήσης». Αυτές οι λιγοστές γραμμές προέρχονται από επιστολικό δελτάριο με ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 1941. Αποστολέας ο έφεδρος υπολοχαγός Κωνσταντίνος Γιαννακάκος (7ος λόχος του 72ου Συντάγματος) και παραλήπτης ο Ιάκωβος Δαμάσκος, στην Αθήνα. Είναι μία από τις 16 επιστολές που έστειλε από το μέτωπο ο Γιαννακάκος προς τον μαθητή του, Ιάκωβο (Ζακί) Ν. Δαμάσκο, εγγονό του ακαδημαϊκού ιστοριοδίφη και λογοτέχνη Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου. Οι επιστολές βρίσκονται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

«Σε συμβουλεύω να διαβάζης διά το πανεπιστήμιον και δη την ιστορίαν να αρχίσης από αρχαιοτάτων χρόνων».

«Φίλτατε Ζακί, υγίαινε», γράφει ο Γιαννακάκος στην πρώτη του επιστολή (8 Δεκεμβρίου 1940). «26 Οκτωβρίου: Εγένετο η τελευταία μας συνάντησις. 27 Οκτωβρίου ήτο Κυριακή και ησχολήθην καθ’ όλην την ημέραν με την ομιλίαν περί επιδιώξεων της ΕΟΝ. 28 Οκτωβρίου ήτο η ημέρα καθ’ ην ερίφθη το στιλέτο».

«Το στιλέτον» ήταν ο τίτλος του κύριου άρθρου της «Καθημερινής» στις 29 Οκτωβρίου 1940, το οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε: «Εκεί εις την γωνίαν όπου ηλπίζαμεν ότι δεν θα μας φθάσουν αι σφαίραι και τα θραύσματα των οβίδων, παρουσιάσθη εξαφνικά το στιλέτον. Θα το υποδεχθώμεν –το υπεδέχθημεν ήδη– με το μέτωπον υψηλά, με το στήθος προτεταμένον, με τας χείρας ενόπλους, με κάτι ανώτερον από τον χάλυβα, τα αεροπλάνα και το πετρέλαιον: Με τα πτερά της ψυχής. […] Η Ελλάς θα νικήση, θα νικήση η αυτοθυσία, το θάρρος, η Ιδέα – και το στιλέτον θα ηττηθή».

epistoles-apo-to-alvaniko-metopo-stelne-kathimerinos-tin-kathimerini0
Οι δύο όψεις ορισμένων από τα επιστολικά δελτάρια που έστειλε ο Κ. Γιαννακάκος στον Ι. Δαμάσκο. Στις φωτογραφίες από το μέτωπο, στρατιώτης γράφει επιστολή στους οικείους του (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα) και εικόνα από τη φροντίδα της ατομικής καθαριότητας (Φωτ. Δημήτριος Α. Χαρισιάδης – Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα).

«Με συγχωρείς Ζακί», συνεχίζει ο Γιαννακάκος, δείχνοντας το ενδιαφέρον του για τον μαθητή του, «αλλά μου εστάθη αδύνατον να έλθω προς συνάντησίν σου, καθ’ όσον ανεχώρησα αυθημερόν διά την θέσιν μου. Η γοργόφτερη νίκη θα μας εύρη μαζί πολύ ταχέως και τότε θα σου διηγηθώ την περιπέτειαν. Γράψε μου λακωνικά. Προς τον πνευματικόν μας πατέρα κ. Δ. Καμπούρογλου, την μάμμην, την μητέρα και θεία σου διατελώ μετά βαθυτάτου σεβασμού».

Το ίδιο ενδιαφέρον, την ίδια αγωνία για τον μαθητή του αποκαλύπτει και η τελευταία ημερομηνιακά επιστολή (30 Μαρτίου 1941): «Αγαπητέ Ζακί, με αγάπη σε χαιρετώ και εύχομαι να είσαι καλά. Επειδή ίσως μου διέφυγε να σου καθορίσω τα σημεία, εις τα οποία πρέπει να προσέξης κατά την μελέτην διά την εισαγωγήν εις το πανεπιστήμιον, σου γράφω σήμερα για να μην με τύπτη η συνείδησις.

»Ζακί Λατινικά: να μελετήσης το αναγνωσματάριον Κοσμά και να σημειώσης ανά κεφάλαιον τας αγνώστους λέξεις, τας οποίας να εκμάθης. Επίσης να έχης υπ’ όψιν την μέθοδον Δέφνερ (τεύχος Α΄ και Β΄). Διά την κατάρτισιν εις τα αρχαία έχει υπ’ όψιν τα Ελληνικά Ξενοφώντος και δη βιβλίον 3 και εφεξής. Ο καθηγητής ας σου υπαγορεύει ένα θέμα εκ των αρχαίων και την επομένην να το δίδης μεταφρασμένον. Παρατηρήσεις δεν θα σας δώσουν. Ελπίζω να προλάβω να σε βοηθήσω και το θέλω».

Ενδιαμέσως δε, στις 28 Δεκεμβρίου 1940, του υποδείκνυε: «Σε συμβουλεύω να διαβάζης διά το πανεπιστήμιον και δη την ιστορίαν να αρχίσης από αρχαιοτάτων χρόνων. Εκείνα τα προεισαγωγικά περί εποχών (χαλκίνης κ.λπ.) να εγκαταλείψης ως μη απαραίτητα, επίσης και περί δημοσίου βίου».

epistoles-apo-to-alvaniko-metopo-stelne-kathimerinos-tin-kathimerini0
 Το φύλλο της «Καθημερινής» που κυκλοφόρησε στις 26 Ιανουαρίου.

«Επλυνα πόδια και ελούσθηκα υπό τους κρότους των πυροβόλων»

«Σου είχα στείλει προ ολίγων ημερών γράμμα, αλλά και πάλιν σπεύδω να σου γράψω, ίνα σου στείλω ευχαριστίας διά την αποστολήν των εφημερίδων», έγραφε ο Γιαννακάκος από το αντίσκηνό του στις 20 Μαρτίου 1941. «Με πρώτην ευκαιρίαν θα σου στείλω το αντίτιμον μιας τριμηνίας, ίνα γραφτώ συνδρομητής για να μην σε κουράζω. Αλλά πάλιν σκέπτομαι ότι έτσι θα με θυμάσαι καθημερινώς, όταν πρόκειται να αποστείλης την εφημερίδα. Προσπαθήσαμεν να συλλάβωμεν τον Μουτζολίνι, διά να του δέσωμεν χαλκά και να τον στείλωμεν αυτού για αρκούδα τις αποκρηές, αλλά δεν ηδυνήθημεν. Μας το συγχωρείς;».

Στην επιστολή του με ημερομηνία 5 Ιανουαρίου 1941, σημειώνει: «Πόσον δίκαιον και πόση ελληνοπρέπεια ενυπάρχει εις το “όχι” που έπτυσε ο μπάρμπα Γιάννης κατά των Ιταλών τώρα νοιώθω βαθύτερα. Κάθε Ελλην πρέπει να έχη υπ’ όψιν –και μάλιστα εγώ ο καθηγητής, που διδάσκω από έδρας εις τας απαλάς ψυχάς των μαθητών– ότι η Ελλάς είναι αιωνία. Ο πολιτισμός της έδωσε νόημα εις την ανθρωπίνην κοινωνίαν. Με την πίστιν προς τον Χριστόν ύψωσεν το Βυζάντιον ως προπύργιον κατά του αλλοθρήσκου και έσωσε την Ευρώπην. Εμείς εποτίσθημεν με τα καθαρά νάματα του Χριστιανισμού».

«Επειτα», συνεχίζει, «εμένα βαρύνει η κληρονομιά, επειδή κατάγομαι εκ Σπάρτης, οπότε εξεπήδησε το “ταν ή επί τας”. Πώς να μη αναμνησθή τις και του Ρήγα το σάλπισμα, που η μυριόστομος κραυγή εσκόρπισε παντού “καλλίτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή”.

»Ζακί, δεν θέλω να ειπώ, ότι είμαι Λόντος εις την σωματικήν αντοχήν, αλλά μέσα μου υπάρχει η σπίθα, που με το φύσημα αναδίδει φλόγα. Η σπίθα του ηρωισμού διά την απόκτησιν της ελευθερίας. Κατά τας 25 Μαρτίου 1940 εις το Παρθεναγωγείον Χιλλ έδωκα προς απαγγελίαν εις τινά μαθήτριαν το ποίημα του Βαλαωρίτου “η προσευχή του Διάκου”, όπου λέγει για την σπίθα. Πόσον με συνεκίνησε τότε. Εάν πάλι ακούσω με την ιδίαν καλήν απαγγελίαν το ποίημα θα το νοιώσω ως τα μύχια της ψυχής μου».

epistoles-apo-to-alvaniko-metopo-stelne-kathimerinos-tin-kathimerini2
Άπλωμα πλυμένων ρούχων στο μέτωπο (Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα).

Στις 28 Δεκεμβρίου 1940, ο καθηγητής ενημέρωνε τον μαθητή του: «Μόλις έφθασα εδώ εξωπλίσθην με τα κάτωθι είδη διά να εξουδετερώσω τον έναν εχθρόν, δηλ. το Ψύχος: 1) 8 ζεύγη μάλλινες κάλτσες x 75 = 600 δρχ. 2) 1 αδιάβροχον /2.000 δρχ. 3) 1 πουλόβερ /450 δρχ. 4) 1 ζεύγος γάντια /90 δρ. 5) 2 εσώρουχα μάλλινα /380 δρχ. 6) ένα κρεββάτι εκστρατείας / 450 δρχ. – σύνολον 3.970 7) 1 κουκούλαν 140 δρχ. Επήρα μαζύ και το καμηλό για τον μανδύα». Κατέληγε δε, αστειευόμενος – αστείο αποκαλυπτικό του ηθικού των Ελλήνων στρατιωτών: «Ζακί ο Μουτζολίνι μόλις μάθη ότι έφθασα εδώ, θα ζητήση συνθηκολόγησιν».

Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα (15 Ιανουαρίου 1941), έδινε στον Δαμάσκο μια εικόνα για το πώς φροντίζουν την καθαριότητα του ρουχισμού τους: «Προχθές επήγα κοντά εις ένα ποταμάκι μαζί με την ορδινάτσα μου και έπλυνα ιδίαις χερσί τα ρούχα μου, αφού προηγουμένως τα έβρασα. Επίσης στο κρύο νερό του ποταμού έπλυνα πόδια και ελούσθηκα υπό τους κρότους των πυροβόλων και τους βόμβους των αεροπλάνων».
Στις 22 Μαρτίου 1941, καθώς η εαρινή επίθεση των ιταλικών δυνάμεων ολοκληρωνόταν χωρίς επιτυχία, ο Γιαννακάκος έδινε μια άλλη πτυχή του πολέμου: «Το μελάνι που σου γράφω –θα παραξενευθής– είναι ιταλικό. Πίνομε μάλιστα και καφέ ιταλικόν, που είναι λάφυρον. Ο Μουτζολίνι και ο κονσερβοποιός Καβαλλέρο έσπασαν τα μούτρα των με τας αντεπιθέσεις. Το ρόδινον έαρ είναι κατάλληλον διά αισθηματίας και φιλοπάτριδας, όχι για χασάπηδες».