ΑΠΟΨΗ

Η αντιμετώπιση των εχθρών της Δημοκρατίας

Η Δημοκρατία δεν είναι μόνον πολύτιμη. Είναι και ένα πολύ εύθραυστο πολίτευμα, όπως έχει αποδείξει επανειλημμένως η ιστορική εμπειρία.

Η αντιμετώπιση των εχθρών της Δημοκρατίας

Η Δημοκρατία δεν είναι μόνον πολύτιμη. Είναι και ένα πολύ εύθραυστο πολίτευμα, όπως έχει αποδείξει επανειλημμένως η ιστορική εμπειρία. Το θέμα είναι πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι εχθροί της Δημοκρατίας. Το ζήτημα αυτό ανέκυψε και πρόσφατα στο πλαίσιο αντιμετώπισης της Χρυσής Αυγής. Την καλύτερη ίσως απάντηση μάς τη δίνει η αγόρευση του Σπύρου Κανίνια, εισαγγελέα στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας το 1975: Δεν αρκέστηκε στην εξουσία που του έδινε ο νόμος για να ζητήσει την καταδίκη των πρωταιτίων. Αντέκρουσε ένα προς ένα όλα τα επιχειρήματα των πραξικοπηματιών και των οπαδών τους, αποδεικνύοντας έτσι ότι μια Πολιτεία πρέπει να πείθει και να διαπαιδαγωγεί τους πολίτες της, ακόμα και στο πλαίσιο της πιο εξουσιαστικής λειτουργίας της, που είναι η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

Το κύριο επιχείρημα, με το οποίο η δικτατορία προσπάθησε να δικαιολογήσει την επιβολή της, ήταν η «σωτηρία της πατρίδας» από τον κίνδυνο «ανταρσίας». Μια δικαιολογία που χρησιμοποιούν όλα τα δικτατορικά καθεστώτα κατά το ρωμαϊκό ρητό «salus populi suprema lex esto». Οπως έλεγε και ο Ιωάννης Μεταξάς –τρεις περίπου δεκαετίες πριν από την 21η Απριλίου 1967– υπάρχουν στιγμές όπου είναι «προτιμότερον να σωθή η χώρα και να ανατραπή το Σύνταγμα, παρά να καταστραφή η χώρα διά να σωθή το Σύνταγμα».

Η απάντηση του Σπύρου Κανίνια στην αγόρευσή του είναι διττή. Κατ’ αρχάς επισημαίνει ότι «ουδεμία απόδειξις περί υπάρξεως κινδύνου προσεκομίσθη όχι μόνον κατά την παρούσαν δίκην, αλλά και κατά την εποχήν της παντοδυναμίας των κατηγορουμένων. Δεν προσεκομίσθησαν, δεν παρεδόθησαν εις δημοσίαν έκθεσιν … ούτε όπλα ούτε πυρομαχικά, ώστε να ίδη ο Λαός και να εκτιμήσει από οίους ημάς κινδύνους ερρύσαντο οι σωτήρες…». Και συνεχίζει η αγόρευση: «Μόνη αρμόδια διά να διαγνώσει και να εκτιμήσει παρόμοιους κινδύνους εις τας ευνομούμενας Πολιτείας, εις τας Δημοκρατίας, είναι η Κυβέρνησις. Αλλοίμονον αν η διάγνωσις και η εκτίμησις του κινδύνου απέκειτο εις την κρίσιν ή εις την “ευαισθησίαν” πάντων των πολιτών, πάντων των αξιωματικών, πάντων των δημοσιογράφων, των ευσυνειδήτων και των ασυνειδήτων! Τότε η Πολιτεία θα εξηρθρούτο, τότε θα εκηρύσσετο πόλεμος πάντων κατά πάντων, τότε θα είμεθα “αλλήλους διάκνοντες και κατεσθίοντες” – τότε ποίος θα μας σώζει από τους «σωτήρας»;».

Περαιτέρω, η δικτατορία των συνταγματαρχών εμφανίσθηκε ως προστάτης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας κατά το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Η γλώσσα του Σπύρου Κανίνια στο σημείο αυτό είναι λιτή και απόλυτη: «Εγένετο μία προδοσία … του πνεύματος της Εκκλησίας μας, ως θεματοφύλακος του Χριστιανισμού. Εφρόντισαν οι κατηγορούμενοι να εκμεταλλευτούν την ευσέβεια του λαού και να συσχετιστούν με την Εκκλησίαν. Δικτατορία και Εκκλησία είναι δύο αντίθετα πράγματα. “Τις κοινωνία φωτός προς σκότος;”. Η Εκκλησία καθαγιάζει την Ελευθερίαν: “Μη γίγνεσθε δούλοι ανθρώπων”. Η Εκκλησία κηρύττει τον υπέρτατον ανθρωπισμόν. Τι σχέσιν έχει η Εκκλησία με την δικτατορίαν – το σύστημα της βίας και της απροσωποποιήσεως του ανθρώπου; Οι θέσεις της Εκκλησίας έπρεπε να ήτο θέσεις αντιπάλου προς την δικτατορίαν – όχι συμφιλιώσεως, υποταγής ή παραδοχής».

Η αγόρευση του Σπύρου Κανίνια στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας εξακολουθεί να παραμένει ένα πολύτιμο μάθημα πολιτικής παιδείας και ήθους.

Υπάρχει βέβαια και το επιχείρημα περί δημοσίων έργων που συντελέσθηκαν επί δικτατορίας. Ο Σπύρος Κανίνιας αποδομεί και τον ισχυρισμό αυτόν, τόσο σε πραγματολογικό όσο και σε δεοντολογικό επίπεδο: «Απολογισμός των έργων της δικτατορίας δεν εγένετο κατά την αποδεικτικήν διαδικασίαν. Πολλοί μας ομίλησαν περί ανυπαρξίας έργων ή περί έργων αρνητικών … Οι μάρτυρες κατέθεσαν και περί σκανδάλων και περί διεξαγωγής δικαστικής ερεύνης … Αλλά και αν συνετελούντο μεγάλα έργα, αυτό δεν θα εδικαιολόγει το διαπραχθέν έγκλημα. Η Πολιτεία δεν είναι εργολάβος διά να κατασκευάζει έργα. Η Πολιτεία είναι ένα ύψιστον καθίδρυμα Παιδείας προς ελευθερίαν και δικαιοσύνην. Ο Πλάτων επικρίνει και εκείνους τους πολιτικούς, οι οποίοι επετέλεσαν έργα “εμπεπλήκασι την πόλιν” με πολλά και ποικίλα δημόσια έργα, αλλά την άφηκαν “έρημον” δικαιοσύνης και σωφροσύνης. Η Πολιτεία δεν είναι επαγγελματίας, είναι διδάσκαλος, που διαμορφώνει τις συνειδήσεις των πολιτών της. Οταν απουσιάζει η ζωογόνος πηγή, το πνεύμα της ελευθερίας, όσα έργα και αν επιτελεσθούν είναι άχρηστα. Η Πολιτεία μεταβάλλεται σε “έρημη χώρα”».

Σαράντα έξι χρόνια μετά, η αγόρευση του Σπύρου Κανίνια εξακολουθεί να παραμένει ένα πολύτιμο μάθημα πολιτικής παιδείας και ήθους.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Ειδήσεις σήμερα

Ακολουθήστε το kathimerini.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο kathimerini.gr