ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πανεπιστημιακοί γιατροί υπέρ τού «δεν πληρώνω»

Αίτημα του συλλόγου διδασκόντων Ιατρικής Αθηνών προς την ηγεσία ΕΚΠΑ

panepistimiakoi-giatroi-yper-toy-den-plirono-561601126

Ο σύλλογος διδασκόντων της Ιατρικής Σχολής Αθηνών ζητεί από την ηγεσία του Πανεπιστημίου Αθηνών να μην εφαρμόσει τον νόμο και οι πανεπιστημιακοί γιατροί να μην καταβάλουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους στο ίδρυμα. Πρόκειται για απόφαση που επιτρέπει να ανοίξει νέα σελίδα στις χαριστικές ρυθμίσεις υπέρ των πανεπιστημιακών. Πιο πρόσφατη αυτή επί υπουργίας Κώστα Γαβρόγλου, η οποία εξελίχθηκε τον περασμένο Ιούλιο από την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως και τον αρμόδιο υφυπουργό Αγγελο Συρίγο.

Ειδικότερα, από το 1997 που επιτράπηκε η άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος (π.χ. γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι), η πολιτεία έχει θεσμοθετήσει την υποχρέωση των πανεπιστημιακών να αποδίδουν στα ΑΕΙ τους ένα ποσοστό των εσόδων που αποκτούν, έναντι του πλεονεκτήματος που προσδίδει η χρήση του πανεπιστημιακού τίτλου. Το ποσοστό αυτό ήταν 15% επί των ακαθάριστων εσόδων μέχρι το 2011, 10% επί των ακαθάριστων εσόδων μέχρι το 2014, 7% επί των καθαρών εσόδων μέχρι το 2016, 7% επί των ακαθάριστων εσόδων από το 2016 έως το 2018 και 7% επί των καθαρών εσόδων από το 2018 μέχρι σήμερα. Τα ποσά αυτά πηγαίνουν στο ταμείο κάθε ΑΕΙ, δηλαδή τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Ερευνας (ΕΛΚΕ).

Με τροπολογία από τον περασμένο Ιούλιο η νυν ηγεσία του υπ. Παιδείας προχώρησε σε ρύθμιση των χρεών έως τα τέλη του 2009, προκαλώντας αντιδράσεις σε μερίδα πανεπιστημιακών. Τώρα η ηγεσία του συλλόγου ΔΕΠ της Ιατρικής Αθηνών δεν θέλει ούτε αυτό.

Η ηγεσία του συλλόγου καλεί τους διδάσκοντες να προσφύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της υποχρέωσης για καταβολή μέρους των εσόδων τους στο ΑΕΙ.

Με έγγραφο –υπογράφεται από τον πρόεδρο του συλλόγου διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού της Ιατρικής  Στάθη Ευσταθόπουλο και τον γραμματέα Γεώργιο Μαστοράκο– προς τα μέλη ΔΕΠ της σχολής η ηγεσία του συλλόγου δηλώνει ότι «οι παρακρατήσεις κατά τη γνώμη του συλλόγου μας είναι απαράδεκτες και πιστεύουμε ότι θα κριθούν αντισυνταγματικές από το Συμβούλιο της Επικρατείας». Παράλληλα θεωρεί ότι «τα κλητήρια που αποστέλλονται από το πανεπιστήμιο μέσω ΕΛΚΕ είναι μη ελεγμένα και σε πάρα πολλές περιπτώσεις περιέχουν μεγάλα λάθη, συμπεριλαμβάνοντας ποσά που δεν προβλέπονται από τον νόμο». Ταυτόχρονα, ο σύλλογος αναφέρει πως «θεωρούμε ότι κακώς το Πανεπιστήμιο επιμένει να στέλνει αυτές τις επιστολές και να καταλογίζει ποσά όταν εκκρεμοδικεί η υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας».

Η ηγεσία του συλλόγου καλεί τους διδάσκοντες να προσφύγουν στο ΣτΕ και από το Πανεπιστήμιο «να συνειδητοποιήσει ότι με την παθητική του στάση αυτή δεν μπορεί να προσδοκά στην αύξηση των εσόδων του ΕΛΚΕ από το εισόδημα των συναδέλφων μας. Να σταματήσει την τακτική της αποστολής αυτών των αιτημάτων έως την εκδίκαση στο ΣτΕ και να συνεργαστεί μαζί μας στην προσπάθεια όλων μας στην πίεση προς την Πολιτεία να αλλάξει νομοθετικά η άδικη αυτή κατάσταση. Το Πανεπιστήμιο να επιστρέψει τη διαφορά σε όσους συναδέλφους μας έχουν καταβάλει έως τώρα παρακρατήσεις στο ύψος του 15%, όπως υποχρεώνονταν ξανά με παλαιότερα έγγραφα του ΕΛΚΕ, καθώς σύμφωνα με τη νομοθεσία που το ίδιο το Πανεπιστήμιο επικαλείται η ρύθμιση για παρακράτηση 7% έχει αναδρομική ισχύ».

Ωστόσο, μιλώντας στην «Κ» ο γραμματέας της ομοσπονδίας των πανεπιστημιακών ΠΟΣΔΕΠ, Γεώργιος Λιτσαρδάκης, ανέφερε ότι «στην περίπτωση των όποιων λαθών η διαδικασία δίνει τη δυνατότητα υποβολής ένστασης πριν από τον τελικό καταλογισμό», ενώ σημείωσε ότι η αναδρομική ισχύ της ρύθμισης για επιστροφή ποσών είναι για μία πενταετία». Από την άλλη, είναι δεδομένο ότι η προσφυγή στο ΣτΕ δεν επιτρέπει στον προσφεύγοντα να μην εφαρμόζει τον νόμο. Για αυτό απαιτείται το αρμόδιο Τμήμα του ΣτΕ να αποφασίσει αναστολή εκτέλεσης της υπουργικής απόφασης.

Εν τέλει, ο σύλλογος της εμβληματικής σχολής ζητεί από το ΕΚΠΑ και τους αρμόδιους καθηγητές για τον ΕΛΚΕ να μην εφαρμόσουν τον νόμο, υιοθετώντας το «δεν πληρώνω δεν πληρώνω».