ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα εμβάσματα, οι offshore και τα 300 κιλά χρυσού

ta-emvasmata-oi-offshore-kai-ta-300-kila-chrysoy-2005898

Το κλιμάκιο της ελβετικής Εισαγγελίας έφυγε από τη χώρα την Τετάρτη το απόγευμα. Ο ερχομός του άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση για την τύχη των δεσμευμένων εκεί χρημάτων, ενώ τα νέα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στις εξετάσεις – ανακρίσεις δίνουν μια νέα εξέλιξη στην πολύκροτη υπόθεση ξεπλύματος μαύρου χρήματος: μια σειρά από εμβάσματα και εντολές, που φέρνει στο φως η «Κ», αποκαλύπτουν τόσο τον τρόπο λειτουργίας κάποιων ελβετικών τραπεζών όσο και την πιθανή αγορά τεράστιας ποσότητας χρυσού, η οποία μέχρι και σήμερα ήταν άγνωστη.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η τριμελής ελβετική ομάδα της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας πραγματοποίησε το πρώτο ραντεβού το πρωί της Δευτέρας. Στην αίθουσα της βιβλιοθήκης δικαστών, ο Νίκος Ζήγρας ξεκίνησε ιδιαιτέρως… επιθετικά, λέγοντας πως δεν πρόκειται να συνεργαστεί εάν δεν επιστραφούν στο ελληνικό κράτος τα 2,2 εκατ. που έχουν δεσμευθεί από τους Ελβετούς: «Είστε η χώρα-πλυντήριο και κάνετε πως δεν γνωρίζετε», φώναζε στους τρεις Ελβετούς, με τον ανακριτή κ. Γαβριήλ Μαλλή να προσπαθεί να τον ηρεμήσει: «Παρακαλώ, ο τόνος να είναι πιο ήπιος, δεν εξυπηρετεί σε τίποτα αυτή η στάση». Η διαδικασία κράτησε πάνω από έξι ώρες, με τον μεν Ζήγρα να επανέρχεται συνεχώς στην επιστροφή των χρημάτων και τους Ελβετούς να προσπαθούν να πάρουν απαντήσεις στο πλαίσιο της ποινικής δίωξης που έχουν ασκήσει ήδη από τον Απρίλιο του 2012.

Στόχος τους –επέμεναν– είναι να βρεθούν οι ευθύνες και των δικών τους τραπεζών σε όλη αυτή την ιστορία. Εξ ου και το πρώτο έγγραφο που έδειξαν στον Ζήγρα ήταν το προφίλ που είχε συντάξει ο ελληνογερμανικής καταγωγής τραπεζίτης του, το καλοκαίρι του ’99 για να ανοιχτεί ένας από τους λογαριασμούς στη Μorgan Stanley. Ο Ζήγρας παρουσιάζεται ως ιδιοκτήτης δύο εργοστασίων, στην Ελλάδα και στη Γερμανία, με συνολική περιουσία 20 εκατ. δολ., ενώ φαίνεται να βγάζει μισό εκατ. δολ. τον χρόνο. «Τον γνωρίζω προσωπικά εδώ και πολλά χρόνια», σημειώνει ο 32χρονος τότε τραπεζίτης. Και ο λόγος του, φαίνεται να είναι αρκετός για τα δύο υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας που υπογράφουν και εγκρίνουν το άνοιγμα του λογαριασμού μέσα από τον οποίο διακινήθηκαν τουλάχιστον 30 εκατ. ευρώ.

Ο Ζήγρας, βλέποντας τα έγγραφα αυτά, υποσχέθηκε στους Ελβετούς εισαγγελείς πως σε λίγες ημέρες θα έχουν στα χέρια τους τις αποδείξεις ώστε να «δέσουν» τις ευθύνες της τράπεζας. Και όντως, στους ανακριτές έφτασαν στο τέλος της εβδομάδας οι φορολογικές δηλώσεις των χρόνων εκείνων: ο Ζήγρας δεν είχε ακίνητη περιουσία 5 εκατ. δολ., όπως σημειώνει η τράπεζα, αλλά ένα διαμέρισμα 150 τ.μ. στην Κυψέλη και ένα εξοχικό 56 τ.μ. στη Χαλκιδική. Ούτε βέβαια έβγαζε μισό εκατ. δολάρια τον χρόνο, αλλά δήλωνε σε δραχμές κάτι παραπάνω από 15.000 ευρώ τον χρόνο – επιβεβαιώνοντας πως δεν του είχε ζητηθεί από την τράπεζα κανένα δικαιολογητικό. Χαρακτηριστικό μιας περιόδου όπου, όπως φαίνεται, δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός έλεγχος από τις ελβετικές τράπεζες.

Παλαιότερη συνάντηση

Η συνάντηση της περασμένης Δευτέρας δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ζήγρας έρχεται αντιμέτωπος με τις ελβετικές αρχές. Το απόγευμα της 18ης Ιουνίου 2013, με το που τελείωσε η συνεδρίαση της δίκης, αντί να επιστρέψει στις φυλακές, οδηγήθηκε στο γραφείο του ανακριτή κ. Μαλλή προκειμένου να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων που είχε στείλει ο Ελβετός εισαγγελέας. Ο Ζήγρας είχε περιγράψει τότε με λεπτομέρειες τη σχέση του με τις τρεις τράπεζες στην Ελβετία όπου υπήρχαν λογαριασμοί του και είχε ερωτηθεί και για μια σειρά offshore εταιρειών.

Μεταξύ αυτών και οι άγνωστες μέχρι σήμερα Juniper και Decafin. Τότε ο Ζήγρας είχε πει πως δεν τις γνωρίζει. Οι Ελβετοί επανήλθαν αυτή τη φορά με συγκεκριμένα εμβάσματα που φέρουν την υπογραφή του. Πρόκειται για ένα έμβασμα ύψους 180.000 ευρώ προς την εταιρεία Juniper το 2010 και δύο εμβάσματα συνολικού ύψους 450.000 ευρώ προς την εταιρεία DECAFIN το καλοκαίρι του 2006. Ο Ζήγρας επιμένει ότι δεν γνωρίζει τις εν λόγω εταιρείες και πως ουδέποτε έδωσε εντολές για τα εμβάσματα αυτά – όπως τόνισε στους εισαγγελείς, από το 2005 και μετά ο Τσοχατζόπουλος είχε βάλει άλλον «αχυράνθρωπο» να χειρίζεται αντ’ αυτού τους λογαριασμούς του.

Κι ενώ οι Ελβετοί εισαγγελείς θα κληθούν να εξετάσουν κατά πόσον μια τράπεζα σαν τη Morgan Stanley είναι δυνατόν να εκτελούσε εντολές στο όνομα κάποιου ερήμην του, το ενδιαφέρον των Ελλήνων ανακριτών στράφηκε στις δύο πρωτοεμφανιζόμενες εταιρείες. Η εταιρεία Juniper φαίνεται πως είναι συμφερόντων Morelia. Της εταιρείας, δηλαδή, που για χρόνια δεχόταν εμβάσματα στην Ελβετία για λογαριασμό του Ζήγρα και στη συνέχεια του έδινε στην Αθήνα το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά. Αξιοπερίεργο, όμως, είναι ότι το εν λόγω έμβασμα, το οποίο αμφισβητεί ο Ζήγρας, έχει «φύγει» με φαξ από το ίδιο γραφείο της Morelia στην Αθήνα. Το φαξ που φέρει την υπογραφή του Ζήγρα έχει ως στοιχεία διακομιστή τα αρχικά του: «γραφείο NΠZ».

Ποιος ήταν ο… σύνθετος ρόλος της Decafin

Η εταιρεία Decafin παραμένει έως και σήμερα ένα μυστήριο. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Κ», τα εμβάσματα από τον λογαριασμό του Ζήγρα προς αυτήν την εταιρεία δεν περιορίζονται μόνο στα δύο που εμφάνισαν οι Ελβετοί. Συνολικά 2.420.000 ευρώ είχαν εμβαστεί προς την Decafin μέσα σε διάστημα έξι μηνών το 2006. Και το πιο σημαντικό; Πρόκειται για εταιρεία η οποία εμφανίζεται και στη δικογραφία με τις μίζες εξοπλιστικών! Συγκεκριμένα, σε χαρτιά που κατασχέθηκαν στο σπίτι του Δ. Παπαχρήστου (εκπροσώπου της γερμανικής εταιρείας Wegman που χρημάτισε τον κ. Αντ. Κάντα) φαίνεται πως μέσω της offshore OXILOS είχε προχωρήσει και αυτός σε μια σειρά εμβασμάτων (περίπου 800.000 ευρώ) προς την εταιρεία Decafin SA. Οπως αποκαλύπτει η «Κ», η Decafin SA, που σήμερα λειτουργεί με άλλη επωνυμία, είναι μια επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα την εμπορία χρυσού, που για χρόνια λειτουργούσε σε έναν από τους πιο ακριβούς δρόμους της Γενεύης. Η εταιρεία φαίνεται πως έχει προϊστορία σε «μπλεξίματα» με Ελληνες. Το 1989, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, Ελβετός εισαγγελέας είχε κατηγορήσει τον Μάκη Ψωμιάδη ότι είχε αγοράσει 160 κιλά χρυσού από την Decafin.

Η «Κ» επικοινώνησε με τον εκπρόσωπο της εταιρείας στη Γενεύη, ο οποίος επιφυλάχθηκε να ψάξει στα αρχεία της επιχείρησης για να επιβεβαιώσει τα συγκεκριμένα εμβάσματα. Σε ερώτησή μας εάν πέρα από χρυσό θα μπορούσαν τα χρήματα να έχουν χρησιμοποιηθεί για κάποιον άλλο σκοπό, απάντησε αρνητικά. Οι Ελληνες ανακριτές Μαλλής και Γεωργουλέας που χειρίζονται τις υποθέσεις έχουν τώρα ξεκινήσει αγώνα δρόμου. Εχοντας ήδη ζητήσει από τους Ελβετούς να ανοιχτούν άμεσα οι λογαριασμοί της Decafin, εξετάζουν και τα δύο σενάρια και προσπαθούν να βρουν τις απαντήσεις για το πού ή σε ποιον κατέληξαν τα χρήματα ή ενδεχομένως ο χρυσός, που εάν είχε αγοραστεί την περίοδο 2004-06, πρόκειται για μια ποσότητα που ξεπερνάει τα 300 κιλά.