ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διασώζοντας τη μνήμη, διατηρώντας τη συνέχεια

09s15arxeia
09s15arxeia2

Θα έλεγε κανείς πως πολλά προβλήματα στην Ελλάδα τα καταλαβαίνουμε μόνον αφού συντελεστεί η καταστροφή, την οποία έχει προκαλέσει η άγνοια ή η επιπολαιότητα. Μία καταστροφή οδήγησε τον Γ. Βλαχογιάννη και πολλούς μορφωμένους ανθρώπους κατόπιν του, να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να μην καταστρέφονται τα αρχεία που παρήγαν οι δημόσιες υπηρεσίες: το 1893 το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφάσισε να πολτοποιήσει όλα τα παλιά αρχεία του. Κοντολογίς κατέστρεψε μεγάλο μέρος των ιστορικών τεκμηρίων που αφορούσαν τη μεγάλη Επανάσταση του 1821 και τις δημόσιες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους μετά την ίδρυσή του. Το ελληνικό έθνος, που τόσο καυχιόταν για την ιστορία του και χάρις στην οποία είχε ιδρυθεί, την κατέστρεφε μόνο του μέσω της επιπόλαιης απόφασης μιας υπηρεσίας του.

Θα χρειαστεί να περάσουν ακόμα μερικά χρόνια για να ιδρυθεί το 1914, κατά «τα διεθνή πρότυπα» και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η αρμόδια υπηρεσία, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, που θα διέσωζε συστηματικά τα δημόσια αρχεία και, κατ’ επέκταση, τα αρχεία των φυσικών προσώπων. Περιττό να πούμε ότι παρά την ίδρυση της σχετικής υπηρεσίας το 1914, η χώρα μας ήταν το μόνο κράτος που καθυστέρησε τόσο πολύ να πάρει μέτρα για τη διοικητική του συνέχεια και για τη διάσωση της μνήμης του και της ιστορίας του.

Το ελληνικό κράτος διπλασιάστηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912-1913· το 1916 διασπάστηκε και το 1919 έφθασε να περιλάβει στα σύνορά του και τη Μικρά Ασία. Ιστορικές τύχες που από μόνες τους προκάλεσαν ανεπανόρθωτες καταστροφές αρχείων. Και αποτελεί σχεδόν ένα θαύμα ότι παρά τις ελλείψεις ακόμα και στα στοιχειώδη (δεν υπήρχαν ούτε αποθηκευτικοί χώροι), η υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους διέσωσε όχι μόνον ό,τι δεν καταστράφηκε από το 1821 και μετά, αλλά επιπλέον και τα οθωμανικά αρχεία της Μακεδονίας και μέρος των θεσσαλικών, τα οθωμανικά αρχεία της Κρήτης, τα αρχεία της Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, τα αρχεία του Προξενικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, τα αρχεία των Επιτροπών Ανταλλαξίμων, τα αρχεία της Ηγεμονίας Σάμου και τα αρχεία της Κρητικής Πολιτείας. Απορίας άξιον είναι, επίσης, ότι διασώθηκαν (όπως διασώθηκαν) τα αρχεία των Επτανήσων, που είχαν ήδη δεινοπαθήσει επί αγγλικής προστασίας (1814-1864) και κατά την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων (1864). Εννοείται ότι δεινοπάθησαν και στη συνέχεια της ιστορίας, αφότου υψώθηκε η ελληνική σημαία στο παλαιό φρούριο της Κέρκυρας.

Ελάχιστο προσωπικό

Η ταλαίπωρη υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους έπρεπε να αντιμετωπίζει αυτούς τους πελώριους όγκους ιστορικής τεκμηρίωσης, διαθέτοντας προσωπικό που δεν ξεπερνούσε σχεδόν ποτέ τα 20-25 άτομα για το σύνολο της επικράτειας. Οπως και για τόσα άλλα πράγματα, η δημόσια εξοικονόμηση ξεκινούσε περικόπτοντας ό,τι είναι απαραίτητο για ένα κράτος: τη συνέχειά του.

Ο πόλεμος του 1940, η γερμανοϊταλική κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος δεν διευκόλυναν τα πράγματα. Ακόμα και σήμερα δεν έχουμε μια πλήρη εικόνα για τα κοινοτικά και τα νομαρχιακά αρχεία που καταστράφηκαν εκείνη την περίοδο, είτε λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων είτε λόγω της αδιαφορίας των κρατικών αξιωματούχων, που έφθαναν να περιφρονούν –αλλά δεν λέμε κάτι νέο– την ίδια τη νομοθεσία. Αδιαφορία που συνέχισε να επικρατεί στις διοικητικές συμπεριφορές για πολλά χρόνια και που ίχνη της συναντάμε, δυστυχώς, ακόμα και σήμερα.

Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους δεν απέκτησαν στέγη παρά μετά τη γενναιόδωρη δωρεά του Προδρόμου Μποδοσάκη-Αθανασιάδη, το 1974. Και πάλι, το Δημόσιο που ανέλαβε να χτίσει το κτίριο, δεν θα το ολοκληρώσει πριν από το 2003! Και πρέπει να αναφέρουμε ότι τα περισσότερα περιφερειακά αρχεία δεν διαθέτουν κατάλληλα κτίρια ούτε σήμερα, δυστυχώς! Και ας αποθησαυρίζουν, ορισμένα απ’ αυτά, έγγραφα που χρονολογούνται από τον 15ο αιώνα, δηλαδή μια ανεκτίμητη περιουσία για το έθνος, την παιδεία του και τη θέση του στον σημερινό κόσμο.

Θα επαναλάβουμε ότι υπό αυτούς τους όρους αδιαφορίας, έλλειψης διοικητικής παιδείας και εντέλει εθνικής αξιοπρέπειας, είναι αξιοθαύμαστο που σώθηκε, τόσο στην κεντρική υπηρεσία στην Αθήνα όσο και στις περιφερειακές υπηρεσίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ένας τέτοιος σημαντικός όγκος αρχείων της ιστορίας μας.

Και είναι, ακόμα, άξιο θαυμασμού ότι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους κάλυψαν τέτοιο μεγάλο δρόμο στη θεμελιώδη λειτουργία ενός Αρχείου, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στο κοινό. Η συχνότητα επισκέψεων, είτε μέσω του αναγνωστηρίου είτε μέσω της διαδικτυακής πρόσβασης, φθάνει σήμερα εκείνη των άλλων ευρωπαϊκών αρχείων. Ανάλογο είναι και το μέγεθος παροχής αντιγράφων.

Το έτος που διανύουμε, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (αρμοδιότητα του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων) συμπληρώνουν 100 χρόνια από τη λειτουργία τους. Χρόνια κατά τα οποία δοκιμάστηκαν αλλά και κατά τα οποία απέδειξαν την αφοσίωση του προσωπικού τους και των φίλων τους, λίγων, που ούτε μια στιγμή δεν δίστασαν να υπηρετήσουν τη σημαντική αυτή κρατική λειτουργία, που είναι η διάσωση της μνήμης και των πηγών της Ιστορίας· εννοούμε του έθνους και όχι μόνο μιας ομάδας ή μόνο ενός οργανισμού του. Αξίζει να συγκριθεί η σημερινή λειτουργία τους με άλλα ομόλογα εθνικά ιδρύματα και θα αποδειχτεί η συντριπτική υπεροχή τους.

Παραμένει το στοίχημα της βελτίωσης και της αναγωγής τους σε ένα από τα σημαντικότερα συναφή ευρωπαϊκά ιδρύματα, μιας και σήμερα είναι μέλος της ευρύτερης οικογένειας των ευρωπαϊκών και των παγκόσμιων αρχείων. Το στοίχημα ανήκει στον υπουργό Παιδείας και στον πρωθυπουργό. Θα συγκριθούν αναγκαστικώς με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

* Ο κ. Ν. Ε. Καραπιδάκης είναι καθηγητής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και πρώην πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους.