ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ωριμότητα και ανανέωση, 120 ετών

orimotita-kai-ananeosi-120-eton-2018001

Τον περασμένο μήνα η «Εστία» έγινε 120 ετών και η αλήθεια είναι ότι το γεγονός εορτάστηκε χαμηλοφώνως και σε σχετικά περιορισμένο κύκλο, όπως ταιριάζει στο φλεγματικό στυλ της αρχαιότερης ελληνικής απογευματινής εφημερίδας. Για πολλούς αποτελεί μυστήριο η μακροημέρευση και η επιβίωση της «Εστίας» σε τόσο χαλεπούς καιρούς και με δεδομένες τις κυκλοφοριακές της δεξαμενές.

Παρόλα αυτά η «Εστία» δεν πουλάει τόσο λίγο όσο ορισμένοι πιστεύουν. Οι επιδόσεις της κινούνται σταθερά άνω των 3.000 φύλλων σε καθημερινή βάση (πλην Κυριακής), αποτέλεσμα που την φέρνει σε καλύτερη θέση από ένα άλλο ιστορικό φύλλο, στην άλλη, όμως, άκρη του πολιτικού τόξου, την «Αυγή». Σε συνδυασμό με την οικογενειακή δομή της επιχείρησης και τα νοικοκυρεμένα οικονομικά της, η «Εστία» δεν βρέθηκε εκτεθειμένη στους κινδύνους που «γονάτισαν» άλλα εκδοτικά συγκροτήματα την περίοδο της κρίσης. Συμπέρασμα: ο ιστορικός τίτλος με ρίζες στον λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό ανθό του τόπου, όχι μόνο γιόρτασε 120 χρόνια παρουσίας στον ελληνικό Τύπο, αλλά ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Αυτήν, τουλάχιστον, την εντύπωση μας άφησε η επίσκεψη στη σημερινή έδρα της «Εστίας» (που δεν είναι τα τελευταία χρόνια το ιστορικό κτίριο της οδού Ανθίμου Γαζή) αλλά και η συνάντηση με τον διευθυντή της, Αλέξη Ζαούση.

Ιδρυτής ο Δροσίνης

Ομως, λίγη ιστορία πρώτα: Το πρώτο φύλλο της «Εστίας» κυκλοφόρησε την 6η Μαρτίου 1894: με τη «ράχη» της πρώτης σελίδας στη δεξιά πλευρά και τη δεύτερη σελίδα στη θέση της τελευταίας, ώστε η πρώτη και η δεύτερη να διαβάζονται ως ενιαίο «σαλόνι», όπως και η τρίτη με την τέταρτη. Η «Εστία» είναι η τελευταία εφημερίδα η οποία τυπωνόταν με τη μέθοδο της στερεοτυπίας/λινοτυπίας μέχρι το 1997. Αλλά γίνεται την ίδια χρονιά η πρώτη ελληνική εφημερίδα που υιοθετεί εξ ολοκλήρου την ηλεκτρονική φωτοστοιχειοθεσία (desktop publishing).

Ο ιδρυτής της «Εστίας», ο μεγάλος μας ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, μετέτρεψε σε καθημερινή εφημερίδα το φιλολογικό περιοδικό που κυκλοφορούσε από το 1876.

Τρία χρόνια μετά την ίδρυσή της, ο Γ. Δροσίνης παραδίδει την «Εστία» στον στενό του συνεργάτη Αδωνι Κύρου. Εκτοτε η «Εστία» εκδίδεται έναν και πλέον αιώνα από την οικογένεια Κύρου. Τον Αδωνι διαδέχθηκαν οι υιοί του Αχιλλέας και Κύρος Κύρου, ο εγγονός του Αδωνις Κύρου και ο δισέγγονός του Αλέξης Ζαούσης.

Καθαρεύουσα;

Η «Εστία» δεν είναι μια ακόμα εφημερίδα. Αδιαπραγμάτευτα συντηρητική, χωρίς το ελάχιστο σύμπλεγμα για την πολιτική και την ιδεολογική της ταυτότητα, διατηρεί μέρος του «μύθου» της και εξαιτίας της σταθερής πολιτικής της στο θέμα της γλώσσας καθώς μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί μία μετριοπαθή μορφή της καθαρεύουσας. Η «Εστία» είναι η μοναδική καθημερινή εφημερίδα που δεν ακολούθησε τη μεταρρύθμιση της ελληνικής ορθογραφίας που έγινε το 1982 και γι’ αυτό κάνει ακόμα χρήση του πολυτονικού συστήματος (χωρίς βαρείες). Από αυτήν την άποψη η «Εστία» είναι ένας ολόκληρος θεσμός της αστικής Αθήνας που επιβιώνει παρά τις αντιξοότητες και σε πείσμα των συναρπαστικών μεταμορφώσεων της αθηναϊκής ζωής τις τελευταίες δεκαετίες.

Περί μακροβιότητας

Παρά τις πολλές υποθέσεις στις οποίες μπορεί να καταφύγει κανείς, για τον διευθυντή της «Εστίας» το βασικό συστατικό που εξηγεί τη μακροβιότητά της είναι η αξιοπιστία. «Αν αυτή δεν υπήρχε ή είχε κλονισθεί, ουδέποτε θα μπορούσε η “Εστία” να επιβιώσει επί 120 χρόνια», μου λέει ο κ. Αλέξης Ζαούσης. «Η αξιοπιστία είναι το θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται η σχέση κάθε μέσου ενημερώσεως με τους αποδέκτες του. Πρόκειται για σχέση εμπιστοσύνης, την οποία η “Εστία” έχει φροντίσει να διαφυλάξει επί ένα και πλέον αιώνα ως κόρη οφθαλμού». Αλλά υπάρχουν και άλλοι λόγοι. «Δεύτερον η συνέπεια θέσεων και κυρίως αρχών. Η “Εστία” υπηρετεί από της ιδρύσεώς της τις αρχές της καλώς νοούμενης δημοσιογραφίας, με σκοπό την έντιμη ενημέρωση των αναγνωστών της και τίποτε περισσότερο. Παράλληλα, τηρεί αυστηρά τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Είναι και αυτό ένα στοιχείο που προφανώς αναγνωρίζεται από τους αναγνώστες της. Τρίτον, το γεγονός ότι ως οργανισμός είναι μικρός και ότι εκδίδεται από την ίδια οικογένεια επί τέσσερις ήδη γενιές. Αν μέσα στα 120 αυτά χρόνια η “Εστία” είχε κάνει οικονομικά ανοίγματα, ίσως να είχε αναπτυχθεί, αλλά τελικά μπορεί και να είχε κλείσει, όπως συνέβη με αρκετές άλλες εφημερίδες. Το μικρό μέγεθος, σε συνδυασμό με την παράδοση, είναι κρίσιμο για την μακροβιότητα».

Ρωτάω τον διευθυντή της «Εστίας» αν γνωρίζει το προφίλ του μέσου αναγνώστη της εφημερίδας. «Σε γενικές γραμμές οι αναγνώστες της “Εστίας” είναι μέσης και μεγάλης ηλικίας και υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Πολιτικά οι περισσότεροι κινούνται στον συντηρητικό και τον ευρύτερο φιλελεύθερο χώρο, ενώ λόγω της συνοπτικής ενημερώσεως και των σαφών θέσεών της υπέρ της ελεύθερης οικονομίας διαβάζεται και από στελέχη του επιχειρηματικού χώρου». Με προλαβαίνει ο κ. Αλέξης Ζαούσης όταν μου λέει ότι «υπάρχουν και νεότεροι αναγνώστες, αλλά είναι μάλλον περιορισμένοι. Το κύριο εμπόδιο είναι η γλώσσα. Αν και έχει απλουστευθεί, παραμένει κάπως απόμακρη για τους νέους, κυρίως λόγω της χρήσεως του πολυτονικού συστήματος, το οποίο οι νεότερες γενιές δεν έχουν διδαχθεί. Και εδώ, πάντως, ίσως αποτελέσει τη λύση το Διαδίκτυο. Η “Εστία”, με την κατάλληλη προσαρμογή, δεν αποκλείεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση απ’ ό,τι αναμένεται σε ένα διαφορετικό κοινό».

Η «Εστία» δεν έχει επί του παρόντος ηλεκτρονική μορφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε μακριά από την προοπτική της. «Είναι απαραίτητη η παρουσία της “Εστίας” και σε ηλεκτρονική μορφή. Ηδη πειραματίζεται, προς το παρόν όχι με δημιουργία ιστοσελίδας, αλλά με ηλεκτρονική αποστολή της πρώτης και της τελευταίας σελίδας σε όσους συνδρομητές το επιθυμούν. Εδώ υπάρχει ένα πλεονέκτημα για το μέλλον. Το Διαδίκτυο κατακλύζεται με αναπαραγωγή και αναμάσημα των ιδίων ειδήσεων. Ετσι, το να προσφέρεται επί καθημερινής βάσεως πρωτογενής σκέψη και γνώμη ίσως είναι αρκετά σημαντικό».

Και το μέλλον του έντυπου φύλλου; «Παρότι το μέλλον της εντύπου εφημερίδας και δη σε καθημερινή βάση διαγράφεται αβέβαιο, θέλω να πιστεύω ότι η “Εστία” θα εξακολουθήσει να είναι “παρούσα” στη σημερινή της μορφή. Και τούτο διότι ως εφημερίδα γνώμης προσφέρει κάτι που δεν παρέχεται τόσο εύκολα από τα ηλεκτρονικά μέσα ενημερώσεως. Οσο, λοιπόν, εξακολουθούν να υπάρχουν εφημερίδες παραδοσιακού τύπου, νομίζω ότι θα υπάρχει και η “Εστία”».

Το ευχόμαστε ολόψυχα.