ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η κρίση του Σουέζ και η Ελλάδα

suez

Η «αδέσμευτη» πολιτική του Νάσερ, που στόχευε στην εκμετάλλευση της αμερικανοσοβιετικής αντιπαλότητας, αποτέλεσε το υπόβαθρο της κρίσης του Σουέζ, του φθινοπώρου του 1956, μιας εκ των σοβαρότερων διεθνών κρίσεων κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού Πολέμου. Η απόφαση της κυβέρνησης Αϊζενχάουερ να μη χρηματοδοτήσει την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν όπως είχε υποσχεθεί, ως αντίδραση στην επίσημη αναγνώριση από την Αίγυπτο του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας και στην απόφαση του Νάσερ να προμηθευθεί όπλα από τον ανατολικό συνασπισμό, αποτέλεσε την άμεση αφορμή για την εκδήλωση της κρίσης. Τον Ιούλιο 1956 ο Νάσερ εξήγγειλε την εθνικοποίηση της εταιρείας της διώρυγας του Σουέζ, η οποία ελεγχόταν από βρετανικά κυρίως συμφέροντα και ήταν στρατηγικής σημασίας για τον δυτικό κόσμο. Με τη Βρετανία, η οποία εξέλαβε την εθνικοποίηση της διώρυγας ως ευθεία αμφισβήτηση της θέσης της στη Μέση Ανατολή, συντάχθηκαν η Γαλλία και το Ισραήλ, που από το 1954 είχαν αναπτύξει μία ιδιαίτερη στρατιωτική σχέση, κυρίως με τη μορφή αυξημένης στρατιωτικής ενίσχυσης από την πλευρά της Γαλλίας προς το Ισραήλ.

Η Γαλλία ήταν δυσαρεστημένη από την υποστήριξη που παρείχε ο Νάσερ στους Αραβες εξεγερμένους της Αλγερίας, ενώ το Ισραήλ από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 είχε αποφασίσει να κινηθεί στρατιωτικά κατά της Αιγύπτου με στόχο την πτώση του Αιγύπτιου ηγέτη από την εξουσία. Η κρίση, που, όπως ήταν φυσικό, μέσα στα πλαίσια του ψυχροπολεμικού κλίματος έλαβε διεθνείς διαστάσεις, κορυφώθηκε στα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου 1956 με στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ, της Βρετανίας και της Γαλλίας εναντίον της Αιγύπτου και έληξε με την απόσυρση των ισραηλινών στρατευμάτων τον Μάρτιο 1957 (οι βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί πριν από το τέλος του χρόνου). Κατά την κρίση αυτή, και οι δύο υπερδυνάμεις, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ, ανάγκασαν τελικά τους επιτιθέμενους να αποσυρθούν από το αιγυπτιακό έδαφος.

Αρνητική η Αθήνα για συμμετοχή σε διεθνή διάσκεψη

Η εμπλοκή της Αθήνας στις διπλωματικές ζυμώσεις που προηγήθηκαν της κρίσης ξεκίνησε από τον Αύγουστο του 1956 όταν η Ελλάδα κλήθηκε να λάβει μέρος σε πολυμερή διάσκεψη στο Λονδίνο με πρωτοβουλία της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Γαλλίας, όπου θα συζητούνταν το καθεστώς της διώρυγας του Σουέζ. Η απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή για τη συμμετοχή ή μη στη διάσκεψη καταδείκνυε τα μεγάλα διλήμματα που αφορούσαν το σύνολο της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας την περίοδο εκείνη ενόψει των πιέσεων του κυπριακού ζητήματος: από τη μία πλευρά η Ελλάδα ως μέλος του ΝΑΤΟ και εντασσόμενη αναφανδόν στο πλευρό του δυτικού κόσμου και των αξιών που αυτός πρέσβευε όφειλε να συμμετάσχει στη διάσκεψη. Από την άλλη μεριά, τα έντονα, έως ακραία, αντιβρετανικά και αντιδυτικά αισθήματα που διέπνεαν την ελληνική κοινωνία εξαιτίας της στάσης των δυτικών συμμάχων στο ζήτημα της Κύπρου την άφηναν εκτεθειμένη στην κοινή γνώμη σε περίπτωση που θα τασσόταν στο πλευρό των Βρετανών. Ταυτόχρονα, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, εξίσου κομβικής σημασίας, όπως οι παραδοσιακά φιλικές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, η ευαίσθητη θέση των Ελλήνων της Αιγύπτου και η βοήθεια στην οποία προσδοκούσε η ελληνική κυβέρνηση από τα αραβικά κράτη στον ΟΗΕ ως προς το Κυπριακό.

Στα καίρια αυτά διλήμματα έπρεπε να προστεθούν και οι πιέσεις που ασκούσαν οι Αμερικανοί, ακόμη και μέσω του ιδίου του Αμερικανού υπουργού των Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες, για τη συμμετοχή της Ελλάδας στη διάσκεψη. Η απόφαση για την απόρριψη της βρετανικής πρόσκλησης να μετάσχει η Αθήνα στη διάσκεψη διαμορφώθηκε στη διάρκεια σύσκεψης με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, των υπουργών Εξωτερικών και Προεδρίας Ευ. Αβέρωφ και Κ. Τσάτσου και αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων. Σύμφωνα με την κυβερνητική ανακοίνωση της 11ης Αυγούστου, η Ελλάδα δεν αποδεχόταν την πρόσκληση προβάλλοντας ως βασικό επιχείρημα το ότι η αιγυπτιακή κυβέρνηση δεν υιοθετούσε τους σκοπούς της διάσκεψης και συνεπώς, κατά την άποψή της, η πρωτοβουλία αυτή ήταν πιθανότερο να συμβάλει στην ένταση παρά στην άμβλυνση της οξύτητας. Νωρίτερα, στις 8 Αυγούστου, η ελληνική πλευρά είχε προτείνει την αναβολή της διάσκεψης σε μεταγενέστερο χρόνο, με την ελπίδα ότι οι εντάσεις θα είχαν αμβλυνθεί, ενώ είχε ζητήσει και την αλλαγή της έδρας της διάσκεψης ως πρωτοβουλία που ίσως διευκόλυνε την αιγυπτιακή συμμετοχή. Οι δυτικοί σύμμαχοι απέρριψαν και τις δύο προτάσεις της Αθήνας.

«Απόλυτη κατανόηση»

Η διαφοροποίηση της κυβέρνησης Καραμανλή από τους συμμάχους της με αφορμή τη διάσκεψη δεν επηρέασε τις συνομιλίες στο Λονδίνο αλλά ούτε και κλόνισε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Aντιθέτως, ο Ντάλες εξέφρασε την απόλυτη κατανόησή του προς την Αθήνα για τη στάση της. Οι παράγοντες που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν ποικίλοι. Η Ελλάδα μέσα στο κλίμα κορύφωσης του κυπριακού αγώνα και των συναισθηματικών φορτίσεων που αυτός προξενούσε δεν ήταν δυνατό να συνταχθεί με τη Βρετανία. Μάλιστα τα ξημερώματα της 9ης Αυγούστου είχαν εκτελεστεί από τους Βρετανούς τρεις Κύπριοι αγωνιστές, ο Ανδρ. Ζάκος, ο Χαρ. Μιχαήλ και ο Ιάκ. Πατάτσος. Επιπλέον, αν μετείχε στη διάσκεψη θα έπρεπε να έρθει σε αντιπαράθεση με τους δυτικούς συμμάχους και να συνταχθεί εκ των πραγμάτων με τις απόψεις της Σοβιετικής Ενωσης. Ενα τέτοιο ενδεχόμενο θα έθιγε τα ελληνικά συμφέροντα ως προς το ζήτημα της Κύπρου, για την επίλυση του οποίου η κυβέρνηση Καραμανλή βασιζόταν εξ ολοκλήρου στη Δύση. Οπως είχε τονίσει ο Ελληνας πρωθυπουργός στον πρέσβη της Αιγύπτου στις 8 Αυγούστου, «…η Ελλάς είναι συνδεδεμένη με την Δύσιν διά συμμαχιών παλαιών και προσφάτων και… λόγοι ασφαλείας αλλά και οικονομικοί καθιστούν δύσκολον μίαν ανοικτήν ρήξιν με αυτήν. Ακόμη και το ζήτημα της Κύπρου… μόνον διατηρουμένων των σημερινών συμμαχιών μας θα λάβη την οριστικήν του λύσιν».

Κρίσιμη η παρουσία των Ελλήνων πλοηγών

Η στάση της Αθήνας ως προς την κρίση του Σουέζ δεν είναι δυνατό να κατανοηθεί επαρκώς χωρίς να ληφθεί υπόψη η πολιτική αντιμετώπιση του ζητήματος από τις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ αντιτάχθηκε στη βρετανική πολιτική, γεγονός που προκάλεσε τη μεγαλύτερη έως τότε κρίση στις αμερικανοβρετανικές σχέσεις. Πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε η προσπάθεια των ΗΠΑ να αποφύγουν την ταύτιση με την «παραδοσιακή» ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Ταυτόχρονα, οι ψυχροπολεμικές αναγκαιότητες της περιόδου εκείνης ωθούσαν τη δυτική υπερδύναμη προς την υποστήριξη του αραβικού κόσμου, με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της πολιτικής της ανάσχεσης (containment) έναντι του σοβιετικού επεκτατισμού στην περιοχή. Παρά το ότι η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ δεν πίστευε στις δυνατότητες συνεργασίας με τον Νάσερ, εντούτοις θεωρούσε ότι η στρατιωτική επέμβαση κατά της Αιγύπτου θα εξασθένιζε την παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, ενώ θα ενίσχυε, τελικά, τον αραβικό ριζοσπαστισμό. Επιπροσθέτως, κατά την προεκλογική του εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, που ήταν προγραμματισμένες για τον Νοέμβριο του 1956, ο Αϊζενχάουερ εμφανιζόταν ως υπερασπιστής της διεθνούς ειρήνης και συνεργασίας. Η εισβολή των συμμάχων του στην Αίγυπτο, λίγες μόνον ημέρες πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, τον έφερε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και σε αυτό το επίπεδο, και τελικά ενέτεινε την αμερικανική αντίδραση.

Η αμερικανική στάση διευκόλυνε την ελληνική πλευρά. Η κυβέρνηση Καραμανλή υποστήριξε την Αίγυπτο, χώρα φιλική, στην οποία το ελληνικό στοιχείο ήταν έντονο. Επιπλέον, αντιτάχθηκε στα σχέδια της Βρετανίας, με την οποία, ούτως ή άλλως, οι σχέσεις βρίσκονταν στο ναδίρ. Στον ΟΗΕ η ελληνική πλευρά συνυπέγραψε τη γιουγκοσλαβική πρόταση για έκτακτη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης και υπερψήφισε το αμερικανικό σχέδιο για την άμεση αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Αίγυπτο και τη συγκρότηση διεθνούς αστυνομικής δύναμης υπό την αιγίδα του διεθνούς οργανισμού. Επιπροσθέτως, στην έριδα για την αρχική λειτουργία της Διώρυγας αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν οι Ελληνες πλοηγοί (αποτελούσαν το 85% του συνόλου των πλοηγών), των οποίων η παρουσία ήταν κρίσιμη για τη συνέχιση της λειτουργίας της. Επειτα από νύξη της αιγυπτιακής πλευράς, η κυβέρνηση Καραμανλή παρήγγειλε μέσω των προξενικών της αντιπροσώπων να εξακολουθήσουν να εργάζονται υπό τη διοίκηση του Αιγυπτιακού Οργανισμού. Ετσι, η Διώρυγα μπόρεσε να λειτουργήσει με απόδοση περίπου 90% και σύμφωνα με τον τότε υπουργό Εξωτερικών Ευ. Αβέρωφ «οι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης του Νάσερ και των συνεργατών του, και τότε και επί χρόνια μετά, ήταν θερμότατες».

Η ελληνική στάση στο Σουέζ και κυρίως η άρνηση της συμμετοχής στην πολυμερή διάσκεψη του Λονδίνου αποτέλεσαν την πρώτη διαφοροποίηση της Αθήνας απέναντι στους δυτικούς συμμάχους της και καταδείκνυαν ότι παρά τα ασφυκτικά πλαίσια που έθετε το ψυχροπολεμικό περιβάλλον, υπήρχε η δυνατότητα, πάντα μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, της υιοθέτησης από την Ελλάδα πολιτικών που για την εξυπηρέτηση των εθνικών της συμφερόντων μπορούσαν να θέσουν σε κάποιο βαθμό σε αμφισβήτηση τα όρια της εξάρτησής της από τη Δύση.

* Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.